array(39) {
  ["_edit_lock"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(12) "1627403077:8"
  }
  ["_edit_last"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(1) "8"
  }
  ["_thumbnail_id"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(6) "545551"
  }
  ["onesignal_meta_box_present"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(1) "1"
  }
  ["onesignal_send_notification"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(0) ""
  }
  ["onesignal_modify_title_and_content"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(0) ""
  }
  ["onesignal_notification_custom_heading"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    NULL
  }
  ["onesignal_notification_custom_content"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    NULL
  }
  ["hefo_before"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(1) "0"
  }
  ["hefo_after"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(1) "0"
  }
  ["_quads_config_visibility"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(6) "a:0:{}"
  }
  ["_yoast_wpseo_newssitemap-exclude"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(3) "off"
  }
  ["_yoast_wpseo_newssitemap-genre"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(6) "a:0:{}"
  }
  ["_yoast_wpseo_content_score"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(2) "30"
  }
  ["_yoast_wpseo_focuskeywords"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(2) "[]"
  }
  ["_yoast_wpseo_keywordsynonyms"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(4) "[""]"
  }
  ["_yoast_wpseo_estimated-reading-time-minutes"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(1) "7"
  }
  ["author_name_apopsis"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(35) "Δημήτρης Γ. Αμπόνης"
  }
  ["_author_name_apopsis"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(19) "field_602e5ea1ff50d"
  }
  ["protinomeno_arthro"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(0) ""
  }
  ["_protinomeno_arthro"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(19) "field_6020eb6461762"
  }
  ["add_post_in_slide"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(0) ""
  }
  ["_add_post_in_slide"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(19) "field_6020f9ae65c37"
  }
  ["add_post_in_roi"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(0) ""
  }
  ["_add_post_in_roi"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(19) "field_60210261bb8b7"
  }
  ["add_post_diada"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(0) ""
  }
  ["_add_post_diada"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(19) "field_60211cd0e950e"
  }
  ["add_post_diada_next"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(0) ""
  }
  ["_add_post_diada_next"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(19) "field_60212afa891da"
  }
  ["followipaidia"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(681) "

Ακολουθείστε το iPaidia στο Google News

Tελευταίες Ειδήσεις για την Παιδεία και την εργασία στο ipaidia.gr

Η Παιδεία στο Viber ΕΔΩ !

" } ["_followipaidia"]=> array(1) { [0]=> string(19) "field_600159e389967" } ["timeless"]=> array(1) { [0]=> string(1) "0" } ["_timeless"]=> array(1) { [0]=> string(19) "field_6049d47b0fb99" } ["_yoast_wpseo_primary_category"]=> array(1) { [0]=> string(2) "60" } ["mobmenu_21db4cd7aec318b1"]=> array(1) { [0]=> string(0) "" } ["ampforwp_custom_content_editor"]=> array(1) { [0]=> string(0) "" } ["ampforwp_custom_content_editor_checkbox"]=> array(1) { [0]=> NULL } ["ampforwp-amp-on-off"]=> array(1) { [0]=> string(7) "default" } ["_wtpsw_views"]=> array(1) { [0]=> string(4) "1499" } }

: Ένα κείμενο για τις βάσεις έστειλε ο Δημήτρης Γ. Αμπόνης, εκπαιδευτικός ΠΕ 12.02 αρχιτέκτων – MSc αναστηλωτής. Δείτε παρακάτω το κείμενο του.

Αναλυτικά το κείμενο

Δεν έχει βάσεις η Ελλάδα; Βάσεις δεν είχαμε ποτέ;

έχουμε για την αξιολόγηση και απόλυση των μαθητών/τριών από το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο (ΓΕΛ και ΕΠΑΛ). Για το Απολυτήριο Δημοτικού ο γενικός μέσος όρος βαθμών ετήσιας επίδοσης (Γ.Μ.Ο.) πρέπει να είναι μεγαλύτερος από 4,5 (1). Για το Απολυτήριο του Γυμνασίου ο Βαθμός Ετήσιας Επίδοσης (Β.Ε.Ε.) σε κάθε μάθημα να είναι τουλάχιστον 10 ή ο Γ.Μ.Ο. τουλάχιστον 13. Για το Απολυτήριο ΓΕΛ ο Γ.Μ.Ο. να είναι τουλάχιστον 10 (2). Για το Απολυτήριο και το Πτυχίο των ΕΠΑΛ ο Γ.Μ.Ο. πρέπει να είναι τουλάχιστον 9,5 και ταυτόχρονα για το Πτυχίο ο Β.Ε.Ε. να μην είναι μικρότερος του 8 σε κανένα μάθημα Ειδικότητας (3). Το σύστημα μοιάζει θωρακισμένο και να λειτουργεί. Οι βάσεις δεν ονομάζονται «» αλλά είναι. Ελάχιστες. Εφαρμόζονται εσωτερικές διαδικασίες αξιολόγησης και ο ΤΙΤΛΟΣ σπουδών που αποδίδεται στους επιτυχόντες περιλαμβάνει (για την ακρίβεια «ορίζει») την Πιστοποίηση προσόντων του ανάλογου επιπέδου κάθε φορά.

