ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ
Η 7η Κυριακή από το Πάσχα σήμερα και η Αγία μας Εκκλησία τιμά την εορτή των 318 Θεοφόρων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.) και την ιερή μνήμη των Οσίων Ονουφρίου και Πέτρου των εν Άθω.
Η Κυριακή αυτή ονομάζεται Κυριακή των Αγίων Πατέρων,
γιατί, μετά την Δεσποτική εορτή της Αναλήψεως, κατά την οποία ανελήφθη εν δόξη ο ενανθρωπήσας Κύριος και Θεός μας, ο σταυρόν και θάνατον και ταφήν υπομείνας και Αναστάς εκ του τάφου ως Θεός Παντοδύναμος, τιμώνται, όπως είπαμε οι Άγιοι και Θεοφόροι 318 Πατέρες της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι εδογμάτισαν με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος το δόγμα της Θεότητος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Το δόγμα αυτό είναι μέγα και θεμελιώδες. Είναι η «ραχοκοκκαλιά» θα λέγαμε και το πρωταρχικό όλων των δογμάτων της Αγίας μας Εκκλησίας, το «εκ των ων ουκ άνευ» δόγμα. Διότι χωρίς αυτό κλονίζεται το κεφαλαιώδες δόγμα της Τριαδικής Θεότητος, της Θεότητος της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου Τριάδος, καταρρίπτεται το ιερό Σύμβολο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και καταθρυμματίζεται το θείο και σωτήριο μήνυμα του Ιερού Ευαγγελίου και της αποκαλύψεως της αγίας και θεοπαραδότου Πίστεώς μας.

Η Α´ Αγία και Οικουμενική Σύνοδος εστράφη, κατά τους Κανονολόγους Ζωναρά και Βαλσαμώνα, εναντίον του Αρείου, ο οποίος έγινε Πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας και εξεστόμισε βλασφημία κατά του Υιού του Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, λέγοντας ότι δεν είναι ομοούσιος (της αυτής ουσίας) με τον Θεόν και Πατέρα, αλλ᾽ότι είναι κτίσμα (δημιούργημα). Και ότι υπήρχε χρόνος, που ήταν ανύπαρκτος. Αυτόν (τον αιρεσιάρχη Άρειο) τον καθήρεσε η Αγία αυτή Σύνοδος και τον αναθεμάτισε μαζί με τους ομόφρονές του αιρετικούς. Εδογμάτισε δε ότι ο Υιός (και Λόγος του Θεού) είναι ομοούσιος με τον Θεόν Πατέρα, και είναι Θεός αληθινός, και Δεσπότης, και Κύριος, και Κτίστης και Δημιουργός όλων ανεξαιρέτως των κτιστών, όλων των δημιουργημάτων. Αλλά δεν είναι κτίσμα, ούτε δημιούργημα.

Αυτήν την τρανή και σώζουσα αλήθεια διατρανώνει ο άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης μαζί με την χορεία των λοιπών Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας και είναι διάχυτη εις την Καινήν Διαθήκην, τα Αγιοπατερικά συγγράμματα και την δογματική διδασκαλία των Αγίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Ιδού τι λέγει ο θείος Απόστολος Ιωάννης στην Α´ Καθολική Επιστολή του: (αποδίδουμε στην απλή γλώσσα το ιερό κείμενο): «…Και αυτή είναι η εντολή Του: να πιστεύουμε εις το όνομα του Υιού αυτού Ιησού Χριστού και να αγαπάμε ο ένας τον άλλον, σύμφωνα με την εντολή που μας έδωσε. Όποιος τηρεί τας εντολάς Του, μένει εν τω Θεώ και ο Θεός εν αυτώ. Και με τούτο γνωρίζουμε ότι μένει μέσα μας: από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο μας έδωκε» (Α´ Ιωάν. 3, 23-24).

Και σε άλλο σημείο: «…. Με τούτο γνωρίζουμε ότι μένουμε εν αυτώ (εν τω Χριστώ) και αυτός μέσα μας, διότι μας έδωκε από το Πνεύμα Του. Και εμείς έχουμε ιδή και μαρτυρούμε ότι ο Πατέρας έστειλε τον Υιόν Σωτήρα του κόσμου. Όποιος ομολογήση ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού ο Θεός μένει μέσα σ᾽αυτόν και αυτός μέσα στον Θεό» (Α´Ιωάν. 4, 13-15).

