Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα… Ίσως η χαρακτηριστικότερη πρόταση για την περιγραφή της ασυναρτησίας.


Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, η πραγματική μορφή της φράσης είναι: “Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή καν’ έλα”, που σημαίνει: έρχομαι από την Κωνσταντινούπολη και σε προσκαλώ να έρθεις στην κορυφή.

Αποτελούσε μήνυμα των Σταυροφόρων, όταν επέστρεφαν από την κατακτημένη πλέον Κωνσταντινούπολη και καθόριζαν ως σημείο συνάντησης τους την κορυφή του λόφου.

Αλά μπουρνέζικα
Όταν μας μιλάει κάποιος και θέλουμε να του πούμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι μας λέει, τότε του λέμε πως μιλάει.αλά μποuρνέζικα.
Πολλοί νομίζουν, πως είναι μια λέξη (αλαμπουρνέζικα). Είναι όμως δύο λέξεις.

Μπουρνέζικα, λοιπόν, είναι η γλώσσα που μιλάνε ακόμα, σε μια περιοχή του Σουδάν, όπου ζει η φυλή Μπουρνού.

Η γλώσσα αυτή ήρθε στην Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821, με την φυλή των Μπουρνού η οποία αποτελούσε τμήμα του εκστρατευτικού σώματος του Αιγύπτιου στρατηγού Ιμπραήμ.

Καθώς η αραβική γλώσσα είναι αρκετά δύσκολη και μάλιστα στις διαλέκτους της, σε μας τους Έλληνες, λοιπόν δίκαια, όσα θ’ ακούγαμε από αυτούς, θα φαίνονταν «αλά μπουρνέζικα», δηλαδή ακατανόητα.

Ψωροκώσταινα
Στα 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή Ψαριανά καράβια, στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η ΠΑΝΩΡΑΙΑ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ, όμορφη αρχόντισσα με πολύ περιουσία, ο άντρας της που ήταν πάμπλουτος έμπορος και τα παιδιά της τα έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι, σώθηκε λοιπόν πάνφτωχη και ολομόναχη στα Ψαρά, εκεί οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν.

Η Πανωραία σύντομα άφησε τα Ψαρά και πήγε στην πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο, όπου και για να ζήσει ξενόπλενε και πολλές φορές δεχόταν το έλεος και την συμπόνια των συνανθρώπων της, η ίδια τόσο πολύ υπέφερε που παραμέλησε εντελώς την εμφάνιση της. Αυτή όμως η κουρελιασμένη γυναίκα έκρυβε μέσα της την αρχόντισσα και κυρίως την πατριώτισσα.

Στα 1826 γίνηκε έρανος στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι, έτσι στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου, αλλά ποιος είχε και ποιος θα έδινε από αυτό το φτωχομάνι κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι, όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα.

Τότε η φτωχότερη όλων η χήρα Χατζηκώσταινα έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι από το δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής. «ΤΟ ΔΙΛΕΠΤΟ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ» ξύπνησε την συνείδηση των πεινασμένων και κάποιος φώναξε «Δέστε η πλύστρα Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της». Αμέσως το φιλότιμο ηλέκτρισε τους φτωχούς και το τραπέζι γέμισε λίρες, γρόσια και χρυσαφικά. Πάντως από αυτή την ιστορία δύο πράγματα έμειναν πρώτα μαζεύτηκαν χρήματα για το Μεσολόγγι και δεύτερον η Πανωραία έγινε πια γνωστή στο Ναύπλιο σαν Ψωροκώσταινα.

Η πλύστρα Πανωραία όμως δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού αλλά και ανθρωπιάς, το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών και όταν ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο προσφέρθηκε γριά πιά και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.

ΛΕΒΕΝΤΙΑ ,αλλά μόνο έτσι τα έθνη προχωράνε.Να πως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανωραίας :
Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοιάσε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα, ο συσχετισμός άρεσε και κάθε φορά που αναφέρονταν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκόσταινα».

