Σφοδρή κριτική στο νομοσχέδιο για την ανώτατη σχολή παραστατικών τεχνών – Καταγγελίες για έλλειψη διαλόγου
Πίνακας περιεχομένων
Σοβαρές αντιδράσεις στην ακαδημαϊκή κοινότητα προκαλεί το νομοσχέδιο για την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, με τη Συσπείρωση Πανεπιστημιακών να καταγγέλλει διαδικασίες που, όπως επισημαίνει, εξελίχθηκαν χωρίς ουσιαστική διαβούλευση και με αποκλεισμό των αρμόδιων επιστημονικών φορέων.
Όπως υπογραμμίζεται σε σχετική ανακοίνωση, οι επιλογές που περιλαμβάνονται στο σχέδιο νόμου εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία, τη δομή και τη διαφάνεια του νέου ιδρύματος, ενώ διατυπώνεται σαφές αίτημα για απόσυρσή του και επανεκκίνηση της συζήτησης με τη συμμετοχή της πανεπιστημιακής κοινότητας.
H ανακοίνωση για το νομοσχέδιο ίδρυσης Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών:
Η προώθηση του νομοσχεδίου για την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών δημιουργεί βαθιά ανησυχία στην ακαδημαϊκή κοινότητα, όχι μόνο για το περιεχόμενό του, αλλά και για τις πρωτοφανείς διαδικασίες μέσω των οποίων εισάγεται προς ψήφιση χωρίς την παραμικρή διαβούλευση με την ακαδημαϊκή κοινότητα. Από την αρχή της διαδικασίας, οι εκπρόσωποι των καλλιτεχνικών Τμημάτων των ελληνικών πανεπιστημίων αποκλείστηκαν συστηματικά από κάθε ουσιαστική συμμετοχή.
Παρά τα επανειλημμένα και επίμονα διαβήματά τους, δεν κλήθηκαν να συμμετάσχουν ούτε στην Ομάδα Εργασίας του Υπουργείου Πολιτισμού που συγκροτήθηκε τον Ιανουάριο του 2026 για τη διαμόρφωση εθνικής πολιτικής στην καλλιτεχνική εκπαίδευση, ούτε στην αντίστοιχη ομάδα του Υπουργείου Παιδείας για τη διαβάθμιση των τίτλων σπουδών. Την ίδια στιγμή, τα πορίσματα και τα συμπεράσματα αυτών των επιτροπών ουδέποτε κοινοποιήθηκαν, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα. Ακόμη πιο προβληματικό είναι το γεγονός ότι δεν δόθηκε ποτέ στη δημοσιότητα η μελέτη σκοπιμότητας για την ίδρυση του νέου ιδρύματος, η οποία κόστισε 37.200 Eυρώ. Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη μιας διαδικασίας που εξελίχθηκε συνειδητά ερήμην της ακαδημαϊκής κοινότητας, γεγονός που εύλογα γεννά την πεποίθηση ότι η απουσία της δεν ήταν τυχαία, αλλά επιδιωκόμενη. Προκαλεί εύλογη απορία και έντονη δυσαρέσκεια το γεγονός ότι, παρά τα επίμονα αιτήματα τόσο της ακαδημαϊκής κοινότητας όσο και κομμάτων της αντιπολίτευσης, δεν υπήρξε πρόσκληση εκπροσώπων της στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, η οποία έχει ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία διαβούλευσης του νομοσχεδίου.
Οι προβληματικές επιλογές του ίδιου του νομοσχεδίου επιβεβαιώνουν την πρόθεση της κυβέρνησης να νομοθετήσει πέρα και εκτός της ελληνικής και της διεθνούς ακαδημαϊκής πραγματικότητας. Η πρόβλεψη για ένα ανώτατο ίδρυμα με εγκαταστάσεις σε δύο γεωγραφικά απομακρυσμένες και μη όμορες περιφέρειες συνιστά πρωτοφανή απόκλιση από τη μέχρι σήμερα λογική οργάνωσης του ακαδημαϊκού χάρτη. Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν αναπτυχθεί σε συνάρτηση με τις περιφέρειες στις οποίες εδρεύουν, συμβάλλοντας καθοριστικά στην τοπική ανάπτυξη και συνοχή. Η επιλογή αυτή όχι μόνο ανατρέπει αυτή την αρχή, αλλά δημιουργεί και συνθήκες συνειδητής υποβάθμισης και υπονόμευσης εις βάρος των υπολοίπων ΑΕΙ, τα οποία δεσμεύονται από σαφείς γεωγραφικούς περιορισμούς. Ταυτόχρονα, η διακηρυγμένη «διακαλλιτεχνικότητα» του εγχειρήματος ακυρώνεται στην πράξη, όταν Τμήματα του ίδιου ιδρύματος τοποθετούνται σε πόλεις που απέχουν μεταξύ τους 500 χιλιόμετρα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις προβλέπεται η συνύπαρξη ομοειδών Τμημάτων στην ίδια πόλη χωρίς προφανή ακαδημαϊκή ή χωροταξική λογική.
