Οι τιμές στα πρατήρια υγρών καυσίμων δεν μπορούν πλέον να ανεβαίνουν ανεξέλεγκτα.
Σύμφωνα με το Πρώτο Θέμα , ένα πρατήριο που αγοράζει σήμερα βενζίνη από εταιρεία εμπορίας περίπου 1,73–1,75 ευρώ το λίτρο έχει πλέον συγκεκριμένο όριο στο περιθώριο κέρδους στην αντλία: Το περιθώριο κέρδους περιορίζεται στα 12 λεπτά ανά λίτρο σε σχέση με την τιμή αγοράς, ενώ οι εταιρείες εμπορίας μπορούν να προσθέτουν έως 5 λεπτά το λίτρο στην τιμή που αγοράζουν από τα διυλιστήρια.
Με τον τρόπο αυτό μπαίνει όριο στο περιθώριο κέρδους σε όλη τη διαδρομή της τιμής των καυσίμων, από το διυλιστήριο έως την αντλία.
Αντίστοιχο πλαίσιο περιορισμού στο περιθώριο κέρδους εφαρμόζεται και στα βασικά προϊόντα που πωλούνται στα σούπερ μάρκετ: Προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης, όπως το γάλα, τα ζυμαρικά ή το ψωμί του τοστ, συνεχίζουν να διαμορφώνουν ελεύθερα την τελική τιμή τους, όμως το μεικτό περιθώριο κέρδους ανά κωδικό προϊόντος δεν μπορεί να ξεπερνά τον μέσο όρο που είχε καταγραφεί για το ίδιο προϊόν μέσα στο 2025.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι αν ένα προϊόν είχε πέρυσι, για παράδειγμα, περιθώριο κέρδους 18%, δεν μπορεί σήμερα να εμφανίσει περιθώριο 25% ή 30%. Ένα πακέτο ζυμαρικά που πωλείται περίπου 1,30–1,50 ευρώ ή ένα λίτρο γάλα που κινείται γύρω στο 1,60–1,80 ευρώ μπορεί να αλλάξει τιμή μόνο στον βαθμό που το επιτρέπουν τα πραγματικά κόστη, χωρίς να αυξάνεται το περιθώριο κέρδους σε σχέση με τα επίπεδα του 2025.

Το καθεστώς αυτό επιβάλλεται άμεσα με την έκδοση πράξης νομοθετικού περιεχομένου, με στόχο να περιοριστούν φαινόμενα αισχροκέρδειας σε καύσιμα και βασικά αγαθά. Η παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο όπου οι τιμές καυσίμων παρουσιάζουν έντονες μεταβολές. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης τον Μάρτιο κινήθηκε περίπου μεταξύ 1,75 και 1,87 ευρώ το λίτρο, ενώ το diesel κίνησης από 1,57 έως 1,84 ευρώ. Μέσα στον μήνα καταγράφηκαν αυξήσεις περίπου 7% στη βενζίνη, 17% στο diesel κίνησης και περίπου 20% στο πετρέλαιο θέρμανσης. Παρά την ανοδική τάση, οι τιμές παραμένουν χαμηλότερες από τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί τον Μάρτιο του 2024, όταν η μέση τιμή της αμόλυβδης είχε φτάσει περίπου τα 1,91 ευρώ το λίτρο, ενώ τον Μάρτιο του 2025 ήταν γύρω στα 1,77 ευρώ.
Στην ηλεκτρική ενέργεια η εικόνα εμφανίζεται πιο συγκρατημένη. Οι τιμές στη χονδρική αγορά για τον Μάρτιο διαμορφώνονται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τον μέσο όρο του 2024 και του 2025, ενώ έως τώρα η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερες τιμές χονδρικής από πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη παίζει η αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ αυξήθηκε κατά περίπου 2,8 GW σε σχέση με το 2025, δημιουργώντας ένα επιπλέον «ανάχωμα» απέναντι στην άνοδο του ενεργειακού κόστους.
Στο πλαίσιο των μέτρων που ενεργοποιούνται, οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών που προμηθεύουν τα πρατήρια λιανικής δεν επιτρέπεται να επιβάλλουν στην τιμή της αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων και του πετρελαίου κίνησης ποσό μεγαλύτερο των 5 λεπτών του ευρώ ανά λίτρο σε σχέση με την τιμή προμήθειας από τα διυλιστήρια, ενώ τα πρατήρια δεν μπορούν να προσθέτουν περιθώριο μεγαλύτερο των 12 λεπτών ανά λίτρο επί της τιμής αγοράς από τις εταιρείες εμπορίας.
Το μέτρο επεκτείνεται και σε προϊόντα που θεωρούνται απαραίτητα για τη διατροφή και τη διαβίωση των καταναλωτών. Το μεικτό περιθώριο κέρδους από την πώληση αυτών των προϊόντων, υπολογιζόμενο ανά κωδικό προϊόντος, δεν μπορεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο του αντίστοιχου περιθωρίου κέρδους που είχε καταγραφεί μέσα στο 2025.
Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου δεν κατονομάζει συγκεκριμένα τρόφιμα ή προϊόντα. Προβλέπει ότι οι κατηγορίες των αγαθών που θεωρούνται απαραίτητα για τη διατροφή και τη διαβίωση των καταναλωτών θα καθοριστούν με υπουργική απόφαση του υπουργείου Ανάπτυξης, μετά από εισήγηση της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς. Με την απόφαση αυτή θα γίνει σαφές ποια προϊόντα θα υπαχθούν στο πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, δηλαδή τα βασικά είδη που υπάρχουν σχεδόν σε κάθε καλάθι του νοικοκυριού.
Για παραβίαση των μέτρων προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα από 5.000 έως 5.000.000 ευρώ, ενώ σε περίπτωση υποτροπής το πρόστιμο διπλασιάζεται. Επιπλέον προβλέπεται πρόστιμο έως 50.000 ευρώ για επιχειρήσεις που αποκρύπτουν στοιχεία ή παρεμποδίζουν τους ελέγχους των αρχών.
Το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους προβλέπεται να ισχύσει έως τις 30 Ιουνίου 2026, με δυνατότητα να αρθεί νωρίτερα εφόσον οι συνθήκες στην αγορά το επιτρέψουν.