Με κοινή αφετηρία ότι υπάρχει περιθώριο για αυξήσεις στον , οι κοινωνικοί εταίροι και οι επιστημονικοί φορείς που συμμετέχουν στη διαδικασία καθορισμού του, για το 2026, συγκλίνουν τελικά σε αυξήσεις γύρω στο 4%.

 

Σύμφωνα με την Καθημερινή, το βάρος της τελικής απόφασης πέφτει στην κυβέρνηση, με μόνη τη ΓΣΕΕ, που πέρυσι δεν συμμετείχε στη διαδικασία, να προτείνει φέτος μια γενναία αναπροσαρμογή που θα πλησίαζε το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η «Κ» αποκαλύπτει σήμερα τις τελικές προτάσεις των φορέων και επιστημονικών ινστιτούτων που συμμετέχουν στη διαδικασία, όπως έχουν κατατεθεί στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), με την πλειονότητα να τοποθετεί το εύρος της αύξησης μεταξύ 2,5% και 5%, με το 4%, που αντιστοιχεί σε 35 ευρώ, να αναδεικνύεται σε κοινό σημείο αναφοράς.

Μέσος μισθός 1.362,66 ευρώ μεικτά το 2025

Το ΙΟΒΕ εισηγείται μια «συνετή» αύξηση 2,5%-3,5%, βασισμένη στον πληθωρισμό και στην αναμενόμενη άνοδο της παραγωγικότητας, υπογραμμίζοντας ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να αποτελέσει το βασικό εργαλείο γενικευμένης αύξησης των .

ΔΕΙΤΕ 

Τι προτείνουν οι φορείς για τον κατώτατο μισθό 2026

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εκτιμά ότι, υπό συνθήκες αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, υπάρχει περιθώριο για αύξηση έως 4% από την 1η Απριλίου 2026, προκειμένου να προστατευθεί η αγοραστική δύναμη χωρίς να διακυβευτεί η ανταγωνιστικότητα. Μάλιστα, στην πρότασή της η ΤτΕ διαπιστώνει την ισχυρή διάχυση του κατώτατου προς τον μέσο μισθό, επισημαίνοντας ότι κάθε μία ποσοστιαία μονάδα αύξηση στον κατώτατο, οδηγεί σε 0,55 της μονάδας αύξηση και στον μέσο μισθό. Και προειδοποιεί ότι οι υπερβολικές αυξήσεις κρύβουν κινδύνους, όπως η αύξηση του πληθωρισμού αλλά και της αδήλωτης εργασίας.

Το ΚΕΠΕ τοποθετεί το εύρος λίγο ψηλότερα, μεταξύ 3,5% και 5%, επισημαίνοντας ωστόσο ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε σχετικά υψηλό επίπεδο σε σχέση με τον διάμεσο μισθό και ότι αυξήσεις πάνω από το 4% ενδέχεται να επιβαρύνουν το μοναδιαίο κόστος εργασίας, ιδίως για τις μικρές επιχειρήσεις.

ΔΕΙΤΕ 

Το εύρος της αύξησης κινείται μεταξύ 2,5% και 5%, με το 4%, που αντιστοιχεί σε 35 ευρώ, να αναδεικνύεται σε κοινό σημείο αναφοράς.

Αντίστοιχα, το ΙΝΣΕΤΕ προτείνει αύξηση 4%, με τον κατώτατο να προσεγγίζει τα 915 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τις αντοχές της οικονομίας και την ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητας σε κλάδους έντασης εργασίας, όπως είναι ο τουρισμός.

Οι εργοδοτικοί φορείς (ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΒΕ) αποδέχονται κατ’ αρχήν μια αύξηση του κατώτατου μισθού, θέτοντας όμως σαφείς προϋποθέσεις: σύνδεση με την παραγωγικότητα και τον πληθωρισμό, καθώς και αντισταθμιστικά μέτρα, όπως η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, φοροελαφρύνσεις και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις για επιχειρήσεις και εργαζομένους. Συγκεκριμένα, η ΓΣΕΒΕΕ θέτει ως προϋπόθεση η αύξηση να συνοδεύεται από μείωση μη μισθολογικού κόστους και ζητεί την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, μείωση της προκαταβολής φόρου και αποσύνδεση του κατώτατου από την τεκμαρτή φορολόγηση. Η ΕΣΕΕ αποδέχεται αύξηση μέχρι του ποσοστού που αντιστοιχεί σε παραγωγικότητα της εργασίας και πληθωρισμό, ήτοι πέριξ του 4%, και καταθέτει γραπτώς την πρότασή της για επαναγορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Ο ΣΒΕ κάνει λόγο για λελογισμένη αύξηση με όρους τη μη επιβάρυνση του κόστους αλλά και χωρίς να επιδεινώνονται τα ποσοστά πληθωρισμού και ανεργίας, και ζητεί υποχρεωτικά φοροελαφρύνσεις, μείωση των εισφορών και επιδότηση της ενέργειας.

Στον αντίποδα, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ δεν προτείνει ποσοστιαία αύξηση, αλλά θέτει ως κεντρικό σημείο αναφοράς τον κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης, τον οποίο εκτιμά στα 1.052 ευρώ μεικτά για το 2026 (60% του διάμεσου μισθού). Μάλιστα ξεκαθαρίζει πως ορίζει το κοινωνικά αναγκαίο σημείο αναφοράς του κατώτατου μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης και ότι το ποσοστό με βάση το οποίο ο τρέχων κατώτατος μισθός θα προσαρμοζόταν σε αυτό το επίπεδο θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο συλλογικής διαπραγμάτευσης.

Πλέον, αναμένουμε την κωδικοποίηση των προτάσεων, οι οποίες μετά και την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των φορέων, θα φθάσουν στο υπουργείο Εργασίας. Τον τελευταίο λόγο, άλλωστε, έχει η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, σύμφωνα με την οποία, η δέσμευση της κυβέρνησης για κατώτατο μισθό στα 950 έως το 2027 ισχύει στο ακέραιο.