Πίνακας περιεχομένων
Οι διαρκώς αυξανόμενες κενές θέσεις εκπαιδευτικών στην Αττική επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικούς. Το κόμμα Νίκη, με νέα κοινοβουλευτική του παρέμβαση, αναδεικνύει τις διαστάσεις του προβλήματος και ζητά απαντήσεις για τις ελλείψεις που παραμένουν, παρά τις προαναγγελθείσες προσλήψεις και τοποθετήσεις αναπληρωτών.
Σύμφωνα με την ερώτηση που κατέθεσε η Νίκη στη Βουλή, χιλιάδες μαθητές βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντικά κενά σε όλες σχεδόν τις βαθμίδες και ειδικότητες, με αποτέλεσμα συρρίκνωση τμημάτων, υποβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και συνεχείς ανακατατάξεις στα σχολεία. Το θέμα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα σε πολυπληθείς περιοχές, όπου οι ανάγκες προσωπικού αυξάνονται διαρκώς, χωρίς όμως να καλύπτονται επαρκώς.
Αυξημένες ανάγκες και κενά στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
Όπως επισημαίνεται στο κείμενο της ερώτησης, καταγγελίες από συλλόγους γονέων, εκπαιδευτικούς και φορείς συγκλίνουν στο ότι στα σχολεία της Αττικής τα προβλήματα παραμένουν έντονα. Παρά τις δηλώσεις της Υπουργού Παιδείας πως τα κενά που δημιουργήθηκαν από τον διορισμό 10.000 μονίμων εκπαιδευτικών και τις άδειες όσων τοποθετήθηκαν θα καλυφθούν από τις φάσεις πρόσληψης αναπληρωτών, η εικόνα στα σχολεία δείχνει διαφορετική.
Ενδεικτικά, στην Α’ Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Αθήνας τα κενά φτάνουν τα 689, ενώ στη Βόρεια Αττική υπολογίζονται ήδη σε 326, επηρεάζοντας περιοχές όπως Αμαρούσιο, Κηφισιά, Νέα Ερυθραία, Εκάλη, Πεύκη και Μελίσσια. Σύλλογοι Γονέων, όπως της Αγίας Παρασκευής, καταγγέλλουν συγχωνεύσεις τμημάτων και σημαντικές ελλείψεις εκπαιδευτικών τόσο στην Πρωτοβάθμια όσο και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Σοβαρά προβλήματα σε Γυμνάσια, Λύκεια και ειδικές κατηγορίες σχολείων
Αναλυτικά στοιχεία που κατατέθηκαν στο Υπουργείο Παιδείας στις 5/11/2025 δείχνουν ότι σε 17 Γυμνάσια και Λύκεια της περιοχής υπάρχουν ελλείψεις σε βασικές ειδικότητες, ενώ στα Δημοτικά έχουν καταγραφεί σοβαρά κενά στην παράλληλη στήριξη και στα τμήματα ένταξης. Αντίστοιχα, στη Δυτική Αττική περισσότερα από 160 κενά αφορούν σχεδόν όλες τις ειδικότητες, επηρεάζοντας σχολεία σε Μενίδι, Ελευσίνα, Μάνδρα, Ασπρόπυργο και Λιόσια.
Σημαντικά κενά παρουσιάζονται επίσης στην Ειδική Αγωγή, όπου 131 θέσεις παραμένουν ακάλυπτες — εκ των οποίων 99 στην παράλληλη στήριξη. Στα σχολεία της Γ’ Αθήνας οι ελλείψεις ξεπερνούν τους 201 εκπαιδευτικούς. Συνολικά για όλη την Αττική, τα κενά που επηρεάζουν τις ανάγκες της παράλληλης στήριξης αγγίζουν τις 3.001 θέσεις.
Ανεπαρκείς λύσεις και επιπτώσεις στην καθημερινότητα μαθητών και γονέων
Στην ερώτηση υπογραμμίζεται ότι η πρακτική της άμεσης συγχώνευσης τμημάτων όχι μόνο δεν επιλύει το πρόβλημα, αλλά το οξύνει. Η συνεχής μετακίνηση εκπαιδευτικών από τμήμα σε τμήμα και σχολείο σε σχολείο δημιουργεί αναστάτωση, επηρεάζοντας χιλιάδες οικογένειες και υποβαθμίζοντας την ποιότητα του μαθήματος.
Δείτε Προειδοποίηση για τα σχολεία: Οι συγχωνεύσεις τμημάτων «τινάζουν στον αέρα» τη σχολική χρονιά
Επιπλέον, η δήλωση της Υπουργού ότι «οποιοσδήποτε νεοδιόριστος μπορεί, όταν καλείται να αναλάβει, να ενεργοποιήσει μια θεσμοθετημένη άδεια, μια μακροχρόνια άδεια, μια άδεια μητρότητας» καταγράφεται από την ερώτηση ως μεταφορά ευθύνης στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς αντί για ουσιαστική αντιμετώπιση των πραγματικών αναγκών του συστήματος.
Τα ερωτήματα προς το Υπουργείο Παιδείας
Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται, η κοινοβουλευτική ερώτηση ζητά να αποσαφηνιστεί το σχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για την πλήρη κάλυψη των κενών στην Αττική. Το ενδιαφέρον εστιάζει τόσο στο επιχειρησιακό πλάνο όσο και στο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα κάλυψης των θέσεων σε όλες τις βαθμίδες.
Διαβάστε Προσλήψεις αναπληρωτών: ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ εκατοντάδες κενά μετά τη Γ φάση
Η ερώτηση καλεί το Υπουργείο να εξηγήσει γιατί παραμένουν αναπάντητα ζητήματα σε ειδική αγωγή, παράλληλη στήριξη και σε βασικές ειδικότητες, καθώς και πότε προβλέπεται να καλυφθούν τα κενά σε περιοχές όπως Αγία Παρασκευή, Χαλάνδρι, Αμαρούσιο και Κηφισιά. Παράλληλα τίθεται ζήτημα νομοθετικής ρύθμισης, ώστε να αντιμετωπιστεί οργανωμένα η πραγματικότητα που επιβαρύνει τη λειτουργία των σχολείων.