Βάσεις έχουμε και μέσα στα Πανεπιστήμια. Δεν αρκούν όσες έχουμε;

Η Υπουργός υποστήριξε για τις ότι «…τέθηκαν ελάχιστες προϋποθέσεις να μην εγκλωβίζονται τα παιδιά μας. … τέσσερις στους 10 φοιτητές δεν αποφοιτούν ποτέ γιατί δεν πληρούν τις ελάχιστες ακαδημαϊκές προϋποθέσεις για να φοιτήσουν» (4). Αν και αμέλησε να παραθέσει τα δημοσιοποιημένα στοιχεία της έρευνας από την οποία αλίευσε τα ποσοστά και την αιτία της μη αποφοίτησης, η πολιτική βούληση είναι σαφής και επί της αρχής μοιάζει εύλογη. Πώς συμβαίνει όμως κάποιοι μαθητές «να μην έχουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις φοίτησης» ενώ έχουν λάβει Απολυτήριο Λυκείου;

Με μια συνοπτική ματιά στα στατιστικά που έδωσε το ΥΠΑΙΘ για τις φετινές εξετάσεις (5), το 41% των μαθητών/τριών των Ημ. ΓΕΛ (και το 50% των Ημ. ΕΠΑΛ αντίστοιχα) (πιν.1 και 2) διαμόρφωσε Γ.Μ.Ο. κάτω από 10, δηλαδή κάτω από τη βάση του Λυκείου (όχι την ΕΒΕ της Κεραμέως).

Κάτι λάθος συμβαίνει ή κάτι μας διαφεύγει εντελώς; Αφού η εξεταζόμενη ύλη είναι ίδια με αυτή του Λυκείου, τότε μια από τις δύο διαδικασίες βαθμονόμησης φαίνεται να χωλαίνει. Ή τα θέματα των είναι εξωφρενικώς δύσκολα ή μοιράζουμε Απολυτήρια Λυκείου με το τσουβάλι. Έστω ότι η διαδικασία και το περιεχόμενο των Πανελλαδικών εξετάσεων (μαζί τον ΑΣΕΠ και τις πιστοποιήσεις επάρκειας) είναι γενικώς παραδεκτές και αδιάβλητες διαδικασίες, τότε η λύση του γρίφου πρέπει να αναζητηθεί στο Λύκειο.

Πράγματι, το Λύκειο περιλαμβάνει (και έτσι πρέπει) πολλά πεδία γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων τα οποία συμμετέχουν στην διαμόρφωση του Γ.Μ.Ο. του Απολυτηρίου. Δεν υπάρχει «κόφτης» ελάχιστης βάσης για κάποια από αυτά τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν «βασικά» (πχ η Γλώσσα, κλπ) και δεν απαιτείται ελάχιστη βάση τουλάχιστον σε αυτά (ενώ τέτοιος «κόφτης» προβλέπεται για τη λήψη του Πτυχίου Ειδικότητας των ΕΠΑΛ, όπου δεν αρκεί απλώς να είναι ο Γ.Μ.Ο. πάνω από τη βάση). Και βέβαια, από όσο γνωρίζω, δεν έχω ακούσει περίπτωση μαθητή/τριας να μην έλαβε Απολυτήριο Λυκείου. Αντίθετα, γνωρίζω μαθητές ΕΠΑΛ που έλαβαν Απολυτήριο αλλά όχι Πτυχίο.

Επομένως το φαινόμενο εξηγείται, χωρίς αυτό να αποτελεί δικαιολογία για τα παράλογα αποτελέσματα που προκύπτουν.

