Την αρχή μιας νέας περιόδου σηματοδοτεί η συμπλήρωση 80 χρόνων από την ίδρυση της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ, καθώς βρίσκει το Τμήμα Ιατρικής διεθνοποιημένο και με σχέδια που αποσκοπούν στην αναβάθμισή του σε ερευνητικό, εκπαιδευτικό και κλινικό επίπεδο και στην ίδρυση νέου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου.

Η Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ, που σήμερα αποτελεί τμήμα της Σχολής Επιστημών Υγείας, ιδρύθηκε στα χρόνια της Κατοχής, το 1942, μέσα σε ένα κλίμα αντιδράσεων τόσο από καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, που θεωρούσαν ότι μια τέτοια Σχολή θα είναι θνησιγενής, όσο και από τον Ιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, τα μέλη του οποίου θεωρούσαν ότι θα θιγούν τα επαγγελματικά τους συμφέροντα.

Οκτώ δεκαετίες αργότερα, το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, το Τμήμα Ιατρικής αποκτά διεθνή διάσταση με τη λειτουργία του πρώτου αγγλόγλωσσου προπτυχιακού τμήματος, ενώ παράλληλα αναμένεται να εκφραστεί η πολιτική βούληση του υπουργείου Παιδείας για την υλοποίησης της απόφασης της Συγκλήτου για μετατροπή του σε αυτόνομη Ιατρική Σχολή.

Για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στο παρελθόν η Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ, αλλά και για τα σχέδια που υπάρχουν για το μέλλον μίλησαν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρώην πρύτανης, ομότιμος καθηγητής Ιατρικής ΑΠΘ, Αναστάσιος Μάνθος, και ο πρόεδρος του Τμήματος Ιατρικής, καθηγητής Κυριάκος Αναστασιάδης, με αφορμή εορταστική εκδήλωση για τα 80 χρόνια της Ιατρικής Σχολής, που θα πραγματοποιηθεί στις 9 Μαρτίου, στο ΜΜΘ.

Τα εμπόδια για την ίδρυση της Ιατρικής Σχολής

Η Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ ιδρύθηκε το 1942 με το ΦΕΚ αρ. 28 – 18/2/1942 τ.Α’, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα. Τα αίτια της καθυστέρησης της ίδρυσής της κατά 17 χρόνια, σε σχέση με την αρχική ίδρυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, θα πρέπει να αναζητηθούν, εκτός των άλλων, και στις αντιστάσεις που προέβαλε, για συντεχνιακούς λόγους, το τότε ιατρικό κατεστημένο της πόλης.

«Η ίδρυση της Ιατρικής Σχολής καθυστέρησε λόγω αντιδράσεων από τρεις καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι θεωρούν ότι θα είναι θνησιγενής, λόγω της παρουσίας των Γερμανών και των Βουλγάρων. Θεώρησαν δηλαδή ότι δεν ήταν σωστή η επιλογή αυτή. Εκείνη την εποχή, η Θεσσαλονίκη ήταν υπό γερμανική κατοχή, ενώ η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη ήταν υπό βουλγαρική κατοχή. Οι Βούλγαροι είχαν ιδρύσει στη Θεσσαλονίκη τη “Βουλγαρική Λέσχη”, έχοντας βλέψεις στην περιοχή. Μάλιστα, ήδη είχαν ιδρύσει κι ένα πανεπιστήμιο στα Σκόπια και στα σχέδιά τους ήταν η ίδρυση Βουλγαρικού Πανεπιστημίου και Ιατρικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη. Τότε, η κατοχική κυβέρνηση της Ελλάδας έσπευσε να ιδρύσει την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης», σημειώνει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ. Μάνθος.

Αναφερόμενος στις αντιδράσεις του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης για την ίδρυση της Σχολής, επισημαίνει ότι αυτές οφείλονται στον φόβο των γιατρών ότι θα παραγκωνιστούν από τους καθηγητές Ιατρικής και στο ενδεχόμενο να επιλέξει να εργαστεί στη Θεσσαλονίκη μεγάλο μέρος των αποφοίτων.

Τα πρώτα δύσκολα χρόνια

Η Ιατρική Σχολή κατάφερε να λειτουργήσει μετά από πολλές αντιξοότητες. Οι πρώτοι καθηγητές έρχονταν από την Αθήνα, ενώ η Σχολή, όπως σημειώνει ο κ. Μάνθος, είχε πλήρη έλλειψη υποδομών, κλινικών, εργαστηρίων, οργάνων προσωπικού, στελέχωσης, γραμματειακής υποστήριξης.

«Το μόνο που είχαν οι καθηγητές ήταν την ιδιότητα του καθηγητή. Όλοι ήταν εκλεγμένοι από καθηγητές της Ιατρικής των Αθηνών. Μάλιστα, το 1942 συνεδρίαζαν στην Αθήνα στα σπίτια των καθηγητών διότι δεν υπήρχε χώρος για τις συνεδριάσεις τους. Από τις αρχές του ’43 μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη και άρχισε σιγά σιγά η εγκατάσταση σε κάποια ερειπωμένα και εγκαταλελειμμένα κτίρια, όπου έγιναν κάποιες εργασίες, στις οποίες βοήθησαν και οι φοιτητές, κι έτσι ξεκίνησαν τα μαθήματα. Μετά την απελευθέρωση απολύθηκαν όλοι οι εργαζόμενοι της Σχολής και ακολούθησαν προσλήψεις και επαναξιολογήσεις, με βάση αυτά που είχε κάνει ο καθένας στη διάρκεια της Κατοχής. Αυτή η διαδικασία κράτησε πάνω από δεκαετία και αυτό αποτέλεσε ένα εμπόδιο για τη λειτουργία της Σχολής. Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση και μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, η Σχολή λειτούργησε με το 20-25% του δυναμικού της. Ενώ δηλαδή ξεκίνησε με 17-18 καθηγητές, τελικά έμειναν εδώ 5-6 καθηγητές, οι οποίοι δίδασκαν περιμένοντας την επαναξιολόγηση και την επανάκριση των νέων καθηγητών. Παρ’ όλα αυτά, από το ’48-’49 και μετά, η Σχολή όχι μόνο στήθηκε αλλά και εξυπηρέτησε και τους φοιτητές διδακτικά και τον πληθυσμό ιατρικά. Αλλά είχε και διεθνή προβολή διότι είχε πάρα πολύ πολλές διεθνείς σχέσεις με πολλά διάσημα ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού. Και επίσης αναγορεύτηκαν επίτιμοι διδάκτορες, διαπρεπείς επιστήμονες, όπως ο Αλέξανδρος Φλέμινγκ και η σύζυγός του Αμαλία, ο περίφημος καρδιοχειρουργός Μάικλ Ντι Μπέκι και άλλα σπουδαίοι επιστήμονες. Έγιναν επίσης πάρα πολλές ερευνητικές δράσεις με αντίστοιχες σχολές του εξωτερικού και από το 1950 αναγνωρίστηκε ως ισόβαθμη σχολή με Σχολές της Αγγλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών», προσθέτει ο κ. Μάνθος.

Η πρώτη επιτυχής μεταμόσχευση νεφρού στην Ελλάδα

Ο κ. Μάνθος σημειώνει πως παρότι τα χρόνια της δικτατορίας του ’67 αποτέλεσαν μια σκοτεινή καταδυναστευτική περίοδο, οι καθηγητές της Ιατρικής Σχολής λειτούργησαν με πλήρη επάρκεια του γνωστικού τους αντικειμένου και μάλιστα, το 1968, στη Σχολή έγινε η πρώτη επιτυχής μεταμόσχευση νεφρού στην Ελλάδα.

«Ηταν η πρώτη Ιατρική Σχολή στην Ελλάδα που έκανε μεταμόσχευση νεφρού. Αυτό σημαίνει ότι προϋπήρξε μια 15ετία πειραματικών χειρουργείων, τα οποία υπήρχαν και έγιναν με μεγάλο κόπο και μόχθο, με ιδιωτική χρηματοδότηση, ήταν η καινοτομία στην χειρουργική, ήταν η ανάνηψη, ήταν οι ειδικές τεχνικές της αγγειολογίας- αγγειοχειρουργικής, ήταν η μετεγχειρητική παρακολούθηση από ειδικούς νευρολόγους από την Α’ Παθολογική Κλινική του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ. Αυτό έγινε την περίοδο εκείνη και φυσικά δεν έγινε επειδή ήρθε η χούντα, έγινε διότι είχαν προηγηθεί 15 χρόνια τεράστιας προσπάθειας πειραματικής χειρουργικής. Από αυτό κέρδισε και η Ιατρική γιατί μετά αναθάρρησε η ομάδα μεταμόσχευσης και η Ιατρική Σχολή και προχώρησαν σε μεγαλύτερη εφαρμογή των μεταμοσχεύσεων», επισημαίνει ο κ. Μάνθος.

