Τα πανελλαδικά φαινόμενα στα επανέρχονται στο προσκήνιο, προκαλώντας έντονο προβληματισμό σε εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές, καθώς τα περιστατικά που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια παρουσιάζουν ανησυχητική αύξηση.

Η συζήτηση γύρω από τη λεγόμενη «σχολική βία» ανοίγει ξανά, όχι μόνο ως ζήτημα συμπεριφορών μέσα στις σχολικές μονάδες, αλλά ως κοινωνικό φαινόμενο που αντανακλά βαθύτερες αντιθέσεις και πιέσεις της εποχής.

Με εκτενή ανακοίνωσή της, η ΕΛΜΕ Ζακύνθου παρεμβαίνει δημόσια στο θέμα, υποστηρίζοντας ότι η βία που εκδηλώνεται στο σχολείο δεν μπορεί να αποκοπεί από το συνολικό κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και διαμορφώνονται οι μαθητές. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΛΜΕΖ τονίζει πως το σχολείο δεν είναι η γενεσιουργός αιτία των φαινομένων, αλλά ένας από τους χώρους όπου αποτυπώνονται τα αδιέξοδα, οι ανισότητες και οι πιέσεις της σύγχρονης κοινωνίας.

Αναλυτικά η ανακοίνωση από ΕΛΜΕ Ζακύνθου:

ΘΕΜΑ: «Για τα πανελλαδικά φαινόμενα βίας στα σχολεία»

Τα τελευταία χρόνια, όπως έχει αναδείξει το σωματείο μας με προηγούμενες ανακοινώσεις, έχουν αυξηθεί τα καταγεγραμμένα φαινόμενα βίας στα σχολεία γεγονός που προκαλεί εύλογη ανησυχία σε μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς, στο σύνολο της κοινωνίας. Προσπερνώντας τον –κατά τα άλλα– βάσιμο προβληματισμό αν τέτοιου είδους περιστατικά υποκαταγράφονταν σε παλιότερες εποχές, με αποτέλεσμα να μην αποτυπώνεται αντικειμενικά η εκδήλωση και η εξέλιξη των φαινομένων βίας, το ΔΣ της ΕΛΜΕ νιώθει την ανάγκη να εκφράσει τη θέση της.

ΔΕΙΤΕ 

Ο όρος «σχολική βία» είναι εγγενώς προβληματικός, αφού δίνει την εντύπωση ότι το σχολείο είναι ο χώρος στον οποίο γεννιούνται τέτοια φαινόμενα ή η αιτία εκδήλωσής τους. Μια τέτοια άποψη είναι ανορθολογική, αντιεπιστημονική και βαθιά αντιδραστική.

Εξίσου αντιδραστική είναι η άποψη περί «παιδικής/εφηβικής παραβατικότητας», καθώς συνδέει ευθέως την παραβατικότητα με μια συγκεκριμένη ηλικία. Μια τέτοια αντίληψη στερείται οποιασδήποτε επιστημονικής τεκμηρίωσης και συνεπώς οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα.

Στην πραγματικότητα βρισκόμαστε ως κοινωνία αντιμέτωποι με το φαινόμενο της εκδήλωσης της βίας και εντός του σχολικού χώρου, κάτι απολύτως αναμενόμενο, μια και αυτός δε χωρίζεται από την υπόλοιπη κοινωνία με «αδιαπέραστα τείχη». Ο μαθητής δεν είναι αποκλειστικά εκπαιδευόμενος, δεν έχει ως μοναδική ιδιότητα αυτήν του μαθητή. Είναι κοινωνικό ον που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο έχει εικόνες, παραστάσεις και βιώματα από όλους τους χώρους της κοινωνικής ζωής. Συνεπώς η κοινωνική του ύπαρξη εκδηλώνεται και στο σχολείο ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΜΟΝΟ σε αυτό.

Έτσι, ο μαθητής είναι εκείνο το κοινωνικό ον που βρίσκεται καθημερινά αντιμέτωπο με:

· την οικονομική αδυναμία της οικογένειάς του να ανταποκριθεί σε στοιχειώδεις ανάγκες

· την ανάγκη να εργαστεί ήδη από την τρυφερή ηλικία των 15 χρονών, χάνοντας την παιδική του αθωότητα και μπαίνοντας σε εργασιακούς χώρους πολλές φορές ακατάλληλους για την ψυχοσύνθεσή του

ΔΕΙΤΕ 

· τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας που έχουν θεσμοθετήσει οι κυβερνήσεις που αγγίζουν τις 13ώρες δουλειάς ημερησίως, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τον ίδιο αλλά και τις οικογενειακές και ευρύτερες κοινωνικές του σχέσεις

· τη φυσιολογική (στο προαναφερθέν πλαίσιο) διάλυση οποιασδήποτε ουσιαστικής επαφής με την οικογένειά του και της αδυναμίας οικοδόμησης βαθιών και γνήσιων οικογενειακών σχέσεων

· την οικονομική ανισότητα που αποτυπώνεται στην αδυναμία πολλών μαθητών να έχουν εξωσχολικές δραστηριότητες (μια και η συντριπτική πλειονότητά τους είναι επί πληρωμή) ή να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις του σχολείου (πχ εκδρομές, των οποίων το κόστος για πολλούς είναι δυσβάσταχτο)

· το υποστελεχωμένο σε προσωπικό και αναντίστοιχο με τις σύγχρονες ανάγκες σχολείο που με την Τράπεζα Θεμάτων και την επικείμενη θέσπιση του Εθνικού Απολυτηρίου έχει καταστεί ένας εξετασιοκεντρικός μαραθώνιος που αποτρέπει τον ζωντανό διάλογο μέσα στην τάξη, απωθεί τα παιδιά, εξοντώνει και δε μορφώνει

· την κουλτούρα της ωμής βίας και της αποθέωσης του ισχυρού όπως εκφράζονται στα ΜΜΕ, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, στα (υπο)προϊόντα της μουσικής βιομηχανίας και της βιομηχανίας θεάματος και φυσικά και στην πολιτική, με την ωμή καταστολή από την πλευρά του κράτους κάθε λαϊκής κινητοποίησης (πχ αγρότες), την ώρα που οι διάφοροι «επιτήδειοι» ξεκοκαλίζουν εκατομμύρια, με την υποχρηματοδότηση των κοινωνικών αναγκών για Υγεία-Πρόνοια-Παιδεία-Αθλητισμό-Πολιτισμό, με την πρόσφατη γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού από το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ με την έγκριση ΝΑΤΟ και ΕΕ και τη σιγή ιχθύος από τους ισχυρούς της χώρας μας και του πλανήτη, με την απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας και με τις ωμές-τραμπούκικες απειλές των ΗΠΑ και των άλλων ισχυρών χωρών του πλανήτη απέναντι σε οποιοδήποτε άλλο κράτος

Βία λοιπόν δεν είναι μόνο τα περιστατικά στα σχολεία. Βία είναι και η ανεργία, η εξαντλητική εργασία με μισθούς πείνας, η εργασία μέχρι τα βαθιά γεράματα, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου για σύναψη υγιών σχέσεων εντός της οικογένειας, η απουσία ελεύθερων χώρων για την ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ των μαθητών. Και αυτές οι μορφές βίας λειτουργούν και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο, εκδηλώνονται με κάθε προβλέψιμη και απρόβλεπτη μορφή.

Με όλα αυτά και με άλλα πολλά παρόμοιας υφής φαινόμενα έρχεται καθημερινά σε επαφή ο μαθητής, ο οποίος, σημειωτέον, λόγω ηλικίας αδυνατεί να φιλτράρει το σύνολο αυτών των πληροφοριών και δεν έχει ακόμη πλήρως διαμορφώσει κατάλληλα κριτήρια. Είναι πολύ εύκολο για τον μαθητή να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι είναι εντελώς μόνος του απέναντι σε έναν εχθρικό κόσμο, που του κάνει τη ζωή ανασφαλή και αβέβαιη, ότι το κοινωνικό σύνολο τον επιβουλεύεται, τον αγνοεί ή τον περιθωριοποιεί, ότι η κοινωνία είναι στην πραγματικότητα ένα σύνολο ατόμων εχθρικών μεταξύ τους. Με λίγα λόγια θεωρεί την κοινωνία ως άθροισμα ατόμων και όχι ως ολότητα σχέσεων, αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μια αυθύπαρκτη ατομικότητα και όχι ως συνισταμένη των κοινωνικών σχέσεων.

Η ίδια αυτή κοινωνία από όλους της τους πόρους περνάει το μήνυμα και του καλλιεργεί την κουλτούρα «ζήσε εσύ και άσε τους άλλους να πεθάνουν», «πάτα με για να μη σε πατήσω».

Είναι λοιπόν σαφές ότι τα αίτια της εκδήλωσης της κοινωνικής βίας εντός του σχολείου πρέπει να αναζητηθούν κατά βάση στην κοινωνία, ότι το σχολείο είναι ένας από τους πολλούς χώρους στους οποίους εκδηλώνεται η κοινωνική βία και εμφανίζονται τα συμπτώματά της και όχι η αιτία της.

Για αυτό και είναι βαθιά υποκριτική η στάση όσων υποστηρίζουν ότι «τα θέματα αυτά λύνονται μέσα στο σχολείο με τα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας: πλατφόρμες καταγγελιών, πρότζεκτ ενσυναίσθησης κλπ». Τα εργαλεία αυτά στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορούν να «λειάνουν» κάποια από τα συμπτώματα του φαινομένου, όχι να το αντιμετωπίσουν στη ρίζα του. Τέτοια εργαλεία δεν περιορίζουν τη σφοδρότητα και την ποικιλομορφία των φαινομένων κοινωνικής βίας που θα εκδηλωθούν στο μέλλον.