Και ένα ακόμη μικρό απόσπασμα από την Αποστολική αυτή περικοπή: «Όποιος πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, έχει γεννηθή από τον Θεό και όποιος αγαπά τον γενήτορα, αγαπά κι εκείνον που έχει γεννηθή από αυτόν. Και έτσι γνωρίζουμε ότι, όταν αγαπάμε τον Θεόν και τηρούμε τας εντολάς του, και οι εντολές του δεν είναι βαρειές, διότι κάθε τι που έχει γεννηθή από τον Θεό, νικά τον κόσμο. Και αυτή είναι η νίκη, που ενίκησε τον κόσμο, η πίστις μας. Ποιός είναι εκείνος που νικά τον κόσμο, παρά μόνο εκείνος που πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού. Όποιος έχει τον Υιόν, έχει την ζωήν – όποιος δεν έχει τον Υιόν του Θεού, δεν έχει την ζωήν». (Α´ Ιωάν. 5, 1-5, 12).

Στη συνέχεια θα παραθέσουμε ένα εύγλωτο και διδακτικό παράδει­γμα, που αναφέρεται στην πίστι και την ομολογία της Θεότητος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

«Ένας ιεροκήρυξ, ομιλώντας στους στρατιώτες, ρώτησε, αν ντρέπωνται να φορούν την στολή και το εθνόσημο που τους προσδιορίζει ποιάς πατρίδος είναι.

-Όχι, απάντησαν όλοι με μια φωνή. Χαρά μας να υπηρετούμε την πατρίδα και να ομολογούμε πως είμαστε τα στρατευμένα παιδιά της.

Ο ιεροκήρυξ εκ νέου ερωτά.

-Μήπως ντρέπεσθε που είσθε χριστιανοί;

Νεκρική σιγή ακολούθησε. Την σιωπή, όμως, την έλυσε ένας στρατιώτης.

-Όχι, πάτερ, εγώ αισθάνομαι χαρά, γιατί είμαι χριστιανός και νοιώθω την καρδιά μου λυτρωμένη από τον Κύριο. Την πίστι μου στον Χριστό αισθάνομαι την ανάγκη να την ομολογήσω και τώρα.

Αδελφέ μου, μπορείς και συ να αισθάνεσαι χαρά και να ομολογής πως είσαι χριστιανός; Η ιδιότητα του χριστιανού περιποιεί τιμή και δεν επιφέρει ατιμία. Η κοσμοφοβία, πολλές φορές, μας κάμνει να στεκόμαστε σαν παγωμένοι μπροστά σε ανθρώπους, που θα μπορούσαμε με θάρρος να ομολογήσουμε πως είμαστε και μεις στρατιώται του Χριστού».

Έπειτα από όσα είπαμε για την εορτή των Αγίων Πατέρων και την τιμή της Αγίας μας Εκκλησίας προς αυτούς για την διατύπωσι του θεμελιώδους δόγματος της Θεότητος του Χριστού, ύστερα από την πνευματική διείσδυσι στα υψηλά και θεία νοήματα της Αρχιερατικής Προσευχής του Κυρίου μας, μια νύκτα πριν από το Σταυρικό Πάθος του Σωτήρα μας και μετά από το διδακτικό παράδειγμα που παραθέσαμε και ενισχύει την πίστι και την ομολογία της Θεότητος του Ιησού Χριστού, το μήνυμα της σημερινής Κυριακής είναι η πλήρης αποδοχή της θείας ιδιότητος και αποστολής του Θεανθρώπου Κυρίου μας Ιησού Χριστού ως Σωτήρος, Λυτρωτού και ευεργέτου του κόσμου και της ανθρωπότητος, του μόνου αληθινού και ευλογητού Κυρίου μας και Θεού ημών, «Ον παίδες ευλογείτε, ιερείς ανυμνείτε, λαός υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας».
† Ο Κυθήρων Σεραφείμ