Πίνακας περιεχομένων

Σε κλιμάκωση της αντιπαράθεσης γύρω από το μέλλον της δημόσιας εκπαίδευσης και των εργασιακών δικαιωμάτων οδηγούν οι πρόσφατες κυβερνητικές τοποθετήσεις για τη αναθεώρηση, τη μονιμότητα στο , την και την προώθηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη περί «μεγάλων τομών» και «σύγκρουσης με το βαθύ κράτος» ερμηνεύονται από τους εκπαιδευτικούς ως συνέχιση μιας πολιτικής που υποχρηματοδοτεί συστηματικά το δημόσιο σχολείο, αποδυναμώνει τον ρόλο του εκπαιδευτικού και ανοίγει δρόμο για ιδιωτικοποιήσεις και ελαστικές εργασιακές σχέσεις.

Την ίδια στιγμή, οι δηλώσεις της βουλευτού της ΝΔ Χριστίνας Αλεξοπούλου με τη φράση «το τζάμπα πέθανε» προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, καθώς θεωρήθηκαν ευθεία απαξίωση των εργαζομένων και των κοινωνικών δικαιωμάτων τους. Οι εκπαιδευτικοί κάνουν λόγο για μια συνολικότερη πολιτική λογική που αντιμετωπίζει βασικές ανάγκες –όπως αξιοπρεπείς μισθοί, στέγαση και σταθερή εργασία– ως περιττό κόστος, την ώρα που το κόστος ζωής εκτινάσσεται και οι συνθήκες εργασίας στα σχολεία επιδεινώνονται. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι εργαζόμενοι στην εκπαίδευση απαντούν με αιτήματα ουσιαστικής στήριξης του δημόσιου σχολείου και υπεράσπισης της αξιοπρέπειάς τους, προειδοποιώντας ότι η ανοχή τους «έχει πεθάνει».

ΔΕΙΤΕ 

Αναλυτικά:

Οφειλόμενες απαντήσεις στην υποτίμηση της εργασίας και των δικαιωμάτων μας

Για τις δηλώσεις του πρωθυπουργού σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση, το «βαθύ κράτος», την αξιολόγηση, τη μονιμότητα στο Δημόσιο, την προώθηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων

Για τις απαράδεκτες δηλώσεις της βουλευτού της ΝΔ Χρ. Αλεξοπούλου και τη λογική του «ο τζάμπας πέθανε»

Οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη για «μεγάλες τομές», για την αναθεώρηση της μονιμότητας στο Δημόσιο, για την αξιολόγηση ως «κινητήρια δύναμη» της δημόσιας διοίκησης και για την άρση του «μονοπωλίου» στη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση, δεν είναι καινούριες. Αποτελούν συνέχεια μιας πολιτικής που εδώ και χρόνια υποβαθμίζει συνειδητά το δημόσιο σχολείο και στοχοποιεί τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, προκειμένου να ανοίξει δρόμο στην ιδιωτικοποίηση, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και τη διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων.

«Βαθύ κράτος» ή βαθιά υποχρηματοδότηση;

Αν η κυβέρνηση ήθελε πράγματι να συγκρουστεί με τις παθογένειες του κράτους, θα ξεκινούσε από τα αυτονόητα:
Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ στη δημόσια δαπάνη για την Παιδεία, σε ποσοστό επί του ΑΕΠ, που αποκλίνει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Τα σχολεία λειτουργούν με χιλιάδες κενά κάθε Σεπτέμβρη, με μεγάλο όγκο αναπληρωτών να προσλαμβάνονται σε διαδοχικές φάσεις, Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο, καθώς και μετά το Α΄ τετράμηνο. Ακόμα μια σχολική χρονιά πρόκειται να ολοκληρωθεί και σε πολλά σχολεία τα κενά εκπαιδευτικών δεν θα έχουν καλυφθεί. Σε πολλά σχολεία της χώρας οι μαθητές δεν θα έχουν διδαχθεί όλα τους τα μαθήματα, πολύ απλά γιατί δεν θα έχουν προσληφθεί αναπληρωτές κι αυτό γιατί δεν υπάρχουν πιστώσεις!
Οι υποδομές καταρρέουν: παλιά κτίρια, κοντέινερ, αίθουσες χωρίς θέρμανση, χωρίς εργαστήρια, χωρίς βασικό εξοπλισμό.
Τα παραπάνω συνιστούν βαθιά πολιτική επιλογή απαξίωσης του δημόσιου σχολείου.

