Μνήμες από τις διαπραγματεύσεις του 2015 επαναφέρει εμπιστευτική έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η οποία ζητεί επί της ουσίας περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, φόρους και περικοπές συντάξεων για να συμμετάσχει το Ταμείο στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλιώς διαφαίνονται, όπως αναφέρει, πιθανοί οι κίνδυνοι της χρεοκοπίας και του Grexit…

Η έκθεση του ΔΝΤ, η οποία «βλέπει» περαιτέρω υποβάθμιση του επιπέδου ζωής των Ελλήνων, έχει ήδη δοθεί στους θεσμούς προς εξέταση δημιουργώντας έναν ακόμη μοχλό πίεσης και ένα… εμπόδιο που πρέπει να προσπεράσει (ή να διαπραγματευτεί) η ελληνική κυβέρνηση σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική συγκυρία για το κλείσιμο της β’ αξιολόγησης,

Ειδικότερα, σύμφωνα με το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της «Καθημερινής της Κυριακής», η έκθεση έχει ως βασικό σκοπό την αξιολόγηση του δεύτερου ελληνικού προγράμματος και ταυτόχρονα περιγράφει τους όρους με τους οποίους θα μπορούσε να συμμετάσχει το ΔΝΤ και πάλι στο ελληνικό πρόγραμμα, αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος.

Το κείμενο έκτασης 38 σελίδων έχει ημερομηνία 24 Ιανουαρίου 2017 και περιλαμβάνει μια ευρύτερη ατζέντα μεταρρυθμίσεων από την πλευρά του Ταμείου, πέραν του ασφαλιστικού και του αφορολόγητου, η οποία εστιάζει στον τραπεζικό τομέα, στις αγορές, στα εργασιακά κ.λ.π) και φέρνει σε ακόμη πιο δύσκολη θέση την Αθήνα.

Το κείμενο θα παρουσιαστεί μαζί με την Έκθεση που θα περιέχει την ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους στο Δ.Σ. του Ταμείου που θα συνεδριάσει στις 6 Φεβρουαρίου.

Στην ατζέντα που θα τεθεί στην συνεδρίαση περιλαμβάνονται τα εξής σημεία:

Οι δεσμεύσεις για την ελάφρυνση του χρέους που θα έχουν ως αποτέλεσμα τη βιωσιμότητά του χρειάζεται να μπουν από την αρχή του προγράμματος και πρέπει να βασίζονται σε ένα ρεαλιστικό μεσοπρόθεσμο στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα.
Για την οικονομική ανάκαμψη προτεραιότητα πρέπει να έχουν οι μεταρρυθμίσεις στον τραπεζικό τομέα, καθώς η καθυστέρηση αντιμετώπισης των κόκκινων δανείων της δημιουργίας του θεσμικού πλαισίου για τις πτωχεύσεις και τον ορισμό των διοικήσεων των τραπεζών έχει επίπτωση στην ανάκαμψη.
Όταν η πολιτική βάση για τις μεταρρυθμίσεις είναι εύθραυστη και δεν υπάρχει ισχυρή κυριότητα του προγράμματος οι προσδοκίες αλλά και η σχεδίαση του πρέπει να είναι πιο συντηρητικές από την αρχή. Το προσωπικό του ΔΝΤ πρέπει να αντιτάσσεται σε πιέσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους για πιο θετικές προβλέψεις.
Για να προχωρήσει η ελληνική οικονομία χρειάζεται διεύρυνση της φορολογικής βάσης, ισχυρή εφαρμογή της φορολογικής συμμόρφωσης.
Η Ελλάδα πρέπει να επανεκκινήσει τις στάσιμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν στις αγορές προϊόντων, υπηρεσιών, στα εργασιακά και στα κλειστά επαγγέλματα ώστε να παραμείνει μέλος της Ευρωζώνης.
Βάρος στην κοινωνική δικαιοσύνη. Η έκθεση υποστηρίζει ότι το πρόγραμμα δεν ήταν κοινωνικά δίκαιο εγείροντας ανησυχίες για την πολιτική βιωσιμότητα των μέτρων που πάρθηκαν.
Συγκεκριμένη διαδικασία συνεργασίας του Ταμείου με νομισματικές ενώσεις.

Σύμφωνα με την απόρρητη έκθεση, ο μεγαλύτερος κίνδυνος εκτιμάται πως είναι η μεταρρυθμιστική κόπωση, καθώς η ανεργία παραμένει υψηλή ενώ η ανάκαμψη δεν έχει εδραιωθεί.

Τονίζει, δε, ότι η άρνηση μεταρρυθμίσεων θα προκαλούσε νέες πιέσεις ρευστότητας στις τράπεζες και θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια χρεοκοπία και έξοδο από την Ευρωζώνη.

Σημαντικός, επίσης, κίνδυνος θεωρείται από το Ταμείο η αδύναμη ανάκαμψη της εσωτερικής ζήτησης λόγω του υψηλού χρέους και των επιπτώσεων της δημοσιονομικής προσαρμογής που βασίστηκε στην πλευρά των εσόδων. Η αδύναμη εσωτερική ζήτηση υπονομεύει την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων περιπλέκοντας την ελάφρυνση του χρέους.

