ΥΠΟΜΝΗΜΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
«ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ»
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.
1. Πρῶτοι χωρὶς ἴσους οἱ Προκαθήμενοι. Ὑποκαθιστοῦν τὸ σῶμα τῶν Ἐπισκόπων
2. Πρῶτο σὲ σημασία καὶ κινδύνους τὸ θέμα: «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον»

3. Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀνατροπὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος διεκδικεῖ πανορθόδοξη ἔγκριση
4. Προέλευση τοῦ συνοδικοῦ κειμένου καὶ κρυφὲς ἐπιδιώξεις του
5. Ἡ πανθομολογούμενη ἀποτυχία τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων
6. Ἀντὶ νὰ ἀναφερθοῦν στὴν ἀποτυχία τῶν Διαλόγων τὴν ἔκρυψαν
7. Ἀποκρύπτουν τὶς δυσμενεῖς ἐξελίξεις στὸν χῶρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ μεθοδεύουν τὴν πανορθόδοξη ἀποδοχή του
8. Σημαντικοὶ σταθμοὶ τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγῶνος τῶν τελευταίων ἐτῶν
9. Προσθαφαιρέσεις καὶ ἀλλαγὲς στὸ συνοδικὸ κείμενο προσβάλλουν τὴν ἐκκλησιολογική μας ταυτότητα
10. Τὸ παναιρετικὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ἀποτιμᾶται θετικά
11. Νεοεποχίτικος συγκρητισμὸς ἐπικίνδυνος στὰ κείμενα τοῦ Π.Σ.Ε.
12. Ἡ σκοτεινὴ καὶ γριφώδης παράγραφος 20. Ἡ ἐκκλησιαστικότητα καὶ τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν
15. Γιὰ τὶς συμπροσευχὲς οὔτε κουβέντα
Ἐπίλογος


1. Πρῶτοι χωρὶς ἴσους οἱ Προκαθήμενοι. Ὑποκαθιστοῦν τὸ σῶμα τῶν Ἐπισκόπων
ἘπὶἕνααἰώνασχεδιάζουνκαὶπροσπαθοῦνἐξωεκκλησιαστικὰκέντρανὰπροωθήσουντὸνσυγκρητιστικὸΟἰκουμενισμὸκαὶνὰτὸννομιμοποιή­σουνχρησιμοποιώνταςἡγετικὲςμορφὲςἐντὸςτῆςἘκκλησίας, κληρικοὺςκαὶθεολόγους, οἱὁποῖοιεἴτεσυνειδητὰκαὶἐκπεποιθήσεωςεἴτεἀπὸἄγνοιακαὶκαλὴπρόθεση, συμμαχοῦνκαὶσυνεργάζονταιστὴνἐκθεμελίω­σητῆςἘκκλησίαςκαὶστὴνπαρεμπόδισητῆςἐνΧριστῷσωτηρίαςτῶνἀνθρώπων.
Ἐπειδὴ παρὰ τὶς προσπάθειές τους δὲν ἔχουν καταφέρει σημαντικὰ ἀποτελέσματα, ὅπως οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦν, ἔχουν ἐναποθέσει τώρα τὶς ἐλπίδες τους καὶ πράττουν τὸ πᾶν μὲ ταπεινωτικὲς ὑποχωρήσεις καὶ παραχωρήσεις, ἀντισυνοδικὲς καὶ ἀπολυταρχικὲς μεθοδεύσεις, ὥστε πάσῃ θυσίᾳ νὰ συνέλθει ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος καὶ νὰ ἐπιβάλει θεσμικὰ καὶ ἐπίσημα τὸν ἀπορριπτόμενο ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα παναιρετικὸ Οἰκουμενισμό. Κανένας ὅμως μὲ ὀρθόδοξη εὐαισθησία καὶ αὐτοσυνειδησία δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει τὸν ὁρισμὸ ποὺ ἔδωσε γιὰ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος μὲ θεῖο φωτισμὸ περιέγραψε προφητικὰ τὸν μεγάλο αὐτὸ κίνδυνο ποὺ διατρέχει ἡ Ἐκκλησία, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸν παραθέτουμε: «Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι κοινὸν ὄνομα διὰ τοὺς ψευδοχριστιανισμούς, διὰ τὰς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὑμανισμῶν, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Παπισμόν. Ὅλοι δὲ αὐτοὶ οἱ ψευδοχριστια­νισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τὴν ἄλλην αἵρεσιν. Τὸ κοινὸν εὐαγγελικὸν ὄνομά τους εἶναι ἡ παναίρεσις»[1]. Κανένας ἐπίσης, πολὺ περισσότερο, δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὴν ἀρνητικὴ στάση τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις, στοὺς αἱρετικοὺς καὶ ψευδοδιδασκάλους, οὔτε νὰ γκρεμίσει τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας μὲ μία διεύρυνσή τους, ὥστε μέσα τους νὰ περιληφθοῦν ὡς ἐκκλησίες καὶ οἱ αἱρέσεις, κατόπιν δὲ καὶ οἱ ἄλλες θρησκεῖες, γιὰ νὰ ἱδρυθεῖ, ἡ πανθρησκεία τοῦ Ἀντιχρίστου, καὶ ἀντὶ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας νὰ ὁδηγοῦνται οἱ ἄνθρωποι στὴν ἀπώλεια.
Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σοβαρὸ μὲ ἀνυπολόγιστες σωτηριολογικὲς συνέπειες, οἱ δὲ κίνδυνοι κρύβονται κάτω ἀπὸ τὰ ἀπατηλὰ συνθήματα τῆς ἀγάπης, τῆς καταλλαγῆς, τῆς ἑνότητος, τῆς εἰρήνης, ὡσὰν νὰ ἐστεροῦντο αὐτὲς τὶς ἀρετὲς οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ποὺ κατεδίκασαν καὶ ἀναθεμάτισαν μὲ αὐστηρότητα τὶς αἱρέσεις καὶ τοὺς αἱρετικούς, πρέπει νὰ ἐξετάσουμε μὲ ἀκρίβεια καὶ ὑπευθυνότητα, ἂν ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ἀκολουθεῖ αὐτὴν τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ γραμμή, ἢ πορεύεται ἐπὶ ἄλλης ὁδοῦ ξένης καὶ ἀλλοτρίας.
Τελευταῖος σταθμὸς στὴν ἀσυνήθιστα μακρὰ πορεία τῆς Συνόδου, ποὺ καὶ μόνο γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλει σὲ ἀνησυχίες, γιατὶ εἶναι πρωτόγνωρη στὴν συνοδικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἦταν ἡ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἄγνωστος καὶ ἀμάρτυρος θεσμός, ποὺ ὑποκαθιστᾶ τὴν συνοδικὴ λειτουργία τοῦ σώματος τῶν ἐπισκόπων, ἡ ὁποία συνῆλθε στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης (21-28 Ἰανουαρίου, 2016), καὶ ἀπὸ τὰ δέκα θέματα ποὺ εἶχαν προετοιμασθῆ νὰ ἀπασχολήσουν τὴν Σύνοδο ἐπέλεξε, χωρὶς τὴν γνώμη τῶν τοπικῶν συνόδων, ἀλλὰ μὲ πρωτεῖο ἐξουσίας τῶν προκαθημένων (primi sine paribus), νὰ ἔλθουν στὴν Σύνοδο τὰ ἕξι: α) Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν σύγχρονο κόσμο, β) Ἡ Ὀρθόδοξος Διασπορά, γ) Τὸ Αὐτόνομον καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ δ) Τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου καὶ τὰ κωλύματα αὐτοῦ ε) Ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον καὶ στ) Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸ κόσμον.
Δὲν θὰ ἐξηγήσουμε, γιατὶ κυριολεκτικὰ τὴν τελευταία στιγμὴ ἀφαιρέθηκε τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τοῦ Πασχαλίου, ποὺ καὶ μόνο του, ὡς φλέγον καὶ ἐπεῖγον, θὰ δικαιολογοῦσε τὴν τάχιστη σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸ τραῦμα καὶ τὸ σχίσμα ποὺ προκάλεσε ἡ μονομερής, χωρὶς πανορθόδοξη ἀπόφαση, ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση στὴν ὁποία προέβη τὸ 1924 ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὴν σύμφωνη γνώμη μόνον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Αὐτὸ θὰ ἀποτελέσει θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μας στὴν προγραμματισθεῖσα καὶ ἐξαγγελθεῖσα ἐπιστημονική – θεολογικὴ Ἡμερίδα, ποὺ συνδιοργανώνουν στὸν Πειραιᾶ, στὶς 23 Μαρτίου τρέχοντος ἔτους, Ἱερὲς Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν[2]. Οὔτε θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν ἀποτίμηση τῶν ἄλλων θεμάτων, ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἐσωτερικὸ βίο τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοροῦν στὸ ἦθος καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ εὐταξία, μολονότι καὶ εἰς αὐτὰ ὑπάρχουν ἀστοχίες, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐπισημάνθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, παρέμειναν ὅμως ἀδιόρθωτες.


2. Πρῶτο σὲ σημασία καὶ κινδύνους τὸ θέμα: «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον»

Θὰ ἐπικεντρώσουμε τὸ ἐνδιαφέρον μας στὸ ἕκτο καὶ τελευταῖο, ἀλλὰ πρῶτο σὲ σημασία καὶ ἐπικινδυνότητα θέμα ποὺ τιτλοφορεῖται «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», διότι ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Συνόδου γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιστρέφεται, αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς Συνόδου. Μὲ συνηθισμένη λαϊκὴ ἔκφραση θὰ λέγαμε ὅτι «αὐτὸ εἶναι ὅλα τὰ λεφτά»· ὅλη ἡ ἀξία ἢ ἀπαξία τῆς Συνόδου θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις ποὺ θὰ πάρει ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου κειμένου, ἂν θὰ ἀναγνω­ρισθεῖ ὡς μία Ὀρθόδοξη Σύνοδος ποὺ συνεχίζει τὴν γραμμὴ τῶν προηγου­μένων συνόδων ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις ἢ ἂν θὰ εἶναι μία ψευδοσύνοδος, ὅπως τόσες ἄλλες στὸ παρελθόν, ποὺ θὰ ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως προκαλέσει διαιρέσεις καὶ σχίσματα. Ἂν τὸ προσυνοδικὸ κείμενο παραμείνει καὶ ἐγκριθεῖ ὡς ἔχει, θὰ συμβεῖ μὲ βεβαιότητα τὸ δεύτερο· καὶ ἐξηγούμεθα.
