Ο υφυπουργός Παιδείας Νίκος Παπαϊωάννου, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα 91,6 και 105,8 και στην εκπομπή «Πρωινές Διαδρομές στο Πρώτο» με τη Μαρία Γεωργίου, αναφέρθηκε στις επερχόμενες αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής στα , καθώς και στην πρόταση που ετοιμάζει το υπουργείο και αξιολογείται ήδη από δύο αρμόδιες αρχές. Όπως τόνισε, στόχος είναι ένας νέος σχεδιασμός που θα βασίζεται σε διαφορετικά κριτήρια και θα τεθεί σε ισχύ με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Ο κ. Παπαϊωάννου ξεκίνησε συγχαίροντας τους επιτυχόντες των φετινών , αλλά και τους γονείς και εκπαιδευτικούς που τους στήριξαν στην προσπάθειά τους. Παράλληλα, αναγνώρισε και τον αγώνα όσων δεν κατάφεραν να εισαχθούν σε κάποιο πανεπιστήμιο, επισημαίνοντας ότι για κάθε νέο άνθρωπο, η αποτυχία δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή μιας νέας διαδρομής.

Αναφερόμενος στο υπάρχον μοντέλο των πανελλαδικών εξετάσεων, το χαρακτήρισε «εξεταστικοκεντρικό», εξηγώντας πως η τελική κρίση των μαθητών περιορίζεται σε τέσσερα τρίωρα. Παρότι αυτό οδηγεί σε έναν μονοδιάστατο τρόπο προετοιμασίας από τη Β’ Λυκείου και μετά, διατηρεί – όπως είπε – το σημαντικότερο πλεονέκτημα του: την απόλυτη αδιαβλητότητα. «Κανείς δεν έχει αμφισβητήσει ποτέ τη διαφάνεια του συστήματος», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο υφυπουργός ξεκαθάρισε ότι οι όποιες αλλαγές δεν θα εφαρμοστούν άμεσα, αλλά με ορίζοντα το 2031-2032, ώστε να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος προσαρμογής. Το νέο σύστημα αναμένεται να διαμορφωθεί από ειδική επιτροπή «σοφών», με συμμετοχή προσώπων με μακρά εμπειρία στην ανώτατη και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η πρόταση κινείται προς την κατεύθυνση ενός , που θα αξιολογεί περισσότερες δεξιότητες των μαθητών σε όλο το λύκειο, πέρα από τις γραπτές εξετάσεις.

Ο κ. Παπαϊωάννου στάθηκε επίσης στον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές επιλέγουν σήμερα τις σχολές τους. Όπως είπε, η τεχνολογική εξοικείωση των νέων και η πρόσβασή τους σε πληροφορίες μέσω , τους επιτρέπει να αξιολογούν κριτικά τα προγράμματα σπουδών, τα επαγγελματικά δικαιώματα και τις προοπτικές κάθε σχολής. Οι επιλογές τους, τόνισε, αποτελούν πολυπαραγοντική απόφαση, που βασίζεται τόσο στη γεωγραφική τοποθεσία όσο και στη θεματική κατεύθυνση.

Ειδική αναφορά έκανε στη σημασία της σειράς προτίμησης στο μηχανογραφικό δελτίο. Οι πρώτες επιλογές, όπως εξήγησε, αντανακλούν τις πραγματικές επιθυμίες και το όραμα του κάθε μαθητή, γι’ αυτό και πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη για ένα σύστημα που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις επιδόσεις αλλά και τις προσωπικές δεξιότητες και προοπτικές των μαθητών, με στόχο μια ισορροπημένη επαγγελματική και κοινωνική ζωή.

Τέλος, σχολιάζοντας τις νέες τάσεις στην επιλογή σπουδών, σημείωσε ότι πολλά παιδιά στρέφονται πλέον σε πιο εξειδικευμένα προγράμματα, ακόμη και μέσα σε παραδοσιακούς τομείς όπως η Οικονομική Επιστήμη. Αντί να επιλέγουν γενικά τμήματα, αναζητούν πιο στοχευμένες σπουδές με άμεση επαγγελματική εφαρμογή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως ανέφερε, είναι ότι ακόμη και τμήματα του ΕΚΠΑ ή του ΑΠΘ, όπως το Φυσικό ή το Μαθηματικό, παρουσιάζουν σήμερα κενές θέσεις, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη μετατόπιση των ενδιαφερόντων των υποψηφίων.