Το πλέον άσχημο σενάριο, σύμφωνα με την έκθεση είναι η ακόμα περισσότερη υποβάθμιση του επιπέδου ζωής στο 55% με τάσεις περαιτέρω απόκλισης υποδηλώνοντας μια “μη διατηρήσιμη κατάσταση”.

Ζητούν «αίμα»

Στο άρθρο IV της έκθεσης αξιολόγησης, όπως σημειώνει επίσης η Καθημερινή της Κυριακής με βάση πληροφορίες από την Ουάσινγκτον, τονίζεται ότι η Ελλάδα, παρά την πρόοδο δεν έχει επιστρέψει σε βιώσιμη ανάπτυξη και οι κίνδυνοι παραμένουν υψηλοί. Για τον λόγο αυτόν το ΔΝΤ τονίζει ότι πρέπει να εμβαθύνει και να επιταχύνει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, ξεχωρίζοντας το συνταξιοδοτικό που εκτιμά ότι υπονομεύει τα δημόσια οικονομικά, τους ισολογισμούς των τραπεζών, τα εμπόδια στις επενδύσεις και την ανάπτυξη, αλλά και το μη βιώσιμο χρέος.

Σημειώνει δε ότι δεν θα χρειαστεί νέα δημοσιονομική προσαρμογή καθώς η χώρα θα επιτύχει μεσοπρόθεσμο πρωτογενές πλεόνασμα 1,5%, αλλά αν επιλέξει το στόχο του 3,5% (στο οποίο επιμένουν οι Ευρωπαίοι) θα πρέπει να υποστηρίζεται από αξιόπιστες μεταρρυθμίσεις.

Συγκεκριμένα, καλεί την Αθήνα να αλλάξει το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής με μείωση αφορολόγητου και φοροαπαλλαγών και νέα ποσοστά αναπλήρωσης στους συνταξιούχους. Παράλληλα, ζητά καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, κυνήγι όσων δεν πληρώνουν ενώ μπορούν, πλαίσιο για τη δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, περιορισμό των capital controls και ενίσχυση της διοίκησης των τραπεζών.

Η έκθεση τονίζει ότι η χώρα χρειάζεται περισσότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων, στο άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, στη διευκόλυνση των επενδύσεων, των ιδιωτικοποιήσεων και των ομαδικών απολύσεων. Και πάλι όμως λέει το χρέος δεν θα είναι βιώσιμο. Για αυτό επιμένει ότι χρειάζεται ρεαλιστικούς στόχους πλεονασμάτων, μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και σημαντική ελάφρυνση χρέους από τους Ευρωπαίους.

Το Ταμείο μάλιστα, όπως αναφέρει η ίδια πηγή, θεωρεί ως μεγαλύτερο κίνδυνο τη μεταρρυθμιστική κόπωση, καθώς ανεργία παραμένει υψηλή και η ανάκαμψη δεν έχει εδραιωθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση η άρνηση μεταρρυθμίσεων θα προκαλούσε νέες πιέσεις ρευστότητας στις τράπεζες και θα μπορούσε να πυροδοτήσει και χρεοκοπία και/ή έξοδο από το ευρώ.

Άλλος κίνδυνος είναι η μείωση της εσωτερικής ζήτησης για την αντιμετώπιση της οποίας το ΔΝΤ προτείνει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην πλευρά των δαπανών, μείωση των φόρων και διεύρυνση της φορολογικής βάσης.

Ο καθησυχαστικός ESM

Απαντώντας στις… ανησυχίες του Ταμείου, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) είπε ότι δεν βλέπει «κανένα λόγο ανησυχίας» για το ελληνικό χρέος, σύμφωνα με όσα ανέφερε εκπρόσωπός του στο Γαλλικό Πρακτορείο.

«Δεν βλέπουμε κανένα λόγο για μια ανησυχητική αποτίμηση της κατάστασης του ελληνικού χρέους» δήλωσε εκπρόσωπος του ESM. «Το χρέος της Ελλάδας είναι διαχειρίσιμο, αν οι μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί εφαρμοστούν πλήρως».

Ο ESM αρνήθηκε να κάνει οποιοδήποτε άμεσο σχόλιο για την έκθεση του ΔΝΤ, αλλά υπενθυμίζει πως έχει ήδη δώσει στην Ελλάδα δάνεια «εξαιρετικά ευνοϊκά μακροπρόθεσμα» και ότι, επίσης, μόλις έχει πάρει βραχυπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους της.

«Η Ελλάδα και οι Ευρωπαίοι συμφώνησαν για μια φιλόδοξη δημοσιονομική τροχιά στη διάρκεια του προγράμματος, που είναι αξιόπιστη» υπογραμμίζει.

Η Ευρώπη έχει, εξάλλου, «σαφώς δεσμευθεί να υποστηρίξει την Ελλάδα με μια επιπλέον ελάφρυνση του χρέους», αν χρειαστεί μετά τη λήξη του προγράμματος το 2018, υπό την προϋπόθεση ότι η Αθήνα θα έχει υιοθετήσει όλες τις συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις.

Ο ESM σημειώνει τέλος πως τα δημοσιονομικά αποτελέσματα του της Ελλάδας το 2016 «ήταν καλύτερα απ’ ό,τι αναμενόταν».