Επομένως το Απολυτήριο Λυκείου αποτελεί αποδεικτικό Επιπέδου Προσόντων της βαθμίδας αυτής, αλλά για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια υπάρχει και λειτουργεί ένα ανεξάρτητο σύστημα αξιολόγησης για ορισμένα μόνο (τέσσερα) μαθήματα που έχουν κριθεί απαραίτητα για την συνέχιση των σπουδών στην επόμενη βαθμίδα, στο αντίστοιχο πεδίο. Και για την επάρκεια στα μαθήματα αυτά δεν υπάρχει άλλο «αντικειμενικό» σύστημα αποτίμησης πέραν των , χωρίς αυτό να είναι προσβλητικό για το κύρος του Απολυτηρίου που έχει άλλο σκοπό και πιστοποιεί άλλη επάρκεια.

«Βάσεις» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια υπήρχαν πάντα. Το ύψος τους συναρτώταν από την βαθμολογία των υποψηφίων, τις διατιθέμενες θέσεις και τη ζήτηση. Το σύστημα εμφάνιζε και ακραίες ενδείξεις, όπως σχολή (κωδ. 1031) με βάση εισαγωγής 625 μόρια (0,6 στα 20) το 2020 (6). Ακραίο αλλά πραγματικό και όχι μοναδικό !

Επομένως, το σύστημα ως τώρα δεν «έθετε» τις Βάσεις, αλλά απλώς τις «κατέγραφε» όπως προέκυπταν. Οι Πανελλαδικές εξετάσεις όμως δεν διενεργούνται με σκοπό την «επιλογή προσωπικού» που θα καλύψει δεδομένο αριθμό θέσεων που προκηρύσσονται, οπότε θα αρκούσε απλώς η βαθμονόμηση των υποψηφίων σε μια φθίνουσα κλίμακα.

Υπήρχαν όμως πάντα σχολές για τις οποίες προβλεπόταν η εξέταση σε «ειδικά μαθήματα», όπου εφαρμοζόταν η και μάλιστα σκληρή και απόλυτη, «η βάση του 10». Η λοιπή κατάταξη εξελισσόταν κλιμακωτά προς το άριστα, για όσους όμως είχαν περάσει τη βάση.

Είναι λοιπόν απόλυτα κατανοητή η πολιτική επιλογή να θεσμοθετηθεί μια ελάχιστη βάση και για τις υπόλοιπες σχολές. Μια βάση που καλύπτει αυτή την ανάγκη, την πιστοποίηση ενός ελάχιστου επιπέδου προσόντων, προαπαιτούμενων για την συνέχιση των σπουδών. Οι ΕΒΕ της Υπουργού υπηρετούν αυτή την ανάγκη;

Αν υπάρχει κάποιος αριθμός στην 20βάθμια κλίμακα που να αποτυπώνει αυτή τη «βάση», θα μπορούσε να ονομαστεί. Αντί για αυτό, η Υπουργός εισήγαγε ένα πολύπλοκο σύστημα υπολογισμού το οποίο οδηγεί σε συνειρμικές ακολουθίες που μοιάζουν εύλογες. Φαίνεται απόλυτα λογικό να οριστεί σαν βάση «ο μέσος όρος» των βαθμολογιών, γιατί συνειρμικά θεωρούμε ότι θα είναι κάπου κοντά στο «10» (και εάν κάποια χρονιά είναι χαμηλότερος θα ευνοηθούν τα καημένα τα παιδάκια). Επίσης έδωσε και ένα περιθώριο στα Πανεπιστήμια να διαμορφώσουν την με συντελεστή 0,8 έως 1,2. Έτσι απέφυγε και το πολιτικό κόστος, και να εμπλακεί σε μια διαπραγμάτευση με τη επιστημονική μέθοδο της «κολοκυθιάς» που δεν θα τελείωνε ποτέ. Επίσης απέφυγε την κατ΄ έτος κριτική στους θεματοθέτες και την πίεση στους βαθμολογητές. Αδίκως βέβαια. Γιατί στα ειδικά μαθήματα, και βάση του 10 υπήρχε, και θέματα έμπαιναν, και βαθμολόγηση γίνονταν, χωρίς πρόβλημα. Απλώς δεν τόλμησε. Και ενέπλεξε και τα Πανεπιστήμια ώστε να υπάρχει και διάχυση της ευθύνης στο όνομα της συμμετοχής. Λαμπρά!

Κάθε σύστημα όμως κρίνεται από τα αποτελέσματά του. Και αυτά θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί. Όπως σε κάθε σύστημα, οι αστοχίες εμφανίζονται πιο εναργείς όταν γίνεται έλεγχος στα ακρότατα.

Αν λοιπόν για οποιονδήποτε λόγο (επειδή τα θέματα ήταν πανεύκολα ή το επίπεδο μαθητών εξαιρετικά υψηλό) η βαθμολογία των υποψηφίων κυμαινόταν σε ομαλή διασπορά από 16-20 και η ήταν 18, τότε το 50% των υποψηφίων (με βαθμολογία 16-18) θα αποκλειόταν επειδή δεν θα είχαν «τις ελάχιστες προϋποθέσεις φοίτησης»;

Αν πάλι υπό την συνδρομή των ακριβώς αντίθετων συγκυριών η βαθμολογία των υποψηφίων κυμαινόταν από 00 έως 06 και η ήταν 03, τότε το 50% των υποψηφίων (με βαθμολογία 03-06) θα περνούσε με δόξα και τιμή στα Πανεπιστήμια επειδή θα είχαν κατακτήσει «τις ελάχιστες προϋποθέσεις φοίτησης»;

Θυμίζει την προκρούστεια λογική της «αξιολόγησης Αρβανιτόπουλου». Όποια κι αν ήταν τα αποτελέσματα, μόνο ένα προαποφασισμένο 30% του συνόλου των εκπαιδευτικών θα προάγονταν στον επόμενο βαθμό ως «Εξαιρετικοί», ακόμη κι αν όλοι ήταν «Πρότυποι» και «Άριστοι» ή το αντίθετο.

Όσο παράλογο αποδεικνύεται το σύστημα στα ακρότατα, τόσο παράλογο είναι και στις ενδιάμεσες τιμές. Απλώς όσο πλησιάζει προς «το μέσον» αμβλύνεται ο παραλογισμός και ανταποκρίνεται στην γενική «αίσθηση περί δικαίου», εντελώς συγκυριακά όμως. Όσο χαμηλώνει η θα έχουμε «ωφελημένους», όσο ψηλώνει θα έχουμε «αδικημένους», σε καμία περίπτωση όμως ευχαριστημένους, γιατί σε καμία περίπτωση η ΕΒΕ δεν ανταποκρίνεται στον ΑΙΤΙΩΔΗ ΛΟΓΟ για τον οποίο υποτίθεται ότι θεσμοθετήθηκε.

Τέλος εισάγει δύο επιπλέον παράγοντες αοριστίας για τους οποίους οι συμμετέχοντες πρέπει να λάβουν αποφάσεις πριν γίνουν γνωστά τα δεδομένα που θα επηρεάσουν τις αποφάσεις ή την προσπάθεια. Συγκεκριμένα:

  1. Ζητείται από τα Πανεπιστήμια να προαποφασίσουν για τον συντελεστή επιρροής πριν από την έκδοση των αποτελεσμάτων. Το ανάλογο στην χαρτοπαιξία θα ήταν να «ποντάρουν» οι παίκτες πριν μοιραστούν τα «φύλλα». Αυτό όμως λέγεται «ζαριά» ή «ρώσικη ρουλέτα» και όχι λήψη απόφασης.
  2. Ζητείται και από τους μαθητές να συμμετάσχουν σε ένα διαγωνισμό χωρίς να γνωρίζουν εκ των προτέρων τη βάση. Αυτό είναι σαν να γίνονται προκριματικοί αγώνες για την Ολυμπιάδα, αλλά το «κατώφλι» της πρόκρισης να καθορίζεται εκ των υστέρων και ανάλογα με την επίδοση των αθλητών. Αν εκεί φαίνεται ανήκουστο, το ίδιο ανήκουστο είναι και για τις . Αθλητές και μαθητές γνωρίζουν ότι όσο πιο ψηλή βαθμολογία επιτυγχάνουν, τόσο ψηλότερα ανεβαίνει ο πήχης τον οποίο οι ίδιοι πρέπει στη συνέχεια να υπερβούν!

Ποια μπορεί να είναι η λύση σε αυτό το σπιράλ; Το συνεχές κυνήγι ενός ανέφικτου στόχου; Να σαμποτάρουν τους συναθλητές; Να συνεννοηθούν όλοι μαζί να ρίξουν τις επιδόσεις; Να προσλάβουν για κάθε αθλητή και ένα «λαγό» προορισμένο να χάσει, ώστε να διατηρείται η σε φυσιολογικά επίπεδα;

Η συγκεκριμένη δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή. Είναι παράλογη και παράγει αποτελέσματα αντίθετα με την αναγκαία αιτία.

Και όσον αφορά στα ειδικά μαθήματα, «η βάση του 10» λειτούργησε υποδειγματικά επί δεκαετίες με πλήρη αποδοχή από την κοινωνία και την εκπαιδευτική κοινότητα, και μπορεί να εξακολουθεί να λειτουργεί ακριβώς όπως ήταν.