Αξιολόγηση-βιτρίνα και αυταρχισμός

Η περιβόητη «αξιολόγηση» δεν έχει καμία σχέση με την παιδαγωγική βελτίωση, την ποιοτική και ουσιαστική αναβάθμιση της δημόσιας παιδείας. Συνοδεύεται μάλιστα από πειθαρχικές διώξεις, κλίμα φόβου, αυταρχικές πρακτικές, στοχοποίηση εκπαιδευτικών που σηκώνουν κεφάλι.

ΔΕΙΤΕ 

Μονιμότητα στο στόχαστρο = σχολείο χωρίς φωνή

Η επίθεση στη μονιμότητα δεν αφορά την «αποτελεσματικότητα». Αφορά τη δημιουργία εκπαιδευτικών φοβισμένων, αναλώσιμων και σιωπηλών. Εκπαιδευτικών που φοβούνται για τη θέση τους, δεν μιλούν για ελλείψεις, αυθαιρεσίες, παιδαγωγικά προβλήματα, κοινωνικές ανισότητες μέσα στο σχολείο Θέλουν σχολείο χωρίς φωνή. Θέλουν εκπαιδευτικούς χωρίς δικαιώματα.

Ιδιωτικά πανεπιστήμια – Δημόσια σε δεύτερο πλάνο

Η άρση του συνταγματικού φραγμού για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν είναι «εκσυγχρονισμός». Είναι στρατηγική μεταφοράς πόρων, φοιτητών και κύρους στον ιδιωτικό τομέα, την ώρα που τα δημόσια ΑΕΙ υποχρηματοδοτούνται, τα εργαστήρια απαξιώνονται, οι φοιτητές δουλεύουν για να επιβιώσουν και οι νέοι επιστήμονες μεταναστεύουν

Εκπαιδευτικοί απέναντι στην κυβερνητική ατζέντα: Επίθεση στη μονιμότητα, υποχρηματοδότηση και η λογική «το τζάμπα πέθανε»

Οι «μεγάλες τομές» που δεν τολμάτε κ. Πρωθυπουργέ
Αυξήστε άμεσα τη δημόσια δαπάνη για την Παιδεία
Αυξήστε τους μισθούς των εκπαιδευτικών
Μειώστε τον αριθμό μαθητών ανά τμήμα
Καλύψτε όλα τα κενά από τον Σεπτέμβρη
Επιμορφώστε ουσιαστικά το σύνολο των εκπαιδευτικών
Χρηματοδοτήστε τους δήμους για σχολικές υποδομές

Τομές είναι αυτές που ενισχύουν το δημόσιο σχολείο, όχι αυτές που το διαλύουν. Οι «μεγάλες τομές» σας βαθαίνουν τις πληγές της δημόσιας εκπαίδευσης. Εμείς θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε το σχολείο των παιδιών μας, των εργαζόμενων οικογενειών, της κοινωνικής ισότητας και της δημοκρατίας.

«Το τζάμπα πέθανε» είπε η βουλευτής της ΝΔ
«Η ανοχή μας πέθανε» λέμε εμείς!

Δημόσιες τοποθετήσεις, όπως αυτή της βουλευτού της ΝΔ Χρ. Αλεξοπούλου ότι «το τζάμπα πέθανε», αποκαλύπτουν έναν επικίνδυνο τρόπο σκέψης, ότι οι στοιχειώδεις κοινωνικές παροχές, η στήριξη των εργαζομένων και η κάλυψη βασικών αναγκών παρουσιάζονται ως… χαριστικές παροχές και όχι ως κατοχυρωμένα δικαιώματα.
Τέτοιες δηλώσεις που απαξιώνουν τους εκπαιδευτικούς και συνολικά τον κόσμο της εργασίας δεν είναι ούτε ατυχείς διατυπώσεις ούτε μεμονωμένα λεκτικά ολισθήματα. Εκφράζουν μια συνολικότερη πολιτική αντίληψη. Μια πολιτική που εμφανίζεται γενναιόδωρη προς “ημέτερους”, προς μεγάλους και ισχυρούς, προς επιχειρηματικούς ομίλους και μηχανισμούς επιδοτήσεων και απορρόφησης δημόσιου χρήματος, ενώ την ίδια στιγμή γίνεται αυστηρή, φειδωλή και ειρωνική απέναντι σε όσους διεκδικούν το αυτονόητο, αξιοπρεπείς μισθούς και συνθήκες ζωής.
Για κάποιους, το «τζάμπα» φαίνεται πως δεν έχει πεθάνει ποτέ. Για τους εργαζόμενους όμως, η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο ακριβή, πιο δύσκολη και πιο ασφυκτική.

