Συντάξεις: Γιατί ο λογαριασμός μεγαλώνει όσο οι εργαζόμενοι μειώνονται

Συντάξεις: Γιατί ο λογαριασμός μεγαλώνει όσο οι εργαζόμενοι μειώνονται

Πίνακας περιεχομένων

Το συνταξιοδοτικό σύστημα σε Ελλάδα και θεσμούς της ΕΕ παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένο από το αναδιανεμητικό μοντέλο, παρά τις μεταρρυθμίσεις και τις προτάσεις για κεφαλαιοποιητική μετάβαση.

Σε Ελλάδα αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση το συνταξιοδοτικό παραμένει βαρίδι για τους φορολογούμενους.  Το 43% των συντάξεων στην Ελλάδα χρηματοδοτείται σήμερα από τον τακτικό προϋπολογισμό, ενώ στις συντάξεις των υπαλλήλων της ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 79%. Τι αναφέρει νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ

Το συνταξιοδοτικό σύστημα σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει στο επίκεντρο μιας δύσκολης δημοσιονομικής εξίσωσης, καθώς η γήρανση του πληθυσμού και η περιορισμένη χρήση κεφαλαιοποιητικών εργαλείων αυξάνουν την πίεση στους προϋπολογισμούς.

Η ανάλυση αναδεικνύει δύο διαφορετικές αλλά συνδεδεμένες εικόνες: από τη μία, την Ελλάδα, η οποία μετά από σειρά μεταρρυθμίσεων έχει περιορίσει τη συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, και από την άλλη, τους θεσμούς της ΕΕ, όπου οι συντάξεις των υπαλλήλων εξακολουθούν να χρηματοδοτούνται χωρίς αποθεματικά.

Η ΕΕ μπροστά σε ένα κόστος που μεγαλώνει

Στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το συνταξιοδοτικό καθεστώς των υπαλλήλων λειτουργεί χωρίς τη δημιουργία αποθεματικών κεφαλαίων. Οι συντάξεις δεν πληρώνονται από επενδυμένα ποσά που έχουν συσσωρευθεί στο παρελθόν, αλλά από τον τρέχοντα προϋπολογισμό.

Η επιλογή αυτή έχει οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση της σχετικής δαπάνης. Σε σταθερές τιμές, οι πληρωμές για συντάξεις πρώην υπαλλήλων της ΕΕ αυξήθηκαν κατά 183% την περίοδο 2000-2024, από 580 εκατομμύρια ευρώ σε 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ.

Το βάρος αυτό αποτυπώνεται και στη συνολική εικόνα της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης. Οι συντάξεις των υπαλλήλων της ΕΕ αντιστοιχούσαν το 1998 στο 10% του συνολικού κόστους της δημόσιας διοίκησης της Ένωσης, ενώ το 2024 το ποσοστό είχε ανέβει στο 22%.

Οι εισφορές καλύπτουν μικρό μέρος των συντάξεων της ΕΕ

Το 2024, οι εισφορές των εργαζομένων κάλυψαν μόλις το 21% των συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΕ. Το υπόλοιπο 79% χρηματοδοτήθηκε από τον τακτικό προϋπολογισμό, δηλαδή από τη γενική φορολογία.

Οι εισφορές ανήλθαν περίπου στα 600 εκατομμύρια ευρώ, την ώρα που οι θεσμοί της ΕΕ κατέβαλαν 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ για συντάξεις. Το στοιχείο αυτό δείχνει την ισχυρή εξάρτηση του συστήματος από τον προϋπολογισμό και όχι από συσσωρευμένα κεφάλαια.

Προσυνταξιοδοτική βεβαίωση: Πότε και πώς γίνεται η αίτηση –  Ποιούς αφορά

Παράλληλα, οι μελλοντικές συνταξιοδοτικές δεσμεύσεις της ΕΕ αυξήθηκαν σημαντικά. Από 22,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε τιμές 2024 το 2000, έφτασαν στα 87 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024, καταγράφοντας πραγματική αύξηση 290%.

Η ελληνική εικόνα μετά τις μεταρρυθμίσεις

Η Ελλάδα εμφανίζει βελτίωση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, χωρίς όμως να έχει απαλλαγεί από το υψηλό κόστος του ασφαλιστικού. Το 2012 βρισκόταν στην πρώτη θέση της ΕΕ ως προς τη δαπάνη για συντάξεις σε ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ το 2023 είχε υποχωρήσει στην τέταρτη θέση.

Η μείωση που καταγράφεται φτάνει τις 4,16 ποσοστιαίες μονάδες. Το 2023, η Ελλάδα βρισκόταν πίσω από την Ιταλία, τη Γαλλία και την Αυστρία, παραμένοντας ωστόσο πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ των 27 κρατών μελών κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες.

Στο μείγμα χρηματοδότησης των συντάξεων, η εικόνα έχει επίσης βελτιωθεί. Το 2025 εκτιμάται ότι το 57% των συντάξεων χρηματοδοτήθηκε από εισφορές, ενώ το 43% καλύφθηκε από τον τακτικό προϋπολογισμό.