Ὁ τίτλος τοῦ θέματος ἐν πρώτοις «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» ἐκκλησιολογικὰ δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἐκκλησιολογικὰ ἀκριβὴς θὰ ἦταν ὁ τίτλος «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους αἱρετικούς». Ἂν γιὰ λόγους ποιμαντικῆς διακρίσεως καὶ εὐγενείας, δὲν θέλαμε νὰ χαρακτηρίσουμε τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς ὡς αἱρετικοὺς καὶ νὰ γκρεμίσουμε τὶς γέφυρες τῆς προσέγγισης καὶ τοῦ διαλόγου, μολονότι ἡ καλύτερη καὶ πιὸ ἀποτελεσματικὴ μέθοδος διαλόγου εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅπως ἔπρατταν ὁ Κύριος, οἱ ῞Αγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἐνῶ τὰ ἄλλα εἶναι κοσμικὴ καὶ ὑποκριτικὴ διπλωματία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους Χριστιανούς». Ἡ παράλειψη τοῦ ἐπιθέτου «Ὀρθοδόξου» δὲν σημαίνει ὅτι στεροῦμε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας, διότι αὐτὸ εἶναι αὐτονόητο· ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ὀρθόδοξη, γι᾽ αὐτὸ ἄλλωστε δὲν τὸ περιέλαβαν οἱ Πατέρες τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ἐκκλησιο­λογικὸ ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Βοηθεῖ ὅμως ἡ παράλειψη νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς ἄλλες «Ἐκκλησίες», ποὺ χαρακτηρίζονται μὲ ἄλλα ἐπίθετα ὅπως «Καθολι­κὴ Ἐκκλησία», «Εὐαγγελικὴ Ἐκκλησία», «Ἀγγλικανικὴ Ἐκκλησία», «Ἀνατο­λικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», ἀλλὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ μοναδικὴ καὶ μόνη ἀληθὴς Ἐκκλησία, κατὰ τὴν σύμφωνη καὶ ἀστασίαστη γνώμη τῶν Ἁγίων. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλες ἐκκλησίες ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διακριτικὴ ἐπίσης καὶ εὐγενικὴ φράση «πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους Χριστιανούς» δὲν ἔχει ἐκκλησιολογικὸ πρόβλημα, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο: Νὰ δείξει ὅτι ὑπάρχουν ὅρια στὴν Ἐκκλησία, καὶ ὅσοι εὑρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτά, γιὰ νὰ γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ εὑρεθοῦν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ ἀποκηρύξουν τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς πλάνες τους καὶ νὰ ἐπιστρέ­ψουν ὡς πλανηθέντα πρόβατα εἰς τὴν μίαν ποίμνην, ὑπὸ τὸν ἕνα ποιμένα Χριστόν, νὰ ἐπανέλθουν καὶ νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία ὅπως εὐχόμαστε οἱ ἱερεῖς μετὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων στὴν λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου. «Τοὺς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καὶ σύναψον τῇ Ἁγία Σου, Καθολικῇ καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ».Πουθενὰ στὰ ἁγιογραφικὰ καὶ πατερικὰ κείμενα δὲν ὑπάρχει ἡ ἰσοπεδωτικὴ οἰκουμενιστικὴ εὐχὴ καὶ ἐπιθυμία γιά «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν», διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἑνωμένη, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι κάτι ζητούμενο, ἀλλὰ εἶναι δεδομένη· ὑπάρχει ὡς ζητούμενο ἡ «ἕνωση μὲ τὴν Ἐκκλησία» τῶν ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένων αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, καὶ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε κατ᾽ ἀκρίβειαν νὰ ἐκφράζει ὁ τίτλος τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου: «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους αἱρετικούς».
Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἄλλη οἰκουμενιστικὴ παγίδα ἢ κουτσουλιὰ στὸν τίτλο τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον». Ὡς εὐρύτερη ἑνότητα θεωρεῖται ὄχι ἡ Καθολική, ἡ οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν ὅλα τὰ ὑγιῆ μέλη, ἀλλὰ ὁ «Χριστιανικὸς κόσμος»· αὐτοῦ τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου τῶν αἱρέσεων καὶ τῆς πλάνης ἕνα μέρος εἶναι ἡ «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία» καὶ πρέπει νὰ δοῦμε ποιὲς εἶναι οἱ σχέσεις της πρὸς τὸν «λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», ποὺ παρουσιάζεται ἔτσι οὐδέτερα καὶ ἰσοπεδωτικά.


3. Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀνατροπὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος διεκδικεῖ πανορθόδοξη ἔγκριση

Αὐτὴ ἡ οὐδέτερη καὶ ἰσοπεδωτικὴ ἐκκλησιολογία, ἄγνωστη στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται ἀπὸ τὴν Κωνσταντι­νούπολη στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα, μὲ ἀνατροπὴ ὅλης τῆς προηγουμένης Παραδόσεως καὶ μὲ καύχηση μάλιστα τῶν Οἰκουμενιστῶν κληρικῶν καὶ θεολόγων γι᾽ αὐτὴν τὴν νέα θεώρηση[3]. Μέχρι τότε ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοῦ Μ. Φωτίου καὶ σταθερὰ ἀπὸ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ Μᾶρκο Ἐφέσου τὸν Εὐγενικὸ ὁ Παπισμὸς θεωρεῖται ὡς αἵρεση, ἐν πρώτοις μὲ τὴν συνοδικὴ καταδίκη τοῦ Filioque ἀπὸ τὴν Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 879, τὴν ὁποία ὑπέγραψαν καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ πάπα, ἀπὸ τὴν σύμφωνη καὶ ὁμόφωνη γνώμη ὅλων τῶν μετὰ ταῦτα Ἁγίων Πατέρων (Consensus Patrum) ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πλῆθος πατριαρχικῶν καὶ συνοδικῶν κειμένων καὶ ἀποφάσεων ποὺ ἐγράφησαν καὶ ἐλήφθησαν στὴν Κωνσταντινούπολη τὸν 19ο αἰώνα μὲ πανορθόδοξη σύνθεση. Τὸ ἴδιο, κατὰ μείζονα λόγο, ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν Προτεσταντισμό, ποὺ ὡς τέκνο τοῦ Παπισμοῦ κουβαλάει πολλὲς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις του, ἐγέννησε ὅμως μετὰ τὴν αὐτονόμησή του ἄλλες μεγαλύτερες. Γιὰ τοὺς Μονοφυσίτες, ποὺ τοὺς ὡραιοποιήσαμε ὡς Ἀνατολικοὺς Ὀρθοδόξους, Προχαλκηδόνιους κ.τ.λ., καὶ μόνον ὡς αἱρετικοὺς δὲν τολμοῦμε πλέον νὰ τοὺς ὀνομάσουμε, ὑπάρχουν ἀμετάκλητες καὶ ἀλάθητες ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ γενικὴ συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων ποὺ δὲν ἐπιτρέπουν καμμία νέα θεώρηση καὶ ἀλλαγή.
Καὶ ὅμως ἡ Κωνσταντινούπολη ἔκανε αὐτὴν τὴν ἀλλαγὴ καὶ ἀνατροπὴ μὲ δύο πατριαρχικὰ καὶ συνοδικὰ κείμενα, ἕνα τοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶμ Γ´ τοῦ 1902 καὶ τὸ πιὸ ἀνατρεπτικὸ ἐκεῖνο τῆς πατριαρχικῆς καὶ συνοδικῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1920 μὲ τοποτηρητὴ στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν Προύσης Δωρόθεο. Ἀποφεύγεται πλέον ἡ χρήση τῶν λέξεων αἵρεση καὶ αἱρετικοὶ τῶν προηγουμένων αἰώνων. Τὸ κείμενο τοῦ 1902 ζητᾶ ἀπὸ τοὺς προκαθημένους τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν νὰ σκεφθοῦν «περὶ τῶν ἐν τῷ παρόντι καὶ τῷ μέλλοντι σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δύο μεγάλων τοῦ χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδων, τῆς δυτικῆς δηλονοῦν καὶ τῆς τῶν διαμαρτυρομένων Ἐκκλη­σίας» καί «πῶς ἂν εἴη δυνατὸν προλειᾶναι τῆς πρὸς τοιοῦτο τέρμα ἄγουσαν, ἀνώμαλον, τόγε νῦν, ὁδόν, ἐξευρεῖν τε σημεῖα συναντήσεως καὶ ἐπαφῆς ἢ καὶ ἀμοιβαίων θεμιτῶν παροράσεων»[4]. Τὸ κείμενο τοῦ 1920 προχωρεῖ πολὺ περισσότερο. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι, ἀκόμη καὶ ἐξ ἀρχῆς, ἀναγνωρίζει ἐκκλησια­στικότητα στὶς ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας χριστιανικὲς κοινότητες, διότι ἀπευθύ­νεται «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», περιλαμβάνοντας ὅλη τὴν πανσπερμία τῶν αἱρέσεων μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἐπιπροσθέτως ὀνομά­ζει καὶ τὶς ἐκ τῆς Δύσεως «ἐκκλησίες»σεβάσμιες, καὶ πιστεύει ὅτι «ἐπιβάλ­λεται ἵνα ἀναζωπυρωθῇ καὶ ἐνισχυθῇ πρὸ παντὸς ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, μὴ λογιζομένων ἀλλήλας ὡς ξένας καὶ ἀλλοτρίας, ἀλλ᾽ ὡς συγγενεῖς καὶ οἰκείας ἐν Χριστῷ καὶ “συγκληρονόμους καὶ συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ, ἐν Χριστῷ”»[5]. Πλήρης παραδοχὴ τῆς ἐκκλησιαστικό­τητος τῶν αἱρέσεων ὡς συγγενεῖς τῆς Ἐκκλησίας καὶ συγκληρονόμους τῆς σωτηρίας, μὲ παρερμηνεία τοῦ παρατιθεμένου χωρίου τοῦ Ἀποστόλου Παύλου[6].
Ἀπὸ τὸ πρῶτο οἰκουμενιστικὸ κείμενο τοῦ 1902 πέρασαν 114 χρόνια καί 96 ἀπὸ τοῦ 1920, καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ ἀνατροπὴ τῆς Ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας δὲν κατορθώθηκε ἐπισήμως. Αὐτὸ ἐπιχειρεῖται τώρα στὴν συγκαλούμενη Ἁγία, καὶ Μεγάλη Σύνοδο ποὺ μέχρι τώρα διαψεύδει τὴν ὀνομασία της· δὲν εἶναι οὔτε Ἁγία διότι δὲν ἀκολουθεῖ τοὺς Ἁγίους, οὔτε Μεγάλη, διότι δὲν ἐκπροσωπεῖ οὔτε τὸ σύνολο τῶν ἐπισκόπων οὔτε τὴν καθολικὴ συνείδηση τῶν πιστῶν.


