Πρόσφατα το ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ παρουσίασε μια έρευνα με θέμα «Διερεύνηση της μετάβασης των αποφοίτων στην απασχόληση: Συγκριτικά στοιχεία, προσεγγίσεις, ερμηνευτικές αναφορές». Στην παρουσίαση ανακοινώθηκε ότι το 60% των αποφοίτων δεν παίρνει πιστοποίηση!

Του

Το μεγάλο ποσοστό μη πιστοποίησης μπορεί να ερμηνευτεί με αρκετούς παράγοντες και, χωρίς να κάνω κάποιου είδους ιεράρχηση, θεωρώ ότι μεταξύ άλλων είναι: α) η απογοήτευση των νέων όσον αφορά τη μη δυναμική του συγκεκριμένου κλάδου που επέλεξαν, β) οι αδυναμίες στο περιεχόμενο φοίτησης και στις δυνατότητες των επαγγελματικών εφοδίων, γ) η μεγάλη αναμονή για την πιστοποίηση (ακόμα και 3-4 χρόνια!), δ) η αντικειμενική δυσκολία με βάση είτε με τη γεωγραφική κατανομή των ΙΕΚ στη χώρα μας που είναι ελλιπής είτε με το υψηλό οικονομικό αντίτιμο για τα ιδιωτικά ΙΕΚ είτε με το απογευματινό ωράριο λειτουργίας για τα δημόσια ΙΕΚ.

Και προφανώς πρώτα απ’ όλα είναι η ανεργία, η οποία απλώνεται σε πολλά πεδία της ελληνικής οικονομίας και – με το δεδομένο της σημερινής ύφεσης (περί το 10% εκτιμάται από την Τράπεζα της Ελλάδος και περί το 9% από την Ε.Ε.) – το γκρίζο μέλλον φορτώνει με αβεβαιότητες και απογοητεύσεις τους σχεδιασμούς των νέων.

Η κατάρτιση αποτελεί αφενός μια από τις επιλογές των νέων για επαγγελματική εξέλιξη και αφετέρου μια δυνατότητα επανένταξης πρώην εργαζόμενων ή μακροχρόνιων άνεργων ή ακόμα και εργαζόμενων – που απειλείται η συγκεκριμένη άσκηση του επαγγέλματός τους – σε χώρο εργασίας.

Φυσικά, το μεγάλο ρεύμα που έχουμε σήμερα στις κόλπους των νέων είναι η ολοκλήρωση των λυκειακών σπουδών (στη γενική και στην επαγγελματική εκπαίδευση) και στη συνέχεια έχουμε πρωτευόντως την συνέχιση των σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και δευτερευόντως τη φοίτηση σε θεσμούς της κατάρτισης (δημόσια ή ιδιωτικά ΙΕΚ, κολέγια κλπ). Η πιο μακρόχρονη μορφή κατάρτισης είναι η μαθητεία του ΟΑΕΔ, η οποία αποτέλεσε ίσως τη μόνη διέξοδο νέων από φτωχά κυρίως κοινωνικά στρώματα.

Η συντηρητική πολιτική αντίληψη “ισχυρίζεται” ότι η κατάρτιση “ανταγωνίζεται” την επαγγελματική εκπαίδευση ή ότι αποτελούν παράλληλους δρόμους αλλά επί της ουσίας είναι δύο διαφορετικά πεδία. Η επαγγελματική εκπαίδευση συσχετίζεται με τη γενική εκπαίδευση, και το ΕΠΑ.Λ. πρέπει να αποτελεί μια “ισοδύναμη” επιλογή των νέων σε σχέση με εκείνη του ΓΕ.Λ., με βασική διαφορά ότι το μεγάλο ποσοστό των απόφοιτων των ΓΕΛ συνεχίζουν στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ενώ των ΕΠΑΛ συνεχίζουν στην αγορά εργασίας.

Η ήδη δηλωμένη επιλογή των εκπροσώπων του ΥΠΑΙΘ για συνεξέταση της επαγγελματικής εκπαίδευσης με την κατάρτιση δεν είναι ιδεολογικά αθώα και κοινωνικά ουδέτερη. Η επαγγελματική εκπαίδευση έπρεπε να εξεταστεί μαζί με τη γενική εκπαίδευση. Έχει καταδειχτεί, ως εκ τούτου, ότι η κυβέρνηση της Ν.Δ. έχει ως βασικό πολιτικό στόχο την αλλαγή του πεδίου αναφοράς για το Επαγγελματικό Λύκειο.

Επιδίωξή της είναι η μεταφορά ενός μέρους της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην κατάρτιση και παράλληλα η μετατόπιση μέρους της δημόσιας κατάρτισης στην ιδιωτική. Έτσι, μετά την αντιεκπαιδευτική ρύθμιση της εξίσωσης διπλωμάτων κολεγίων με πτυχία των πανεπιστημίων, θα κλείσει ο κύκλος προσφοράς της δεξιάς προς τα οικονομικά συμφέροντα τα οποία με πάθος υπηρετεί.

Ο νεοφιλελευθερισμός εισβάλλει για τα καλά στην εκπαίδευση. Στα προγράμματα του ΕΣΠΑ, που προορίζονται για την εκπαίδευση, πλεονάζει ο σχεδιασμός για την κατάρτιση. Αυτή η πολιτική επιλογή του ΥΠΑΙΘ υπηρετείται και από την αδυναμία διαμόρφωσης επιλέξιμων προγραμμάτων για την εκπαίδευση λόγω ανυπαρξίας του κατάλληλου στελεχιακού δυναμικού – και όχι μόνο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι σχολεία, μαθητές και εκπαιδευτικοί είναι αβοήθητοι στους σημερινούς δύσκολους καιρούς και η υποεκπαίδευση διαβρώνει για τα καλά τη μόρφωση των παιδιών και των νέων.

Ουσιαστικά, ένα μεγάλο ποσοστό της χρηματοδότησης του ΕΣΠΑ θα κατευθυνθεί προς τα ιδιωτικά ΙΕΚ – όχι μόνο στα υπάρχοντα αλλά και σε αυτά που θα αναπτυχθούν επί τούτου. Ήδη η αρχή έγινε με ένα σούπερ μάρκετ. Με τον πιο συμβολικό τρόπο, η αγορά εισέρχεται για τα καλά στη λήψη μέρους από τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης!