Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι σημερινοί μαθητές είναι πολυσύνθετα και απαιτούν ολοκληρωμένες επιστημονικές προσεγγίσεις και όχι πρόχειρες και κακοσχεδιασμένες λύσεις, όπως ο θεσμός του «εκπαιδευτικού εμπιστοσύνης», που παρουσιάστηκε ως μεγάλη καινοτομία από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου παιδείας.

του Δημήτρη Νικηφόρου

Σπεύδω να τονίσω ότι ο όρος «εκπαιδευτικός εμπιστοσύνης», όπως εισάγεται με το υπό διαβούλευση Σ/Ν του υπουργείου παιδείας, είναι κατά τη γνώμη μου εντελώς άστοχος και άκρως προσβλητικός. Γιατί διαχωρίζει τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας και την δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε εμπιστοσύνης και μη, ενώ είναι προφανές ότι στο σύνολό τους (οφείλουν να) χαίρουν της εμπιστοσύνης των μαθητών τους.

Πέραν τούτου, το έργο που προβλέπεται για τον «εκπαιδευτικό εμπιστοσύνης» μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την πρόσληψη σχολικών ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών και γενικότερα πτυχιούχων των κοινωνικών επιστημών. Οι επιστήμονες αυτοί θα λειτουργούν ως σταθερή διεπιστημονική ομάδα, που θα έχει διακριτό ρόλο και έργο, θα εξυπηρετεί συγκεκριμένο αριθμό σχολείων και θα στέκεται δίπλα στους μαθητές αλλά και στους εκπαιδευτικούς.

Σοβαρά ζητήματα, όπως ο σχολικός εκφοβισμός, η επιθετικότητα, τα προβλήματα συμπεριφοράς, οι μαθησιακές δυσκολίες κ.ά. είναι αφελές ή και επικίνδυνο να θεωρείται ότι μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης ενός μόνο εκπαιδευτικού, που πιθανότατα δεν θα έχει σχετική εκπαίδευση ή μετεκπαίδευση. Ούτε βέβαια μια απλή επιμόρφωση είναι δυνατό να καταστήσει τους ήδη υπηρετούντες εκπαιδευτικούς ικανούς να διαχειριστούν με επιτυχία τέτοια θέματα.

Αν ήταν τόσο απλό, ο ρόλος του «εκπαιδευτικού εμπιστοσύνης» θα έπρεπε να ανατίθεται στους υπευθύνους τμημάτων, καθόσον μάλιστα αυτοί έρχονται σε επαφή με τους μαθητές του ίδιου σχολείου, αν όχι καθημερινά τουλάχιστον δύο έως τρεις φορές την εβδομάδα.
Βέβαια, η ανάθεση στους εκπαιδευτικούς πολλαπλών ρόλων, όχι πάντοτε σχετικών με το αντικείμενο των σπουδών τους, δεν είναι κάτι που χαρακτηρίζει ειδικά την εποχή μας. Συμβαίνει εδώ και δεκαετίες σε ολοένα και μεγαλύτερη έκταση. Και επειδή απουσιάζουν παντελώς από τα σχολεία μας οι διοικητικοί υπάλληλοι, επιλέγεται κάθε φορά ως εύκολη λύση η απαλλαγή από τις εξωδιδακτικές εργασίες.

 

Ίδια αντιμετώπιση θεωρείται βέβαιο ότι θα έχουν και οι «εκπαιδευτικοί εμπιστοσύνης», αν – ο μη γένοιτο- γίνει δεκτό ως έχει το άρθρο 38 του Σ/Ν. Τέλος, δεν πρέπει να μείνει ασχολίαστη η προχειρότητα με την οποία η ηγεσία του υπουργείου νομοθετεί για ιδιαίτερα σοβαρά θέματα. Η προβλεπόμενη διαδικασία επιλογής του «εκπαιδευτικού εμπιστοσύνης» περιλαμβάνει: πρόταση του συλλόγου διδασκόντων κάθε σχολείου (που είναι δεσμευτική διοικητικά), εισήγηση του διευθυντή (που προεδρεύει του συλλόγου διδασκόντων) και απόφαση ενός μη διοικητικού οργάνου (του Συντονιστή εκπαιδευτικού έργου – παιδαγωγικά υπεύθυνου της σχολικής μονάδας). Και κάτι άλλο, εξίσου παράδοξο: Τον «εκπαιδευτικό εμπιστοσύνης» συνεπικουρούν (!) στο έργο του ο Συντονιστής εκπαιδευτικού έργου – παιδαγωγικά υπεύθυνος της σχολικής μονάδας, ο Διευθυντής της σχολικής μονάδας, τα μέλη του συλλόγου διδασκόντων, ο Διευθυντής Εκπαίδευσης και το Κ.Ε.Σ.Υ.