4. Προέλευση τοῦ συνοδικοῦ κειμένου καὶ κρυφὲς ἐπιδιώξεις του

Ἂς δοῦμε ὅμως πῶς προέκυψε τὸ συζητούμενο κείμενο καὶ ποιὲς εἶναι οἱ κρύφιες καὶ συγκεκαλυμμένες ἐπιδιώξεις του, οἱ νεοποχίτικες ἀσάφειες καὶ ἀντιφάσεις, ἡ ἀπουσία σαφοῦς καὶ ἀκριβοῦς λόγου, ὥστε ἡ ἀσάφεια νὰ ἐπιτρέπει ποικιλία ἐπιθυμητῶν ἑρμηνειῶν καὶ στοχεύσεων. Ἡ Γ´ Προσυνο­δικὴ Πανορθόδοξος Διάσκεψις ποὺ συνῆλθε στὴν Γενεύη (28 Ὀκτωβρίου-6 Νοεμβρίου 1986), στὴν ὁποία ἔλαβε μέρος καὶ ὁ γράφων ὡς σύμβουλος τῆς ἀντιπροσωπίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὑπῆρξε ὁμολογουμένως ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπιτυχεῖς καὶ ἀποδοτικὲς Διασκέψεις, διότι προετοίμασε τὰ τέσσερα ἀπὸ τὰ δέκα θέματα τῆς Συνόδου μὲ τὴν διατύπωση καὶ ἔκδοση τῶν σχετικῶν κειμένων: α) Ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον, β) Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον, γ) Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις καὶ δ) Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης μεταξὺ τῶν λαῶν καὶ ἄρσιν τῶν φυλετικῶν καὶ λοιπῶν διακρίσεων. Τὰ τέσσερα κείμενα παραπέμπονται τώρα στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο ὡς τρία, μὲ συγχώνευση τῶν δύο καὶ ἀλλαγὴ τίτλου στὸ τέταρτο. Τὸ δ´ κείμενο «Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης κ.τ.λ» ἄλλαξε τίτλο καὶ παραπέμπεται τώρα ὡς «Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ». Τὸ κείμενο «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις» συγχωνεύθηκε κακῶς μὲ τὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον». Γιατί ἔγινε αὐτὴ ἡ συγχώνευση; Ἦταν λανθασμένη ἡ προηγουμένη ἐξέταση τῶν σχέσεων μὲ κάθε «ἐκκλησία» ξεχωριστά, περιλαμβάνουσα καὶ τὴν ἀποτίμηση τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων, καὶ ξεχωριστὰ μὲ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» καὶ τοὺς ἐντὸς αὐτοῦ πολυμερεῖς διαλόγους; Τὰ δύο κείμενα ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τους μέχρι σήμερα (1986-2016), ἐπὶ τριάντα ἔτη, ἔχουν ἀποκτήσει μία ταυτότητα ξεχωριστὴ καὶ ἔχουν γίνει ἐπ᾽ αὐτῶν ποικίλες παρατηρήσεις, θετικὲς καὶ ἀρνητικές. Γιὰ ποιό λόγο ἑνοποιήθηκαν; Στὶς ἐπὶ μέρους ἐκκλησίες ὑποβλήθηκαν καὶ ὑπῆρχαν ἐπὶ ἔτη ὡς ξεχωριστὰ κείμενα. Ζητήθηκε ἡ γνώμη τῶν ἐκκλησιῶν γιὰ τὴν ἑνοποίησή τους; Πολὺ περισσότερο μάλιστα, ὅταν ἐνημερώνονται προσφάτως οἱ ἱεραρχίες τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν γιὰ τὰ δύο κείμενα καὶ γνωρίζουν δύο ξεχωριστὰ κείμενα, ὅπως ἔγινε μὲ τὴν ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποία ἐνημέρωσε στὶς 8 Ὀκτωβρίου 2014 ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ἐκπρόσωπος τῆς ἐν λόγῳ Ἐκκλησίας στὶς προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις μὲ ἐκτενῆ εἰσήγηση καὶ θέμα «Ἐνημέρωσις περὶ τῆς Μελλούσης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου». Οἱ ἀρχιερεῖς ἀπέκτησαν μίαν εἰκόνα ἀπὸ τὰ δύο κείμενα τελείως διαφορετική, μὲ μεγαλύτερη πληρότητα, γιὰ τοὺς διεξαγόμενους θεολογικοὺς διαλόγους καὶ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ἀπὸ αὐτὴν ποὺ παρουσιάζει τώρα τὸ νέο κουτσουρεμένο, ἐλλιπὲς καὶ ὡραιοποιημένο κείμενο. Γιατὶ στὸ παρὰ πέντε τὴν τελευταία στιγμή, στὸ πιὸ κρίσιμο κείμενο τῆς Συνόδου ἔγιναν αὐτὲς οἱ ἐπεμβάσεις, χωρὶς τὴν γνώμη τῶν ἐκκλησιῶν; Δὲν πρόκειται γιὰ ἁπλὲς φιλολογικὲς ἢ ἐννοιολογικὲς παρεμβάσεις καὶ διορθώσεις, ἀλλὰ γιὰ ἀλλαγὴ τοῦ κειμένου μὲ προσθῆκες καὶ ἀφαιρέσεις ὁλοκλήρων σελίδων καὶ παραγράφων, μὲ στόχο τὸ κρίσιμο αὐτὸ κείμενο νὰ περάσει εὐκολώτερα, καὶ νὰ ἐπικυρωθεῖ θεσμικὰ καὶ ἐπίσημα ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Καὶ ποιά εἶναι ἡ αἰτιολογία τῆς κολοβώσεως τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ κειμένου ποὺ δὲν πείθει οὔτε καὶ πολλοὺς ἐκ τῶν Οἰκουμενιστῶν; Ὁ μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης, πρόεδρος τὰ τελευταῖα χρόνια τῶν προσυνοδικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ Διασκέψεων στὴν εἰσήγησή του «Περὶ τῆς πορείας τῆς προετοιμασίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου», ποὺ παρουσίασε στὴν Σύναξη τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου (29.8.2015) στὸ Φανάρι, δὲν δίδει καμμία ἐξήγηση· λέγει ἁπλῶς ὅτι «Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ συνενώση τὸ κείμενο τοῦτο μετὰ τοὺ προηγουμένου ὡς ἐκ τῆς συγγενείας τοῦ περιεχομένου των», ἐνῶ δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς συνενώσεως, ἀλλὰ περὶ οὐσιαστικῶν ἀφαιρέσεων καὶ προσθηκῶν. Ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος ἐνθουσιαστικὰ καὶ ὀρθοδοξώτατα παρουσίασε τὰ δύο κείμενα στὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2014, μέχρι σημείου κάποιοι ἀρχιερεῖς νὰ σχηματίσουν τὴν γνώμη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐνημερώσεως, ὅτι «πάει, πέθανε ὁ Οἰκουμενισμός», οὔτε ἀντέδρασε οὔτε ἐνημέρωσε τὴν Ἱεραρχία γιὰ τὶς οὐσιαστικὲς ἀλλαγὲς στὸ κείμενο. Ἁπλῶς, σὲ εἰσήγηση ποὺ ἔκανε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βλατάδων, ὅπου συνεκλήθη συνέδριο μὲ θέμα «Πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» (3-5 Δεκεμβρίου 2015), δικαιολογώντας τὴν συγχώνευση τῶν δύο κειμένων εἶπε: «Εἰς τὰ πλαίσια τῆς ἐπικαιροποιήσεως τῶν ἀπόψεων καὶ θέσεων ἐθεωρήθη ὀρθότερον ἡ ἑνοποίηση τῶν δύο κειμένων, ἐνῶ δὲν ἐτέθησαν παράγραφοι τῶν δύο προηγουμένων κειμένων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονταν εἰς τὰς δράσεις καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας ἐνίων ὀργάνων, κυρίως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ὡς καὶ εἰς τὴν περιγραφικὴν πορείαν τῶν διαφόρων Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων. Ἡ ἀπάλειψις αὕτη ἐγένετο, διότι ἐθεωρήθησαν πλέον αἱ συγκεκριμέναι παράγραφοι ὡς ἁπλαὶ καὶ μόνον ἱστορικαὶ ἀναφοραί, αἱ ὁποῖαι δὲν προσέφερόν τι τὸ σημαντικὸν ὡς πρὸς τὴν μελλοντικὴν θεώρησιν καὶ ἀξιοποίησιν πανορθοδόξως τοῦ νέου κειμένου». Τὸ ἑνοποιημένο κείμενο ἑτοίμασε ἡ «Εἰδικὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπή» ποὺ ἐπραγματοποίησε τὴν Α´ Συνάντηση στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης ἀπὸ 29 Σεπτεμβρίου ἕως 4 Ὀκτωβρίου τοῦ 2014, τὸ ἐνέκρινε δὲ καὶ τὸ ὑπέγραψε ἡ Ε´ Πορσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Γενεύη, 10-17 Ὀκτωβρίου 2015), ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας στὴν ἀναφερθεῖσα εἰσήγησή του στὸ συνέδριο τῆς Μονῆς Βλατάδων, ἀλλὰ καὶ ἄλλες πηγές. Ἐξ αὐτῶν γεννῶνται πολλὰ ἐρωτήματα γιὰ τὸν τρόπο τῆς προσυνοδικῆς ἐργασίας στὴν τελευταία φάση, ποὺ ἔγινε ἡ δῆθεν ἐπικαιροποίηση, διόρθωση καὶ βελτίωση τῶν κειμένων. Ὁμολογεῖται ἐν πρώτοις ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Μεσσηνίας ὅτι ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ τὸ κείμενο οἱ παράγραφοι ποὺ ἀφοροῦσαν στοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους καὶ στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, καὶ αὐτὸ ἦταν, κατὰ τὴν γνώμη μας ὁ κύριος στόχος τῶν ἀλλαγῶν, ὅπως θὰ δοῦμε στὴν συνέχεια. Προκύπτει, ὅμως καὶ κάτι ἄλλο ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν σοβαρότητα καὶ ὑπευθυνότητα τῶν προσώπων ποὺ μᾶς ἐκπροσωποῦν στὶς Προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις. Ἡ κολόβωση τῶν δύο κειμένων καὶ ἡ συγχώνευσή τους σὲ ἕνα ἔγινε στὴν Α´ Συνάντηση τῆς Εἰδικῆς Διορθόδοξης Ἐπιτροπῆς (29 Σεπτεμβρίου-4 Ὀκτωβρίου 2014). Ἀμέσως μετά, πρὶν στεγνώσει ἡ μελάνη, ὅπως λέγαμε παλαιότερα, στὶς 8 Ὀκτωβρίου, τέσσερις μόλις ἡμέρες μετά, ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας ἐνημέρωσε τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιὰ τὴν πορεία τῆς Συνόδου, καί, ἐνῶ μόλις εἶχε ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν Α´ Συνάντηση τῆς Εἰδικῆς Διορθόξοξης Ἐπιτροπῆς, ὅπου κολοβώθηκαν καὶ ἑνοποιήθηκαν τὰ κείμενα, ἀπέκρυψε τὸ γεγονὸς καὶ παρουσίασε ξεχωριστὰ τὰ κείμενα μὲ ἀπαξιωτικὲς καὶ ὀρθὲς παρατηρήσεις γιὰ τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους, οἱ ὁποῖες ὅμως πλέον δὲν εἶχαν καμμία ἀξία, ἀφοῦ τὰ περὶ Θεολογικῶν Διαλόγων εἶχαν ἀπαλειφθῆ. Ἴσως βέβαια αὐτὸ ἔγινε, διότι ὅλα αὐτὰ δὲν εἶχαν ἀκόμη ὁριστικοποιηθῆ καὶ ἐγκριθῆ ἀπὸ τὴν ἀναμενόμενη Ε´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Ὀκτώβριος 2015). Εἶχε ὅμως ὑποχρέωση νὰ ἐνημερώσει τὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, γιὰ νὰ τοποθετηθοῦν ἐπὶ τῶν ἀλλαγῶν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, ὥστε νὰ μεταφέρει τὶς ἐνδεχόμενες ἀντιδράσεις στὴν Ε´ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη καὶ ἀναλόγως νὰ ληφθῦν οἱ ἀποφάσεις, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔγινε καὶ σ᾽ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ἐπὶ περιφρονήσει καὶ ὑποτιμήσει, πολλαπλῶς, τοῦ σώματος τῶν ἐπισκό-πων. Πρὸς τὶ ὅμως αὐτὴ ἡ ἀπόκρυψη, παραπληροφόρηση καὶ παραπλάνηση τῶν ἐπισκόπων;


5. Ἡ πανθομολογούμενη ἀποτυχία τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων

Οἱ οὐσιαστικοὶ λόγοι τῆς ἑνοποιήσεως καὶ συγχωνεύσεως τῶν δύο κειμένων εἶναι προφανεῖς. Ἂν τὰ δύο κείμενα παρέμεναν, ὅπως τὰ εἶχε καλῶς προετοιμάσει ἡ Γ´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1986), χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι ἦταν ἀλάνθαστα, ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ἦταν ὑποχρεωμένη, βάσει τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», ὅπου γινόταν ξεχωριστὴ ἀναφορὰ σὲ ὅλους τοὺς διμερεῖς θεολογικοὺς διαλόγους, νὰ κάνει πραγματικὴ ἐπικαιροποίηση τῶν ἀποτελεσμάτων, νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ἀναντίρρητη καὶ πανθομολογούμενη ἀποτυχία τους, καὶ μὲ βάση αὐτὴν τὴν παραδοχὴ νὰ ἀποφασίσει τὴν συνέχιση ἢ τὴν διακοπή τους. Ποιός ὅμως ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὰς εἶναι ἕτοιμος νὰ πιεῖ αὐτὸ τὸ πικρὸ γι᾽ αὐτοὺς ποτήρι; Οἱ διάλογοι κατ᾽ αὐτοὺς πρέπει νὰ συνεχίζονται πάσῃ θυσίᾳ, πρὸς χάριν τοῦ λαϊκοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὥστε ὁ ἀπληροφόρητος καὶ περιφρονημέ-νος λαός, ὡς ἄλογα πρόβατα, νὰ πληροφοροῦνται ὅτι γίνονται διάλογοι καί «θὰ τὰ βροῦμε», θὰ γίνει ἡ «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν» σύντομα. Ἐνῶ π.