Το βάρος της γενικής φορολογίας παραμένει

Η συμμετοχή της γενικής φορολογίας στη χρηματοδότηση των συντάξεων μειώθηκε κατά περίπου 6 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2021-2025. Πρόκειται για ένδειξη προόδου, καθώς το ασφαλιστικό σύστημα στηρίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό στις εισφορές.

Η πρόβλεψη για το 2029 δείχνει περαιτέρω βελτίωση, με τις εισφορές να αναμένεται να καλύπτουν το 62% των δαπανών του ασφαλιστικού συστήματος. Ακόμη κι έτσι, το 38% της συνταξιοδοτικής δαπάνης προβλέπεται να εξακολουθεί να καταβάλλεται από τη γενική φορολογία.

Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι, παρά τις αλλαγές που έγιναν, το διαρθρωτικό πρόβλημα δεν έχει εκλείψει. Η Ελλάδα έχει μειώσει τη σχετική επιβάρυνση, όμως το κόστος μετάβασης σε διαφορετικό μοντέλο παραμένει πολύ μεγάλο.

Ο ρόλος του κεφαλαιοποιητικού μοντέλου

Το αναδιανεμητικό σύστημα βασίζεται στην κάλυψη των σημερινών συντάξεων από τις εισφορές των σημερινών εργαζομένων. Η προσέγγιση αυτή θεωρήθηκε βιώσιμη σε περιβάλλον αύξησης πληθυσμού και μισθών, όμως η υπογεννητικότητα και η άνοδος του προσδόκιμου ζωής άλλαξαν τα δεδομένα.

Αντίθετα, στο κεφαλαιοποιητικό μοντέλο οι εισφορές επενδύονται, ώστε οι μελλοντικές παροχές να χρηματοδοτούνται από τις ίδιες τις εισφορές και τις αποδόσεις τους. Η έλλειψη ισχυρών κεφαλαιοποιητικών πυλώνων περιορίζει τα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις και ενισχύει την πίεση στην εργασία μέσω εισφορών και φόρων.

Στην Ελλάδα, η εισαγωγή της λογικής του «ατομικού κουμπαρά» μέσω του ΤΕΚΑ αφορά τις επικουρικές συντάξεις των νέων κάτω των 35 ετών. Η μετάβαση αυτή υλοποιείται σταδιακά, με διαχείριση κεφαλαίων από την Τράπεζα της Ελλάδος το 2022 και πιο σύνθετα επενδυτικά σχήματα το 2024 και το 2026.

Η πρόταση για αποθεματικά στην ΕΕ

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πλήρης κεφαλαιοποίηση των συνταξιοδοτικών δεσμεύσεων παρουσιάζεται ως εφικτή επιλογή, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση των φορολογουμένων. Μια μείωση των διοικητικών δαπανών κατά 5% στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034, ύψους 87 δισεκατομμυρίων ευρώ, θα μπορούσε να καλύψει τη δημιουργία αποθεματικών.

Με βάση τις αποδόσεις αντίστοιχων διεθνών ταμείων, οι οποίες κινούνται από 3% έως 7% ετησίως, η επένδυση αυτού του κεφαλαίου θα μπορούσε να δημιουργήσει περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ ετήσια αυτοχρηματοδότηση. Έτσι, θα μειωνόταν μόνιμα το βάρος στον προϋπολογισμό της ΕΕ.

Ακόμη και αν η άμεση εξοικονόμηση δεν θεωρηθεί εφικτή, εξετάζεται η σταδιακή δημιουργία αποθεματικών για νέα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή μόνο για νέους υπαλλήλους. Εναλλακτικά, η ΕΕ θα μπορούσε να δανειστεί για την άμεση χρηματοδότηση των δεσμεύσεών της, με τη διαφορά ανάμεσα στις αποδόσεις των επενδύσεων και στο κόστος δανεισμού να οδηγεί σε μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η Ελλάδα έχει κάνει βήματα περιορισμού της συνταξιοδοτικής δαπάνης, αλλά παραμένει εγκλωβισμένη σε μεγάλο βαθμό στο αναδιανεμητικό πλαίσιο. Την ίδια στιγμή, οι θεσμοί της ΕΕ αντιμετωπίζουν μια ακόμη πιο έντονη εξάρτηση από τον τρέχοντα προϋπολογισμό, καθώς το δικό τους σύστημα λειτουργεί χωρίς αποθεματικά.

Δείτε τη μελέτη αναλυτικά εδώ 

Συντάξεις: Τα τρία σενάρια έως το 2034  –  Πόσο μπορεί να αυξηθεί

Συντάξεις πριν από τα 62: Οι κατηγορίες ασφαλισμένων που κερδίζουν έξοδο

Ακολουθείστε το iPaidia στο Google News

Tελευταίες Ειδήσεις για την Παιδεία και την εργασία στο iPaidia.gr