Απέναντι στην ουσία των φαινομένων της «σχολικής βίας» οι «Φαρισαίοι» μένουν άφωνοι. Και πώς να μη μένουν όταν είναι οι ίδιοι που χαράσσουν, υλοποιούν και επικροτούν την πολιτική που παράγει όλα αυτά; Επιτελώντας μάλιστα και το «ανθρωπιστικό τους καθήκον» δηλώνουν έκπληκτοι και προβληματισμένοι απέναντι στα αποτελέσματα της πολιτικής τους και σπεύδουν να χύσουν κροκοδείλια δάκρυα πάνω στα ερείπια που έχουν και οι ίδιο προκαλέσει!

Είναι τουλάχιστον υποκρισία να ξορκίζουν τους καρπούς, όταν οι ίδιοι ποτίζουν το δέντρο που τους γεννά.

Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, η οποία μπορεί να οδηγήσει τον κάθε άνθρωπο -ιδίως των λαϊκών στρωμάτων- στην οικονομική εξαθλίωση, τον πόλεμο και την προσφυγιά, είναι η πραγματική αιτία της βίας όπου και όπως αν αυτή εκδηλώνεται. Όσοι λοιπόν προβληματίζονται γνήσια και αυθεντικά για τα φαινόμενα βίας εντός σχολείου οφείλουν να αντιμετωπίσουν αυτή την αίτιά εντός της κοινωνίας και όχι απλώς εντός του σχολείου, όπου όσο και αν την ψάχνουν, δε θα τη βρουν.

Ακόμη όμως και στο πλαίσιο –έστω– της διαχείρισης των συμπτωμάτων της κοινωνικής βίας που εκδηλώνεται στα σχολεία, τα μέτρα που έχουν ληφθεί είναι αναποτελεσματικά: με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς αναπληρωτές που έχουν στην ευθύνη τους ακόμα και 5 σχολεία (δηλαδή πάνω από 700 ή ακόμα και πάνω από 1000 μαθητές), χωρίς πλήρως στελεχωμένες κρατικές δομές υποστήριξης των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, χωρίς δομές υποστήριξης κακοποιημένων παιδιών, με τη διάλυση του ΟΚΑΝΑ και των «στεγνών» προγραμμάτων κατά των ναρκωτικών και με αποκλειστική επίκληση της «πλατφόρμας καταγγελιών», αποδεικνύεται ότι η αντιμετώπιση έστω των συμπτωμάτων της κοινωνικής βίας δεν είναι προτεραιότητα για το κράτος, μια και προτιμά να δίνει τα αναγκαία για αυτές τις δομές και τις δράσεις κονδύλια σε επιδοτήσεις εφοπλιστών, βιομηχάνων, τραπεζιτών και μεγαλοξενοδόχων.

Το ΔΣ της ΕΛΜΕΖ ξεκαθαρίζει ότι κανένα από τα προτεινόμενα ή τα υλοποιούμενα μέτρα της παρούσας και των προηγούμενων κυβερνήσεων δε στοχεύει στην αιτία και άρα δεν μπορεί να εξαλείψει τα φαινόμενα κοινωνικής βίας εντός και εκτός σχολείου, ανεξαρτήτως των προθέσεων των εισηγητών τους και όσων τα υλοποιούν.

Επιπλέον, τα μέτρα καταστολής (πχ πλατφόρμες καταγγελιών κλπ) δεν πρόκειται να αποδώσουν, μια και «προσωποποιούν» και «εξατομικεύουν» ένα κατά βάση κοινωνικό πρόβλημα.

Αντιθέτως, τα μέτρα που προτείνουν τα σωματεία, τα συνδικάτα και οι φορείς του λαϊκού κινήματος μπορούν να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματα έστω προσωρινά, δίνοντας μια κάποια ανακούφιση.

Για το λόγο αυτό απαιτούμε:

· Κάλυψη του κάθε σχολείου με μόνιμους ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, που να έχουν στην αποκλειστική τους ευθύνη τη σχολική μονάδα και έναν εύλογο αριθμό μαθητών με βάση τις εισηγήσεις των αρμόδιων επιστημονικών ενώσεων και φορέων (πχ 100 μαθητές ανά ψυχολόγο/κοινωνικό λειτουργό)

· Ενημέρωση σε σταθερή βάση για όλους τους μαθητές για τα ζητήματα της βίας και της εκδήλωσης της σε όλους τους χώρους της κοινωνικής ζωής και δράσης (χώρους εργασίας, εμπορευματοποιημένο αθλητισμό, σχολείο κλπ)

· Προγράμματα συμβουλευτικές για νέους από ειδικούς ώστε να προστατεύονται προληπτικά οι μαθητές από τους κινδύνους του εθισμού (αλκοόλ, ναρκωτικά, ηλεκτρονικά παιχνίδια-τζόγος κ.α.)

· Δημιουργία χώρων δωρεάν άθλησης και ψυχαγωγίας για τα παιδιά της πόλης και των χωριών με ευθύνη Κράτους-Περιφέρειας-Δήμου

· Πλήρως στελεχωμένες με ευθύνη του κράτους δομές συμβουλευτικής γονέων/οικογενειών