Αργότερα οι Βαβαροί προκειμένου να χλευάσουν το Ελληνικό κράτος για την φτώχια του και την οπιστοδρομικότητά του ονόμασαν υβριστικά «Ψωροκώσταινα» την Ελλάδα.
Χαρακτηρισμός που όσοι γνωρίζουν την ιστορία δεν τους θίγει διότι η Ψωροκώσταινα θα έπρεπε να ονομαζόταν Λεβεντοκώσταινα

Έβαλε το κεφάλι του στον ντορβά…
Ο ντορβάς είναι το σακούλι μέσα στο οποίο οι χωρικοί έβαζαν διάφορα πράγματα. Στην Βυζαντινή εποχή όταν οι νησιώτες έπιαναν κάποιον ληστή,εγκληματία,πειρατή,του έκοβαν το κεφάλι,το έβαζαν μέσα σε έναν ντορβά,παστωμένο,για να μην μυρίζει άσχημα όταν αρχίσει να σαπίζει και το έστελναν στην Κωνσταντινούπολη.

Το έθιμο αυτό έμεινε αργότερα και επί τουρκοκρατίας,αλλά και στα πρώτα ελληνικά χρόνια μετά από την Επανάστασι,περίοδος που υπήρχαν πάρα πολλοί ληστές. Όταν ο επικηρυγμένος σκοτωνόταν από άλλο άτομο,αυτός του έκοβε το κεφάλι,το έβαζε σε ντορβά (ντορβάς=μικρός σάκος στα τούρκικα),το παρέδιδε στις Αρχές κι έπαιρνε την επικήρυξι, ή αν ήταν και ο ίδιος ληστής μπορούσε να πάρει αμνηστία…

Για να επικηρυχθεί λοιπόν κάποιος,σήμαινε πως εκτέθηκε τόσο πολύ απέναντι στις Αρχές,τόσο, που να καταντήσει το κεφάλι του,να μπει στον ντορβά στην περίπτωσι που τον έπιαναν.

Η έκφραση λέγεται συνήθως σήμερα για κάποιον που τα παίζει όλα για όλα…

Κροκοδείλια δάκρυα
Ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται πίσω από κανένα βράχο ή δέντρο κι αρχίζει να βγάζει κάτι παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού.

Συγχρόνως -ίσως από την προσπάθεια που βάζει για να. κλάψει- τρέχουν από τα μάτια του άφθονα και χοντρά δάκρυα. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για κανένα παιδάκι που χάθηκε και τρέχουν να το βοηθήσουν.
Ο κροκόδειλος επιτίθεται τότε, ξαφνικά και κάνει τη δουλειά του.

Στην αρχαία Ελλάδα ο κροκόδειλος ήταν άγνωστος. Οι Φοίνικες, όμως, έμποροι, που έφταναν στα λιμάνια της Κορίνθου και του Πειραιά, μιλούσαν συχνά για τα διάφορα εξωτικά ζώα, τα πουλιά και τα ερπετά της πατρίδας τους, που άφηναν κατάπληκτους τους ανίδεους Έλληνες και τους γέμιζαν με τρόμο και θαυμασμό.
Φαίνεται ωστόσο, ότι ο κροκόδειλος τους έκανε περισσότερη εντύπωση, κυρίως με το ψευτοκλάμα του, αφού ένας νεαρός ποιητής, ο Φερεκίδης, έγραψε κάποτε το παρακάτω επίγραμμα:
«Εάν η γη ήθελε να συλλάβει εκ των δακρύων της γυναικός, εκάστη ρανίς των θα εγέννα κροκόδειλον».

Παρόλο, λοιπόν, που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κροκόδειλοι, τα «κροκοδείλια δάκρυα», που λέμε σήμερα γι’ αυτούς που ψευτοκλαίνε, είναι φράση καθαρά αρχαία ελληνική.

Δεν έμεινε ρουθούνι…
Στον Μεσαίωνα επικρατούσε η συνήθεια να κόβουν οι νικητές στρατηγοί τα αυτιά και τις μύτες των εχθρών τους,που είχαν πέσει στις μάχες…Αυτά τα ”τρόπαια”, τα έβαζαν μέσα σε σάκους και τα έστελναν στο κέντρο, για να γίνει γνωστό το μέγεθος της νίκης..!

