Πίνακας περιεχομένων

Η σύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης με την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, και ειδικότερα του ΦΠΑ, θεωρείται συχνά αυτονόητη. Ωστόσο, μια νέα μελέτη του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) φωτίζει τις πραγματικές δυναμικές που διαμορφώνουν τις εισπράξεις του κράτους από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, αποκαλύπτοντας ότι τα πράγματα είναι αρκετά πιο σύνθετα.

Όπως προκύπτει από τα συμπεράσματα της μελέτης, και παρουσιάζει το η άνοδος του ΑΕΠ δεν συνεπάγεται αυτόματη ή ανάλογη αύξηση των εσόδων από ΦΠΑ. Αντιθέτως, ο πιο σταθερός και προβλέψιμος παράγοντας που επηρεάζει τα έσοδα είναι η ιδιωτική κατανάλωση. Όσο περισσότερα ξοδεύουν τα νοικοκυριά, τόσο περισσότερα φορολογικά έσοδα εισπράττει το Δημόσιο μέσω του ΦΠΑ, ανεξάρτητα από την ευρύτερη πορεία της οικονομίας.

Δεν αποδίδουν πάντα οι αυξήσεις στους συντελεστές ΦΠΑ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση της μελέτης σε σχέση με την επίδραση των υψηλών συντελεστών ΦΠΑ. Αν και συχνά επιλέγονται από τις κυβερνήσεις ως μέτρο για την άμεση ενίσχυση των εσόδων, οι αυξήσεις στους συντελεστές δεν εγγυώνται θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Πολλές φορές, οι επιχειρήσεις απορροφούν μέρος της αύξησης αντί να την μετακυλίσουν πλήρως στους καταναλωτές, υπό τον φόβο μείωσης της ζήτησης. Αντίστοιχα, οι καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές τους, οδηγώντας σε υποχώρηση της κατανάλωσης και, κατ’ επέκταση, σε μειωμένα έσοδα ΦΠΑ.

Κενά στη δομή του ελληνικού ΦΠΑ και το υψηλό policy gap

Η ίδια η δομή του ελληνικού συστήματος ΦΠΑ περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εικόνα. Σημαντικός αριθμός αγαθών και υπηρεσιών υπάγεται σε μειωμένους συντελεστές ή εξαιρείται πλήρως από τον φόρο, γεγονός που οδηγεί σε διεύρυνση του λεγόμενου «policy gap». Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η διαφορά μεταξύ των δυνητικών και των πραγματικών εσόδων λόγω αυτών των πολιτικών επιλογών φτάνει το 56,3%, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ε.Ε. Από το ποσοστό αυτό, το 42% αποδίδεται στις απαλλαγές και το 14,3% στους μειωμένους συντελεστές.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα: Φοροδιαφυγή και μη συμμόρφωση

Επιπλέον, η εικόνα επιβαρύνεται από τη φοροδιαφυγή και τη μη συμμόρφωση, που παραμένουν διαχρονικά προβλήματα στην ελληνική οικονομία. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι μόνο το 37,5% του ΦΠΑ που θεωρητικά θα μπορούσε να εισπραχθεί φτάνει πράγματι στα δημόσια ταμεία, ενώ το υπόλοιπο χάνονται είτε λόγω θεσμικών εξαιρέσεων είτε εξαιτίας παραβατικής συμπεριφοράς.

Οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ συντελούν στην αύξηση των εσόδων;

Η επέκταση της χρήσης POS, η εφαρμογή του ηλεκτρονικού συστήματος myDATA και η θέσπιση ηλεκτρονικής τιμολόγησης αποτελούν θετικά βήματα προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της συμμόρφωσης και του ελέγχου. Παρ’ όλα αυτά, όπως επισημαίνεται στη μελέτη του ΚΕΠΕ, ο πραγματικός αντίκτυπος αυτών των μέτρων στα έσοδα από ΦΠΑ δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί με συστηματικό τρόπο.
Τα έσοδα ΦΠΑ απαιτούν σύνθετη στρατηγική, όχι απλές λύσεις

Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι οι δημοσιονομικές πολιτικές γύρω από τον ΦΠΑ απαιτούν μεγαλύτερη προσοχή και στρατηγική σκέψη. Οι αυξήσεις στους συντελεστές, όσο «εύκολες» κι αν φαίνονται, δεν αποτελούν πανάκεια για τα δημόσια έσοδα. Αντιθέτως, χρειάζεται συνδυασμός μέτρων για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τη μείωση του policy gap και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, προκειμένου να επιτευχθεί διατηρήσιμη και δίκαιη αύξηση των εσόδων.

Βασικά στοιχεία από τη μελέτη του ΚΕΠΕ για τον ΦΠΑ στην Ελλάδα

Παράμετρος Τιμή / Διαπίστωση
Ποσοστό ΦΠΑ που εισπράττεται 37,5% του δυνητικού ποσού
Policy gap 56,3% (42% λόγω απαλλαγών, 14,3% λόγω μειωμένων συντελεστών)
Κύρια μεταβλητή που επηρεάζει τα έσοδα Ιδιωτική κατανάλωση
Επίδραση ΑΕΠ στα έσοδα ΦΠΑ Περιορισμένη – δεν υπάρχει αναλογική αύξηση
Επίδραση αύξησης συντελεστών ΦΠΑ Δεν εγγυάται αύξηση εσόδων λόγω μείωσης κατανάλωσης ή μη μετακύλισης
Μέτρα ενίσχυσης συμμόρφωσης POS, myDATA, ηλεκτρονικά τιμολόγια
Εκκρεμότητα Δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως η αποτελεσματικότητα των μέτρων

Δείτε αναλυτικάτη μελέτη του ΚΕΠΕ