Η πραγματικότητα των μισθών και του κόστους ζωής

Απέναντι σε αυτή τη ρητορική, μιλάμε με πραγματικά δεδομένα από τον κόσμο της εργασίας:
Ο νεοδιόριστος ή αναπληρωτής εκπαιδευτικός αμείβεται με μισθό που κινείται περίπου στα 800–900 ευρώ καθαρά. Ακόμη και εκπαιδευτικοί με περισσότερα χρόνια υπηρεσίας παραμένουν χαμηλόμισθοι, όχι μόνο σε σχέση με άλλους κλάδους, αλλά και σε σύγκριση με συναδέλφους τους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Σε πολλές νησιωτικές και τουριστικές περιοχές, αλλά και σε μεγάλα αστικά κέντρα, το κόστος ενοικίου για μια μικρή, αξιοπρεπή κατοικία ξεκινά από 400–600 ευρώ και συχνά ξεπερνά τα 700 ευρώ.
Το κόστος ζωής (τρόφιμα, ενέργεια, μετακινήσεις) έχει εκτιναχθεί τα τελευταία χρόνια, με τον πληθωρισμό στα βασικά αγαθά να «ροκανίζει» μεγάλο μέρος του εισοδήματος.
Ακόμη και με αποσπασματικά μέτρα στήριξης (π.χ. επιστροφή 1–2 ενοικίων), η καθημερινότητα χιλιάδων εκπαιδευτικών παραμένει οριακή. Δεν πρόκειται για «τζάμπα». Πρόκειται για επιβίωση.

Δεν ζητάμε ελεημοσύνη – διεκδικούμε αξιοπρέπεια
Μισθούς που να καλύπτουν το πραγματικό κόστος ζωής
Σταθερή εργασία και όχι διαρκή μετακίνηση από περιοχή σε περιοχή
Ουσιαστικά κίνητρα για όσους υπηρετούν σε δυσπρόσιτες και νησιωτικές περιοχές
Συγκροτημένη πολιτική στέγασης για εργαζόμενους στο Δημόσιο
Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, η στήριξη εργαζομένων σε απομακρυσμένες περιοχές θεωρείται στοιχειώδης κοινωνική πολιτική.

«Δημοσιονομική ισορροπία» με ποιους όρους;

Η επίκληση της «μόνιμης δημοσιονομικής ισορροπίας» χρησιμοποιείται συχνά ως άλλοθι για χαμηλούς μισθούς, περικοπές κοινωνικών δαπανών, μετακύλιση του κόστους ζωής στους εργαζόμενους.
Την ίδια στιγμή, δημόσιο χρήμα κατευθύνεται αφειδώς σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους μέσω επιδοτήσεων, φοροαπαλλαγών και αναπτυξιακών προγραμμάτων και οι τράπεζες έχουν στηριχθεί επανειλημμένα με χρήματα των φορολογουμένων, χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό αντίκρισμα για εργαζόμενους και μικρομεσαίους. Εκεί, το «τζάμπα» δεν φαίνεται να έχει τελειώσει ποτέ.

Το πραγματικό ερώτημα

Το ερώτημα δεν είναι ποιος θα πληρώσει για να μπορεί ένας εκπαιδευτικός να ζει αξιοπρεπώς στον τόπο που εργάζεται. Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Πόσο κοστίζει στην κοινωνία ένα σχολείο με εκπαιδευτικούς εξουθενωμένους, φτωχούς και διαρκώς σε καθεστώς ανασφάλειας;

Πόσο κοστίζει η φυγή νέων εκπαιδευτικών στο εξωτερικό ή σε άλλα επαγγέλματα επειδή απλώς δεν μπορούν να επιβιώσουν;
Οι στοιχειώδεις συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν είναι «τζάμπα». Είναι δικαίωμα.
Η στήριξη των εργαζομένων σε δύσκολες περιοχές είναι υποχρέωση της Πολιτείας.
Η Παιδεία δεν μπορεί να λειτουργεί με εκπαιδευτικούς σε συνθήκες φτώχειας.
Οι εκπαιδευτικοί δεν διεκδικούμε «παροχές βιτρίνας».
Διεκδικούμε μόνιμες αυξήσεις μισθών, ουσιαστική στεγαστική πολιτική, πραγματικά κίνητρα για τις δυσπρόσιτες περιοχές – και όχι μόνο – και σεβασμό στον κόσμο της εργασίας.
Το «τζάμπα πέθανε» είπε η κ. Αλεξοπούλου, αλλά αυτό που επιχειρούν να πεθάνει είναι η αξιοπρέπεια των εργαζομένων. Και σε αυτό δεν θα συναινέσουμε.