Ο χρονικογράφος Γεώργιος Κερδηνός αναφέρει πως ο στρατηγός Γεώργιος Μανιακής,αφού σκότωσε πολλούς Άραβες: ”Χιλίους απ’ εμπρός εσκότωσεν και μύριους απ΄ οπίσω, εννιά κοφίνα φόρτωσεν ωτία και μυτία..”

Δηλαδή δεν έμεινε κατ’ αυτόν τον τρόπο άκοφτο ρουθούνι…Έτσι εξηγείται η σημερινή φράση: ”δεν έμεινε ρουθούνι…”,ενώ στην Μυτιλήνη λένε ”δεν έμεινε μύτη”…

Έφαγε το ξύλο της χρονιάς του…
Στο Μεσαίωνα,οι περισσότεροι μαθητές προτιμούσαν να το σκάνε από τις τάξεις τους,παρά να πηγαίνουν στα μαθήματά τους. Οι δάσκαλοι πάλι,ήταν σωστοί δεσμοφύλακες. Όταν ένας μαθητής δεν ήξερε ν’απαντήσει σε μια ερώτησι,δενόταν χειροπόδαρα και μεταφερόταν στα υπόγεια του σχολείου,όπου έκανε συντροφιά με τους ποντικούς…! Άλλοτε πάλι τον έγδυναν και τον άφηναν ώρες στο κρύο. Στην πρώτη σειρά ήταν το ξύλο. Με κάτι ειδικές βέργες,ο δάσκαλος έπιανε το παιδί,τού έβγαζε τα παπούτσια και το χτυπούσε κάτω από τις πατούσες. Τα απάνθρωπα αυτά μαρτύρια,γίνονταν σε όλα τα σχολεία της Ευρώπης. Στην Αγγλία καταργήθηκαν μόλις τον 18ο αιώνα…Γι’αυτό όμως και ο κόσμος έμεινε αγράμματος…

Τα παιδιά προτιμούσαν να το σκάνε όχι μόνο από τα σχολεία αλλά και από τα σπίτια τους. Στο τέλος καταντούσαν κλέφτες,αλήτες και πολλές φορές εγκληματίες…Στο Βυζάντιο οι δάσκαλοι ήταν σχεδόν όλοι καλόγεροι και παπάδες. Φυσικά έδερναν κι αυτοί τους μαθητές,αλλά μόνο μια φορά τον χρόνο. Δηλαδή τον Αύγουστο που σταματούσαν τα μαθήματα -για να ξαναρχίσουν πάλι τον Σεπτέμβριο- κάθε μαθητής ήταν υποχρεωμένος να περάσει από τον παιδονόμο για να φάει..το ξύλο του!

Έτσι είχαν την εντύπωση ότι τον ένα μήνα που θα έλειπαν από το σχολείο θα ήταν φρόνιμοι…Απ΄αυτό βγήκε η φράση: ”Έφαγε το ξύλο της χρονιάς του” ,που την λέμε φυσικά όταν κάποιος τις έφαγε για τα καλά…!!!

Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς….
Στα χρόνια του Όθωνα, βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι στο Ναύπλιο η ταβέρνα της Μιχαλούς. Παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια, από τον καιρό που πέθανε ο άντρας της, είχε μια περιορισμένη πελατεία, που τους έκανε πιστωση για ένα χρονικό διάστημα, μετά το τέλος του οποίου έπρεπε να εξοφληθεί ο λογαριασμός. Αλίμονο σε κείνον που δε θα ήταν συνεπής, η Μιχαλού, κυριολεκτικά τον εξευτέλιζε. Ανάμεσα σε αυτούς τους οφειλέτες ήταν και ένας ευσυνείδητος, που του ήταν αδύνατο να βρει τρόπο να την εξοφλήσει, γιατί δεν είχε εκείνο τον καιρό δουλειά. Μέρα και νύχτα γύριζε ο άνθρωπος τους δρόμους παραμιλώντας. Όταν κάνεις ρωτούσε να μάθει τι είχε ο άνθρωπος αυτός, απαντούσαν : « αυτός χρωστάει της Μιχαλούς ».