Τι είναι υποκειμενικότητα και τι αντικειμενικότητα; Ποια η σχέση μεταξύ τους; Υπάρχει σαφής διαχωρισμός τους; Πώς εκφράζει και προσλαμβάνει ο άνθρωπος αυτές τις δύο καταστάσεις;

Του

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας να είναι ο βαθμός της αλήθειας τους˙ με τη δεύτερη να είναι απόλυτα πραγματική, ενώ η πρώτη θεωρείται ότι συναρτάται με τα διαφορετικότητα του (κάθε) ανθρώπου.

Υπάρχει ισχυρή «κοινωνική συμφωνία» ότι η φυσική πραγματικότητα αντιστοιχεί στο πεδίο της αντικειμενικότητας. Τι γίνεται όμως με την κοινωνική πραγματικότητα, η οποία είναι διαρκώς μεταβαλλόμενη από την πράξη του ανθρώπου αλλά και έντονα ποικιλόμορφη από τη διαφορετική θεώρηση του κάθε ανθρώπου; Και έτι περαιτέρω, τι γίνεται με την υποκειμενικότητα ενός ανθρώπου, είναι αντικειμενικότητα για τον άλλο άνθρωπο; Ίσως και να προκάλεσα περισσότερη σύγχυση παρά να έθεσα κάποια βάση ερμηνείας.

Βέβαια οποιαδήποτε προσέγγιση του θέματός μας περικλείει αναγκαστικά τον τρόπο σκέψης μας. Αν θέσουμε σε μια πρόχειρη συγκριτική ματιά τα δύο μεγάλα ρεύματα της ανθρώπινης σκέψης, τον υλισμό και τον ιδεαλισμό, θα έχουμε εξ αρχής άλλο δρόμο θεώρησης. «Η διαφορά τους έγκειται στη σχέση του «είναι», δηλαδή της πραγματικότητας με το πνεύμα, δηλαδή τη σκέψη. Οι υλιστές ισχυρίζονται, ότι τα πράγματα επηρεάζουν την σκέψη. Η φυσική πραγματικότητα δεν μπορεί να αλλάξει από την σκέψη, αλλά από τους δικούς τους κανόνες. Οι ιδεαλιστές ισχυρίζονται, ότι η σκέψη επηρεάζει τα πράγματα»[i].

Η υποκειμενικότητα δεν έχει μόνο προσωπική θεώρηση και βάση, αλλά επιπλέον είναι και μεταβλητή. Δεν είναι λίγες οι φορές που εμείς οι ίδιοι διαπιστώνουμε να μετασχηματίζεται και να αλλάζει η θεώρησή μας για ένα αντικείμενο ή για ένα γεγονός ή για μια κατάσταση ανάλογα με τις σχετικές γνώσεις που έχουμε γι’ αυτά ή και ανάλογα με το ψυχικό και συναισθηματικό μας στάτους. Τότε αντιλαμβανόμαστε τη σχετικότητα της θεώρησής μας και νιώθουμε μια ανάλογη αβεβαιότητα και ανασφάλεια ακόμα και ως προς τη δυνατότητα της σκέψης μας και του ορθολογισμού μας.

Από την άλλη πλευρά, μπορεί να φανταστεί κανείς το πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς την πλαστικότητα της υποκειμενικότητας, χωρίς τη δική μας / μοναδικά δική μας ερμηνεία των πραγμάτων; Κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να συγκροτήσει το δικό του εσωτερικό κόσμο και το δικό του κοσμοείδωλο χωρίς την προσωπική ελαστικότητα στην πρόσληψη και στην προσέγγιση της πραγματικότητας.

Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι πολλαπλές όψεις της υποκειμενικότητας προκύπτουν και διακλαδίζονται από έναν «βασικό κορμό», ο οποίος είναι το πεδίο της αντικειμενικότητας. Αλλά πάντα η θέαση του «βασικού κορμού» είναι η διαφορετική γωνία πρόσληψης που δίνει κάθε «παρακλάδι» του «κορμού». Μπορούν να συμφωνήσουν δύο παρατηρητές που βλέπουν ένα ηλιοβασίλεμα, για παράδειγμα, αλλά η περιγραφή που θα κάνουν γι’ αυτό εμπεριέχει αναπόφευκτα την ξεχωριστά δική τους κουλτούρα, την ψυχοσύνθεσή τους, τον τρόπο ζωής τους κλπ.

Μπορούμε να θεωρήσουμε λοιπόν την υποκειμενικότητα ως το πεδίο επί του οποίου θα τεχνοτροπήσουμε τη δική μας εικόνα, το δικό μας κάθε φορά «κοίταγμα» του κόσμου. Δεν θα ήταν η απόλυτη τυραννία, αν δεν συνέβαινε αυτό, αν δηλαδή όλοι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν μια στερεότυπη εικόνα της αντικειμενικότητας;

Εκείνο που – κατά τη γνώμη – είναι άκρως αναγκαίο είναι η κατάκτηση εκείνης της νοοτροπίας που θα μας καθοδηγεί σε μια σχετικότητα του λόγου μας (ο οποίος είναι και ο κύριος εκφραστής της υποκειμενικότητάς μας) και θα μας δίνει τη δυνατότητα να συνδιαλεγόμαστε ουσιαστικά σε ένα κοινό πεδίο με τους άλλους ανθρώπους και μέσω του διαλόγου να ανταλλάσσουμε τις θεωρήσεις μας και να απολαμβάνουμε την ομορφιά της υποκειμενικότητας μέσα από την ποικιλομορφία των εκφράσεών της.

Αλλά – για να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας – κατά πόσο η δική μας θεώρηση είναι απόλυτα δική μας, δηλαδή η προσωπική κατασκευή της υποκειμενικότητας κατά πόσο εμπεριέχει μόνο τη δική μας ματιά; Εδώ ανακύπτουν νέα ζητήματα, αφού το προσωπικό πεδίο αναφοράς έχει πάντα κοινωνική και πολιτισμική καταγωγή.

Η ίδια η γλώσσα μας, η εκπαίδευσή μας και η γενικότερη μόρφωσή μας και η κουλτούρα μας δεν περικλείουν άφθονα κοιτάσματα από περιοχές που βρίσκονται στα σύνορα υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας; Ο Γάλλος ποιητής Αρθούρ Ρεμπώ ισχυριζόταν ότι «Εγώ είναι άλλος» εννοώντας φυσικά ότι είναι πολύ δύσκολο να έχει κανείς δική του γνώμη, την απόλυτα δική του γνώμη.

Αν πάμε στους ορίζοντες της Τέχνης, εδώ οι σχέσεις υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας αλλάζουν ισορροπίες και η όποια προσέγγισή μας μεταβάλλει τα παραδοσιακά εργαλεία ανάλυσης. Το υποκειμενικό και το αντικειμενικό στην Τέχνη δεν οριοθετούνται εύκολα – γιατί η Τέχνη είναι ένα άλλο σύμπαν πέραν της φυσικής και της κοινωνικής πραγματικότητας – και συχνά συμφύρονται και συναιρούνται μεταξύ τους.

Δεν γνωρίζω αν μπορούν να διευκρινιστούν απόλυτα οι σχέσεις μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας. Αντίθετα θεωρώ ότι οι όποιες απροσδιοριστίες και αβεβαιότητες προσδίδουν ένα όμορφο πεδίο διαρκούς στοχασμού – προσωπικού και συλλογικού – και τη γοητεία να αναζητάς ξανά και ξανά κάτι που είναι διαρκώς αξιερώτητο και που δεν … θέλει να δώσει οριστικές απαντήσεις!

 

[i] http://nomika-analata.blogspot.gr/2013/06/blog-post_30.html