Διαφαίνεται ότι η κυβέρνηση της Ν.Δ. ακόμα και τις σωστές κατά αρχάς αποφάσεις της θα τις παίρνει εξ αποστάσεως, «εκτός τόπου και χρόνου». Έτσι, είδαμε τον πρωθυπουργό να αποφασίζει ότι θα υλοποιούνται οι νόμοι και οι θεσμικές ρυθμίσεις των αρμόδιων φορέων της πολιτείας με καθυστέρηση κρίσιμων ημερών για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού παντού.

 

Του Νίκου Τσούλια

Γραμματέα του Τομέα Παιδείας

του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

«Αποφασίστηκε» ότι και η εκκλησία είναι μέρος της επικράτειάς μας και του ελληνικού κράτους και ότι είναι υποχρεωμένη  να τηρεί τους νόμους της πολιτείας. Επιτέλους, επικράτησε ο ορθολογισμός και η επιστημονική άποψη.

Την ίδια αντίληψη και πρακτική εφαρμόζει και η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας. Ενώ γνώριζε αρκετές μέρες πριν κλείσει τα σχολεία ότι η υπόθεση του κορωνοϊού είναι αρκετά σοβαρή από την εμφάνισή της στην Κίνα και ως εκ τούτου θα έπρεπε να σχεδιάσει τι θα γίνει με τα κλειστά σχολεία, άρχισε να εξετάζει το ζήτημα αφού έκλεισε τα σχολεία – και μαζεύει τα τηλέφωνα και τα e-mails μαθητών και εκπαιδευτικών, όταν αυτοί «σκόρπισαν».

Προφανώς είναι αναγκαία η εξ αποστάσεως διδασκαλία και γιατί είναι μεγάλη η χρονική διάρκεια των κλειστών σχολείων αλλά και γιατί δεν πρέπει να χάνεται εντελώς ο ρυθμός της παροχής θεσμικής εκπαίδευσης. Στηρίζουμε απόλυτα την προσπάθεια αυτή. Η κριτική μας έχει ως μοναδικό σκοπό αφενός να λειτουργήσει το όλο σχέδιο όσο το δυνατόν καλύτερα και αφετέρου να ξεκινήσει ΤΩΡΑ ο γενικός και ουσιαστικός σχεδιασμός της εξ αποστάσεως διδασκαλίας και η πλήρης αξιοποίηση των μεθόδων και των τεχνικών του ψηφιόκοσμου και του διαδικτύου. Γιατί όλο αυτό το σκηνικό έχει παγώσει και έχει μείνει στα μέτρα υλοποίησης του ΠΑΣΟΚ το 2011.

Καταδεικνύεται με τον πιο εμφαντικό τρόπο ότι η εκπαιδευτική πολιτική όλων των τελευταίων χρόνων εστίαζε (ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ) και εστιάζει (Ν.Δ.) στα εξωτερικά στοιχεία της εκπαίδευσης και κυρίως στο σύστημα πρόσβασης και στην αξιολόγηση. Δεν παράγεται εκπαιδευτική πολιτική επί της ουσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι και αυτή η κυβέρνηση αδυνατεί να διαμορφώσει έναν συνολικό νόμο για την εκπαίδευση. Παράγεται όμως επικοινωνιακή πολιτική διαρκώς και συστηματικώς. Κάθε ημέρα δηλώσεις επί δηλώσεων για τα ίδια και τα ίδια ή για τα αυτονόητα.

Η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας δήθεν επινοεί, σχεδιάζει και εξαγγέλλει μέτρα για την αναπλήρωση των χαμένων ημερών  – ενώ πρόκειται για μέτρα ήδη νομοθετημένα από την εμπειρία που αποκτήσαμε με τις επαναλαμβανόμενες καταλήψεις των σχολείων. Τι νόημα έχει να δηλώνει τα ίδια και τα ίδια για την αναπλήρωση όταν δεν ξέρει το απόλυτα απαραίτητο και πρώτο στοιχείο, εκείνο των πόσων ημερών θα είναι το κλείσιμο των σχολείων;

Διαπράττει και ένα άλλο λάθος. Ανακινεί διαρκώς, χωρίς κανένα νόημα και χωρίς κανένα πρακτικό αποτέλεσμα το θέμα

των Πανελλαδικών εξετάσεων. Προκαλεί όμως αβεβαιότητα και ανησυχία στους υποψήφιους των πανεπιστημίων. Οι μαθητές δεν μπορούν να τροφοδοτούνται με υπαινιγμούς ότι οι Πανελλαδικές εξετάσεις τους μπορούν να μεταφερθούν τον Σεπτέμβριο. Ακόμα και την εποχή των μεγάλης διάρκειας (πάνω από ένα μήνα) καταλήψεων οι εξετάσεις έγιναν με παράταση του σχολικού έτους και δεν μεταφέρθηκαν μετά το καλοκαίρι. Άλλωστε, σε μια τέτοια εκδοχή θα δημιουργηθούν άλλης φύσεως προβλήματα.

Οι μαθητές δεν πρέπει να χαλαρώσουν στο διάβασμά τους, έστω στηριζόμενοι ουσιαστικά αυτό το διάστημα στο προσωπικό τους διάβασμα – και μια διαρκής αναφορά περί Σεπτεμβρίου τους αποσυντονίζει. Άλλωστε, ακόμα και αν τελικά αναπόφευκτα συμβεί μια τέτοια εξέλιξη, δεν πρέπει να τίθεται στη συζήτηση τώρα. Απαιτείται σεβασμός στην ιδιαίτερη ευαισθησία που έχουν οι υποψήφιοι. Φυσικά δεν ενδιαφέρει κανέναν το επικοινωνιακό άγχος των Υπουργών.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το μέτρο της «εξ αποστάσεως διδασκαλίας»,  που εκ των πραγμάτων δεν θα συμπεριλάβει μεγάλο μέρος των μαθητών, προκαλεί και μια νέα θεσμικού τύπου ανισότητα στην μαθητική κοινότητα, μια ανισότητα που πλήττει τα πιο αδικημένα παιδιά των φτωχών οικογενειών, των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, αυτών που έχουν μικρότερο «πολιτισμικό» και γλωσσικό πλούτο, των παιδιών των μεταναστών και των οικονομικών προσφύγων, των παιδιών που έχουν λειτουργικό ή και τεχνολογικό αναλφαβητισμό ή δεν έχουν το στοιχειώδη τεχνολογικό εξοπλισμό.

Προτείνουμε α) εκτεταμένο πρόγραμμα επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών στις νέες τεχνολογίες, β) πρόγραμμα αντιμετώπισης του τεχνολογικού αναλφαβητισμού των μαθητών, γ) σχέδιο για την άμβλυνση των ανισοτήτων στην εκπαίδευση.

Λέμε ότι η κρίση έχει και μια πρόκληση, την ευκαιρία. Την ευκαιρία να δούμε την ουσία της εκπαίδευσης και να προετοιμάσουμε το ελληνικό σχολείο να εισέλθει στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. Αλλά αυτό απαιτεί μορφωτικό ρεύμα, πολιτιστική και παιδαγωγική σύλληψη της εκπαίδευσης, προοδευτική πολιτική.