Αναφερόμενος δε στις καινοτομίες που έγιναν κατά την τελευταία 20ετία στην Ιατρική Σχολή, σημειώνει ότι λειτουργεί γραφείο εκπαίδευσης, ότι υπάρχει ετήσιο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών καθώς και στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης, το οποίο οργανώνεται και μετακυλίεται μέσα στον χρόνο, ότι ήταν η πρώτη Σχολή που έκανε εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση και ότι ήταν η πρώτη που εφάρμοσε το πρόγραμμα Erasmus.

Αυτόνομη Ιατρική Σχολή και νέο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο, ο μελλοντικός στόχος

«Η συμπλήρωση οκτώ δεκαετιών από την ίδρυση της Ιατρικής Σχολής αποτελεί ένα ορόσημο. Από το παρόν ακαδημαϊκό έτος, στο Τμήμα μας λειτουργεί το πρώτο αγγλόγλωσσο προπτυχιακό πρόγραμμα Ιατρικής στη χώρα, γεγονός που το καθιστά ένα πολύ μεγάλο διεθνές Ίδρυμα, στο οποίο φοιτούν πλέον φοιτητές από 13 χώρες από πέντε ηπείρους. Κι αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο επίτευγμα, το οποίο οφείλεται σε όλους τους προηγούμενους, οι οποίοι έφτασαν ως εδώ στο Τμήμα. Εμείς πλέον προσπαθούμε να δούμε μία αναβαθμισμένη Ιατρική Σχολή σε όλα τα επίπεδα. Έχουμε όμως και ένα πολύ μεγάλο μεταπτυχιακό πρόγραμμα, με 53 προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών και 21 προγράμματα εξειδίκευσης, τα οποία είναι μοναδικά στην Ελλάδα. Όλος ο κύκλος των φοιτητών και των καθηγητών προσεγγίζει τα 6000 άτομα», επισημαίνει ο πρόεδρος του Τμήματος Ιατρικής Κυριάκος Αναστασιάδης.

Ο κ. Αναστασιάδης τονίζει ότι ένα από τα σχέδια είναι να μετατραπεί το Τμήμα σε Ιατρική Σχολή. «Αυτό έχει ήδη αποφασιστείκαι από το Τμήμα μας αλλά και πριν από δύο μήνες και από τη Σύγκλητο και πλέον επαφίεται στο υπουργείο Παιδείας να γίνουμε σχολή διοικητικά. Eκτός από το εκπαιδευτικό κομμάτι υπάρχει και η διά βίου εκπαίδευση, την οποία θα τη συνταιριάξω με την έρευνα, η οποία είναι ο δεύτερος μεγάλος πυλώνας που έχουμε εμείς οι καθηγητές στο Πανεπιστήμιο. Η οποία έρευνα, στις μέρες μας, όχι απλώς δίνει ένα μεγάλο κομμάτι πρωτοπορίας στο Τμήμα Ιατρικής του ΑΠΘ, αλλά είναι επίσης ευτυχής περίσταση ότι αυτά το 80 χρόνια μας βρίσκουν πλέον με μία καινούρια Ειδική Μονάδα Βιοϊατρικής Έρευνας και Εκπαίδευσης, την ΕΜΒΙΕΕ, που είναι ένα πολύ μεγάλο Ινστιτούτο, το οποίο δημιουργήσαμε έτσι ώστε να συντονίζει όλη την ερευνητική δραστηριότητα των καθηγητών του Τμήματος μαζί με όλους τους ερευνητές, τα ινστιτούτα τη βιομηχανία και γενικά την αγορά εργασίας γύρω από τον χώρο μας», εξηγεί ο κ. Αναστασιάδης.

Σημειώνει ακόμη ότι ο σχεδιασμός προβλέπει τη δημιουργία ενός νέου, μεγάλου διασυνδεμένου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου, στο οποίο προβλέπεται να μετεγκατασταθεί το ΑΧΕΠΑ μαζί με την Ιατρική Σχολή, και θα είναι μοναδικό όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για την ευρύτερη περιοχή. «Αυτό είναι ακόμη σε φάση σχεδιασμού και σαφώς είμαστε σε επικοινωνία με την πολιτική ηγεσία, με την κυβέρνηση, για να μπει σε φάση εφαρμογής. Δηλαδή η έννοια του σχεδίου δεν είναι ότι είναι ακόμα όραμα, είναι έτοιμο να γίνει, απλώς θέλει την πολιτική βούληση για να υλοποιηθεί», προσθέτει ο κ. Αναστασιάδης.