Τελικά πόσο δίκαιες είναι οι Πανελλήνιες;

Τελικά πόσο δίκαιες είναι οι Πανελλήνιες;

Πίνακας περιεχομένων

Οι Πανελλαδικές παραμένουν ένα αδιάβλητο αλλά όχι απαραίτητα δίκαιο σύστημα, με τον Στράτο Στρατηγάκη να εξηγεί την πίεση στους υποψηφίους, τις αδυναμίες της διαδικασίας και την ανάγκη να αποσυνδεθούν οι σπουδές από την κοινωνική καταξίωση.

Πανελλαδικές χωρίς υπερβολική κοινωνική πίεση και χωρίς την αντίληψη ότι οι σπουδές είναι μονόδρομος ζητά, στην ουσία, ο Στράτος Στρατηγάκης, μαθηματικός και σύμβουλος σταδιοδρομίας, περίπου δύο εβδομάδες πριν από την έναρξη των εξετάσεων του 2026.

Ο ίδιος, μιλώντας στο Orange Press Agency, αναλύει τις αντιφάσεις ενός συστήματος που θεωρείται αδιάβλητο, αλλά όχι δίκαιο, εξηγώντας γιατί οι οικογένειες, η κοινωνική καταξίωση και η καχυποψία γύρω από τη βαθμολόγηση φορτώνουν στους εφήβους βάρος πολύ μεγαλύτερο από αυτό των ίδιων των εξετάσεων.

Η πίεση δεν προέρχεται μόνο από τις εξετάσεις

Σύμφωνα με τον Στράτο Στρατηγάκη, οι Πανελλαδικές δεν είναι τόσο πιεστικές επειδή οι ίδιες οι εξετάσεις είναι αντικειμενικά απρόσιτες. Όπως επισημαίνει, το ποσοστό επιτυχίας κυμαίνεται στο 65% με 70%, κάτι που σημαίνει ότι περίπου επτά στους δέκα υποψηφίους εισάγονται.

Η ένταση, όπως εξηγεί, δημιουργείται κυρίως γύρω από τον υποψήφιο: από την οικογένεια, το κοινωνικό περιβάλλον, φίλους και γνωστούς. Η επιτυχία στις εξετάσεις έχει συνδεθεί με την κοινωνική αναγνώριση, μια σύνδεση που ο ίδιος χαρακτηρίζει μεγάλο λάθος.

Χαρακτηριστικό είναι, κατά τον ίδιο, το φαινόμενο γονέων που μιλούν σε πρώτο πληθυντικό, λέγοντας «σήμερα δίνουμε μαθηματικά». Ο κ. Στρατηγάκης τονίζει ότι εξετάζεται το παιδί και όχι οι γονείς, οι οποίοι οφείλουν να στηρίζουν και όχι να ταυτίζονται με τη διαδικασία.

Αλλαγές της τελευταίας στιγμής στις Πανελλήνιες 2026: Δείτε τι ορίζει νέο ΦΕΚ

Το αδιάβλητο σύστημα και τα όρια της δικαιοσύνης

Ο Στράτος Στρατηγάκης αναγνωρίζει ότι οι Πανελλαδικές αποτελούν ένα αδιάβλητο σύστημα, στοιχείο που, όπως λέει, εξηγεί γιατί γονείς και υποψήφιοι το εμπιστεύονται. Όσοι συμμετέχουν δεν φοβούνται ότι κάποιος άλλος θα καταλάβει τη θέση τους με αθέμιτο τρόπο.

Ωστόσο, ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι το αδιάβλητο δεν ταυτίζεται με το δίκαιο. Κατά την άποψή του, το σύστημα έχει σοβαρές αδυναμίες, καθώς συγκρίνει υποψηφίους που έχουν εξεταστεί σε διαφορετικά μαθήματα για την είσοδο στις ίδιες σχολές.

Ως παράδειγμα αναφέρει τα Παιδαγωγικά και τα ΤΕΦΑΑ, που ανήκουν σε περισσότερα από ένα πεδία. Ένας υποψήφιος από το 1ο πεδίο εξετάζεται σε αρχαία, ιστορία και λατινικά, ενώ ένας υποψήφιος από το 2ο πεδίο εξετάζεται σε μαθηματικά, φυσική και χημεία, παρότι διεκδικούν θέση στην ίδια σχολή.

Πανελλήνιες 2026: Έκκληση για έκτακτα μέτρα ψυχολογικής στήριξης των μαθητών

Οι κοινές σχολές και η σύγκριση ανόμοιων υποψηφίων

Το ζήτημα των κοινών σχολών, σύμφωνα με τον κ. Στρατηγάκη, έχει διευρυνθεί σημαντικά. Πριν από δέκα χρόνια αποτελούσαν το 27% των τμημάτων, ενώ σήμερα φτάνουν στο 45%.

Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν στα μισά τμήματα διεκδικούν θέσεις υποψήφιοι που έχουν εξεταστεί σε διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα. Για τον ίδιο, η σύγκριση αυτή είναι παράλογη και συνιστά τον ορισμό της αδικίας.

Όπως σημειώνει, δεν μπορεί να συγκρίνεται η επίδοση ενός μαθητή που έγραψε αρχαία με την επίδοση ενός άλλου που έγραψε μαθηματικά. Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζει, αποσταθεροποιείται συνολικά η λογική του συστήματος.

