Πίνακας περιεχομένων
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέες πιέσεις στις κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας επηρεάζει τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη και τις αποφάσεις για τα επιτόκια. Η αβεβαιότητα που προκαλεί η σύγκρουση αναγκάζει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να ισορροπούν ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης των οικονομιών και στην προσπάθεια περιορισμού των πληθωριστικών πιέσεων.
Η εκτόξευση της τιμής του πετρελαίου, που έφτασε κοντά στα 120 δολάρια ανά βαρέλι, έχει ενισχύσει τους φόβους για παρατεταμένη αστάθεια στις αγορές ενέργειας. Οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να οδηγήσουν σε υψηλότερο πληθωρισμό διεθνώς, γεγονός που μπορεί να αναγκάσει πολλές κεντρικές τράπεζες να εξετάσουν ακόμη και αυξήσεις επιτοκίων.
Πιέσεις στις οικονομίες της Ασίας
Οι οικονομίες της Ασίας αντιμετωπίζουν έντονα τις συνέπειες της ενεργειακής αστάθειας. Για αρκετές κεντρικές τράπεζες της περιοχής, η επιλογή μείωσης των επιτοκίων γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνη, καθώς το αυξημένο κόστος καυσίμων ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, υπάρχει ο φόβος ότι μια πιο χαλαρή νομισματική πολιτική θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκροή κεφαλαίων, ιδιαίτερα εάν επιδεινωθούν οι εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό το ενδεχόμενο περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων για τις κεντρικές τράπεζες των αναδυόμενων αγορών της περιοχής.
Η περίπτωση της Ινδίας και οι πιέσεις στα νομίσματα
Στην Ινδία, η κεντρική τράπεζα φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης διατηρώντας χαμηλά τα επιτόκια. Ωστόσο, η αυξημένη προτίμηση των επενδυτών στο δολάριο ως ασφαλές καταφύγιο, που ενισχύεται από τη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, δημιουργεί νέες πιέσεις στο εγχώριο νόμισμα.
Αυτή η εξέλιξη ενδέχεται να οδηγήσει την Τράπεζα της Ινδίας σε πιο έντονες παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος, προκειμένου να στηρίξει την ισοτιμία. Η ενίσχυση του δολαρίου αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα αστάθειας για τις αναδυόμενες οικονομίες.
Τα δύσκολα διλήμματα για άλλες ασιατικές οικονομίες
Ορισμένες χώρες της περιοχής μπορεί να αναγκαστούν να επανεξετάσουν τη νομισματική τους πολιτική. Σύμφωνα με τον Τόρου Νισιχάμα, επικεφαλής οικονομολόγο αναδυόμενων αγορών στο Dai-ichi Life Research Institute στο Τόκιο, η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες ίσως χρειαστεί να εγκαταλείψουν τη χαλαρή πολιτική που ακολουθούν.
Η αύξηση του κόστους καυσίμων επιβαρύνει τις οικονομίες τους, ωστόσο οι πιέσεις από τις αγορές και τις κυβερνήσεις καθιστούν τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών ιδιαίτερα δύσκολες. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, όσο δεν διαφαίνεται σαφές τέλος στον πόλεμο, αυξάνεται και ο κίνδυνος οικονομικής στασιμότητας.
Βιομηχανικές οικονομίες και παγκόσμιο εμπόριο
Η κρίση επηρεάζει ιδιαίτερα τις οικονομίες που στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στο διεθνές εμπόριο και στις σταθερές τιμές πρώτων υλών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία, όπου η βιομηχανική δραστηριότητα εξαρτάται από την ομαλή λειτουργία των παγκόσμιων αγορών.
Στη Νότια Κορέα, η κεντρική τράπεζα διατήρησε τα επιτόκια αμετάβλητα τον Φεβρουάριο. Ωστόσο, σύμφωνα με τον οικονομολόγο της Citigroup Κιμ Τζιν-γουκ, εάν ο πληθωρισμός παραμείνει σημαντικά πάνω από τον στόχο, δεν αποκλείεται να υιοθετηθεί πιο επιθετική στάση.

Παρά ταύτα, προς το παρόν εκτιμάται ότι η Τράπεζα της Κορέας δεν θα προχωρήσει άμεσα σε αύξηση επιτοκίων μόνο λόγω της ανόδου του πετρελαίου, καθώς τα κυβερνητικά μέτρα για τον περιορισμό των τιμών καυσίμων μειώνουν τις επιπτώσεις στον πληθωρισμό.
Διλήμματα για τις ανεπτυγμένες οικονομίες
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στις αναδυόμενες αγορές. Οι κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων οικονομιών, όπως η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ, βρίσκονται επίσης αντιμέτωπες με δύσκολες αποφάσεις ανάμεσα στην ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τις πολιτικές πιέσεις.
Στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, μια παρατεταμένη διατήρηση των τιμών του πετρελαίου στα 110 δολάρια για έναν χρόνο θα μπορούσε να μειώσει την οικονομική ανάπτυξη κατά 0,39 ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με το Nomura Research Institute. Πρόκειται για σημαντικό πλήγμα για μια οικονομία που ήδη χαρακτηρίζεται από χαμηλό δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης.
Ταυτόχρονα, η Τράπεζα της Ιαπωνίας έχει πλέον λιγότερα περιθώρια να αγνοήσει τις πληθωριστικές πιέσεις, καθώς ο πληθωρισμός βρίσκεται πάνω από τον στόχο του 2% για σχεδόν τέσσερα χρόνια. Αυτό αυξάνει την πιθανότητα να συνεχιστεί η πολιτική αύξησης επιτοκίων, χωρίς όμως να υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα.
Διαφορετικές προκλήσεις σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας δημιουργεί διαφορετικά προβλήματα σε κάθε οικονομία. Στην Αυστραλία, όπου ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός, οι συνεχείς αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου ενδέχεται να επηρεάσουν τις προσδοκίες για τις μελλοντικές τιμές.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Challenger, Τζόναθαν Κέαρνς, επισημαίνει ότι σε ένα περιβάλλον ήδη υψηλού πληθωρισμού, η ενίσχυση αυτών των προσδοκιών θα μπορούσε να οδηγήσει την κεντρική τράπεζα να διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Στη Νέα Ζηλανδία η κατάσταση είναι διαφορετική. Η οικονομία προσπαθεί ακόμη να ανακάμψει από τις προηγούμενες αυξήσεις επιτοκίων και ενδέχεται να χρειαστεί μια πιο προσεκτική προσέγγιση στη νομισματική πολιτική.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Kiwibank, Τζάροντ Κερ, εκτιμά ότι ορισμένες κεντρικές τράπεζες, ιδιαίτερα η RBNZ, ίσως χρειαστεί να αποδεχθούν υψηλότερο πληθωρισμό για κάποιο διάστημα ώστε να αποφύγουν περαιτέρω σύσφιξη σε μια ήδη επιβραδυνόμενη παγκόσμια οικονομία.
Προειδοποιήσεις για τον παγκόσμιο πληθωρισμό
Η διευθύνουσα σύμβουλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, προειδοποίησε ότι μια αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10%, εάν διατηρηθεί για μεγάλο μέρος του έτους, θα μπορούσε να οδηγήσει σε άνοδο του παγκόσμιου πληθωρισμού κατά 40 μονάδες βάσης.
Μιλώντας από το Τόκιο, τόνισε ότι η νέα σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δοκιμάζει ξανά την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Παράλληλα κάλεσε τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να εξετάσουν ακόμη και τα πιο ακραία σενάρια και να προετοιμαστούν για αυτά στο νέο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.