Αντί να εξεταστούν λύσεις που θα ενίσχυαν το ήδη υπάρχον πανεπιστημιακό οικοσύστημα, επιλέχθηκε η δημιουργία ενός εξ ολοκλήρου νέου ιδρύματος, χωρίς να αξιολογηθεί σοβαρά η δυνατότητα ένταξης υφιστάμενων καταξιωμένων καλλιτεχνικών σχολών – όπως εκείνων του Εθνικού Θεάτρου, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος ή του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης – σε ήδη λειτουργούντα πανεπιστήμια που διαθέτουν σχετική εμπειρία και υποδομές. Μια τέτοια προσέγγιση θα επέτρεπε την ομαλή ακαδημαϊκή ενσωμάτωση, τη βέλτιστη αξιοποίηση πόρων και τη θεσμική κατοχύρωση του ανθρώπινου δυναμικού, προσφέροντας ταυτόχρονα σαφείς προοπτικές εξέλιξης τόσο για το διδακτικό προσωπικό όσο και για τους σπουδαστές αυτών των σχολών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι ρυθμίσεις για την επιλογή διδακτικού προσωπικού. Το νομοσχέδιο φαίνεται να αντιμετωπίζει την ανώτατη καλλιτεχνική εκπαίδευση ως πεδίο χωρίς ήδη διαμορφωμένα ακαδημαϊκά δεδομένα, αγνοώντας ότι τα σχετικά Τμήματα λειτουργούν στην Ελλάδα εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες και έχουν αναδείξει μεγάλο αριθμό αποφοίτων με υψηλά προσόντα, εντός και εκτός χώρας. Παρά ταύτα, εισάγεται η δυνατότητα εκλογής μελών ΔΕΠ χωρίς ακόμη και βασικό πανεπιστημιακό τίτλο, υπερβαίνοντας ακόμη και τις ήδη υφιστάμενες εξαιρέσεις του νομικού πλαισίου. Η πρόβλεψη αυτή, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή εξωθεσμικών παραγόντων στα εκλεκτορικά σώματα και τη θεσμοθέτηση ενός ισχυρού καλλιτεχνικού συμβουλίου με αποφασιστικές αρμοδιότητες, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς τη διαφάνεια, την αξιοκρατία και την ισονομία των διαδικασιών. Οι μεταβατικές ρυθμίσεις, που επιτρέπουν για περιορισμένο χρονικό διάστημα ακόμη λιγότεΡα τυπικά προσόντα, εντείνουν περαιτέρω αυτές τις ανησυχίες.
Αντίστοιχα προβληματικές είναι και οι ρυθμίσεις για τον αριθμό εισακτέων. Η πρόβλεψη για εξαιρετικά μικρό αριθμό φοιτητών ανά Τμήμα δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα και την ακαδημαϊκή δυναμική των προγραμμάτων σπουδών, ενώ η ταυτόχρονη πρόβλεψη για σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό εισακτέων σε συγκεκριμένο Τμήμα της ίδιας Σχολής καταδεικνύει έλλειψη ενιαίας λογικής σχεδιασμού. Η δε χρήση της διατύπωσης «έως» αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη μεγαλύτερων αποκλίσεων, χωρίς σαφή κριτήρια.
Περαιτέρω αντιφάσεις προκύπτουν και ως προς τη δυνατότητα κατάταξης αποφοίτων ανώτερων καλλιτεχνικών σχολών. Από τη μία πλευρά προβλέπεται η δυνατότητα άμεσης κατάταξης σε ποσοστό επί των εισακτέων και από την άλλη η υποχρέωση συμμετοχής σε κατατακτήριες εξετάσεις για την ίδια κατηγορία υποψηφίων, ενώ ταυτόχρονα δεν διασφαλίζεται αντίστοιχη δυνατότητα ένταξης στο ίδιο το υπό ίδρυση ίδρυμα. Οι ρυθμίσεις αυτές δημιουργούν σύγχυση και άνιση μεταχείριση.
Αναγνωρίζεται ως θετική η πρόβλεψη για τη δημιουργία ενός ακαδημαϊκού διαδρόμου μέσω κατατακτηρίων εξετάσεων για αποφοίτους ανώτερης καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, η μεμονωμένη αυτή πρόβλεψη δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τις πολλαπλές αδυναμίες του νομοσχεδίου.
Η ουσιαστική αναβάθμιση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης αποτελεί κοινό στόχο. Μπορεί όμως να επιτευχθεί μόνο μέσα από
την ενίσχυση των υφιστάμενων πανεπιστημιακών Σχολών και Τμημάτων σε κατευθύνσεις που δεν καλύπτονται (για παράδειγμα στον τομέα των Παραστατικών Τεχνών),
την ίδρυση νέων Τμημάτων όπου υπάρχουν πραγματικά κενά εντός των πανεπιστημίων της χώρας (για παράδειγμα στον τομέα του χορού),
τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου και δίκαιου συστήματος εισαγωγής που να ανταποκρίνεται στα δεδομένα των καλλιτεχνικών σπουδών.
Η ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ καλεί σε απόσυρση του νομοσχεδίου. Η κυβέρνηση οφείλει να επανεξετάσει το ζήτημα με όρους διαφάνειας, θεσμικής συνέπειας και ουσιαστικού διαλόγου με την ακαδημαϊκή κοινότητα. Η παράκαμψή της δεν μπορεί να αποτελεί βάση για μια τόσο κρίσιμη μεταρρύθμιση.
22 4 2026
Ακολουθείστε το iPaidia στο Google News
Tελευταίες Ειδήσεις για την Παιδεία και την εργασία στο iPaidia.gr