Γιατί δεν μετρούν οι βαθμοί του σχολείου

Ένα από τα επιχειρήματα που τίθενται συχνά είναι ότι τέσσερα γραπτά δεν μπορούν να αποτυπώσουν πλήρως την προσπάθεια ενός μαθητή. Ο κ. Στρατηγάκης θεωρεί λογική αυτή την ένσταση, καθώς ένα παιδί μπορεί σε κάποια από τις εξετάσεις να μην αποδώσει όπως πραγματικά μπορεί.

Παρόλα αυτά, εξηγεί ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει η απαιτούμενη εμπιστοσύνη ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι βαθμοί του Λυκείου. Η κοινωνία, όπως αναφέρει, δεν εμπιστεύεται ότι οι καθηγητές θα βαθμολογήσουν με απόλυτη αντικειμενικότητα.

Ο ίδιος παραπέμπει και στην πρακτική προσαρμογής του προφορικού βαθμού στο γραπτό, κάθε φορά που οι προφορικοί βαθμοί συνυπολογίζονταν. Κατά την εκτίμησή του, αυτή η δικλείδα αποτέλεσε παραδοχή έλλειψης εμπιστοσύνης.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι ορισμένοι γονείς δεν αποδέχονται εύκολα τη χαμηλή βαθμολογία των παιδιών τους, δημιουργώντας εντάσεις στα σχολεία. Αυτή η στάση, όπως λέει, περνά και στους μαθητές, οι οποίοι καταλήγουν να γίνονται βαθμοθήρες.

Οι Πανελλαδικές και η ελληνική εμμονή με συγκεκριμένα επαγγέλματα

Ο κ. Στρατηγάκης συνδέει την υπερβολική σημασία που δίνεται στις Πανελλαδικές με βαθύτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Όπως εξηγεί, η Ελλάδα δεν είχε ποτέ βαριά βιομηχανία, ενώ οι τεχνικοί που χρειάζονταν ήταν λίγοι, χωρίς υψηλές αποδοχές και χωρίς ιδιαίτερη κοινωνική αναγνώριση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι οικογένειες έστρεφαν διαχρονικά τα παιδιά προς τις πανεπιστημιακές σπουδές. Εδώ και περισσότερο από 60 χρόνια, όπως αναφέρει, κυριαρχεί η λογική του γιατρού, του μηχανικού και του δικηγόρου.

Ο ίδιος θεωρεί ότι αυτή η αντίληψη επιβαρύνει την ελληνική κοινωνία και δίνει στις Πανελλαδικές μεγαλύτερο βάρος από αυτό που θα έπρεπε να έχουν. Συγκρίνοντας με άλλες χώρες, σημειώνει ότι και εκεί υπάρχουν εξωτερικές αξιολογήσεις για το απολυτήριο, είτε σε εθνικό είτε σε περιφερειακό επίπεδο, χωρίς όμως να προκαλείται ο ίδιος πανικός.

Δεν χρειάζεται να σπουδάσουν όλοι

Στο ερώτημα αν οι Πανελλαδικές είναι μονόδρομος, ο Στράτος Στρατηγάκης απαντά δίνοντας έμφαση στην προσωπική επιλογή του παιδιού. Όπως λέει, κάθε μαθητής πρέπει να αποφασίζει ο ίδιος αν θέλει να δώσει εξετάσεις και αν θέλει να σπουδάσει.

Ο ίδιος τονίζει ότι δεν είναι απαραίτητο να οδηγηθούν όλοι οι νέοι στα ΑΕΙ. Υπάρχουν παιδιά που δεν επιθυμούν να σπουδάσουν, παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, αλλά και μαθητές που προτιμούν πρακτικές εργασίες και επαγγέλματα που γίνονται με τα χέρια.

Για τον κ. Στρατηγάκη, όλα αυτά τα παιδιά δεν πρέπει να πιέζονται να συμμετάσχουν στις Πανελλαδικές χωρίς να το θέλουν. Το μήνυμά του είναι σαφές: είναι αποδεκτό να μη σπουδάσει κάποιος και να μην ακολουθήσει τη διαδρομή των ΑΕΙ.

Η σύγκριση με τα Πρότυπα σχολεία

Αν και η συζήτηση για τις Πανελλαδικές επικεντρώνεται συχνά στην πίεση των υποψηφίων, ο κ. Στρατηγάκης θεωρεί σκληρότερο το σύστημα εισαγωγής στα Πρότυπα σχολεία. Εκεί, όπως αναφέρει, οι εξετάσεις δίνονται στην έκτη δημοτικού.

Το ποσοστό επιτυχίας στα Πρότυπα σχολεία κινείται γύρω στο 15% με 20%, με τους μαθητές να είναι πολύ μικροί για να διαχειριστούν εύκολα μια αποτυχία. Όπως σημειώνει, είναι δύσκολο να εξηγηθεί σε ένα παιδί δημοτικού ότι ήταν καλό, αλλά οι θέσεις δεν επαρκούσαν.

Ακολουθείστε το iPaidia στο Google News

Tελευταίες Ειδήσεις για την Παιδεία και την εργασία στο iPaidia.gr