χ. ἐξ αἰτίας τοῦ θέματος τῆς Οὐνίας, ὅπου οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δὲν ἔκαναν οὔτε ἕνα βῆμα πίσω, διεκόπη ὁ Διάλογος ἐπὶ ἔτη, ἐν τούτοις συρθήκαμε ξανὰ ταπεινωμένοι στὰ πόδια τοῦ πάπα καὶ μὲ δική μας πρωτοβουλία, τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, ζητήσαμε νὰ ξαναρχίσει ὁ Διάολογος. Ποιός θὰ μποροῦσε μέσα στὴν Σύνοδο νὰ ὑποστηρίξει τὸ κείμενο Διαλόγου γιὰ τὴν Οὐνία, στὸ Balamand (1993). Στὸ κείμενο αὐτὸ μὲ ἀποστροφὴ ἀναφέρονται ὅλοι, ὄχι μόνο γιατὶ μὲ ὑπογραφὲς Ὀρθοδόξων νομιμοποιήσαμε καὶ ἀποδεχθήκαμε τὴν ἱστορικὴ ὕπαρξη τῆς Οὐνίας, ἀλλὰ καὶ γιατὶ γιὰ πρώτη φορὰ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι σὲ Διάλογο ἀθετοῦν τὴν σταθερὴ καὶ καθαγια-σμένη πατερικὴ παράδοση αἰώνων, ἀρνούμενοι ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Δέχονται ὅτι συν-αποτελεῖ μὲ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία τὴν Μία Ἐκκλησία, ὅτι ἀπὸ κοινοῦ οἱ δύο εἶναι συνυπεύθυνες γιὰ τὸ μέλλον τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅτι ἀμφότερες ἔχουν ἔγκυρα μυστήρια, ἀποστολικὴ διαδοχή. Χάρη, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀποκλείεται ὁ ἀναβαπτισμὸς ὅσων προσέρχονται ἀπὸ τὴν μία στὴν ἄλλη Ἐκκλησία[7]. Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ ὑποστηρίξει τὸ ἀπαράδεκτο κείμενο τῆς Ραβέννας γιὰ τὸ παγκόσμιο πρωτεῖο τοῦ πάπα καὶ κατ᾽ ἀναλογίαν γιὰ τὸ πρωτεῖο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, τὸ ὁποῖο εἰσάγεται, ἀπορρίπτεται, ἐπαναφέρεται, διορθώνεται καὶ ξαναδιορθώνεται καὶ οὐδέποτε θὰ γίνει δεκτὸ ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους; Τὰ ἴδια καὶ χειρότερα προβλήματα ὑπάρχουν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Διαλόγους, ἰδιαίτερα μὲ τοὺς Προτεστάντες, ὅπου ἡ ἱερωσύνη τῶν γυναικῶν, ὁ γάμος τῶν ὁμοφυλοφίλων, ἡ χειροτονία ὁμοφυλοφίλων καὶ πλεῖστες ἄλλες ἀκρότητες, ἔπρεπε, ἤδη νὰ εἶχαν ὁδηγήσει σὲ διακοπὴ τοὺς ἀντιστοίχους διαλόγους.
Οἱ διαπιστώσεις αὐτὲς δὲν προέρχονται ἀπὸ κάποιους ζηλωτές, παραδο-σιακούς, ἀκραίους συντηρητικοὺς θεολόγους, ἀλλὰ ἀπὸ οἰκουμενιστὰς κλη-ρικοὺς καὶ θεολόγους ποὺ μετέχουν στοὺς Διαλόγους. Ἔτσι π.χ. ὁ μητροπο-λίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος στὴν ἀναφερθεῖσα ἐνημέρωση τῆς Ἱεραρ-χίας στὶς 14 Ὀκτωβρίου τοῦ 2014, ἀφοῦ ἀπέκρυψε τὴν διαγραφὴ τῶν παρα-γράφων γιὰ τοὺς Διαλόγους στὸ νέο κείμενο, παρουσίασε τὰ τῶν Διαλόγων μὲ βάη τὸ παλαιὸ κείμενο καὶ καθησύχασε τοὺς ἀρχιερεῖς συμπερασματικὰ μὲ ἐκτιμήσεις καὶ προτάσεις ἐξαιρετικές, τὶς ὁποῖες ὅμως ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ ζητήσει νὰ ἐνταχθοῦν καὶ νὰ ἀξιοποιηθοῦν στὸ νέο ἑνοποιημένο κείμενο. Διαφορετικὰ παρουσιάζεται διπρόσωπος καὶ δίψυχος, μὲ ἄλλο πρόσωπο στὴν Ἐκκλησία καὶ ἄλλο στοὺς φίλους του Οἰκουμενιστάς. Αὐτὲς μάλιστα τὶς προτάσεις καὶ ἐκτιμήσεις πρέπει νὰ ζητήσει ἡ Ἱεραρχία νὰ προωθηθοῦν στὸ νέο κείμενο κατὰ τὴν ἐξαγγελθεῖσα συνέλευσή της τὸν ἐγγίζοντα Μάρτιο. Λέγει ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας καὶ συμφωνοῦμε ἀπολύτως μὲ τὰ λεγόμενα, ἐκτὸς τῶν ἀκροτελευτίων περὶ συνεχίσεως τῶν Διαλόγων, ὡς ἀκαδημαϊκῶν καὶ κοινωνικῶν ἐκδηλώσεων καὶ τῆς διαφαινομένης θετικῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν δογματικῶν πορισμάτων τοῦ Διαλόγου μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους-Μονοφυσίτες:
«῾Υπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἐν τῷ συγκεκριμένῳ Κειμένῳ, δέον ὅπως συνεκ-τιμηθῶσι μετ᾽ ἰδιαιτέρας εὐαισθησίας, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀξιολό-γησις τῆς μελλοντικῆς πορείας τῶν συγκεκριμένων Διαλόγων, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἡ προοπτικὴ αὐτῶν. Ἤδη ἔχουν ἀποδυναμωθεῖ αἱ προοπτικαὶ τοῦ θεολογικοῦ Διαλόγου μετὰ τῶν Ἀγγλικανῶν, κατόπιν τῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς χειροτονίας γυναικῶν εἰς τὴν ἱερατικὴν καὶ χαρισματικὴν ἱερωσύνην (1977, 2013 καὶ 2014), ἀνεκόπη ἡ ἀξιολόγησις τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ Διαλόγου μετὰ τῶν Παλιοκαθολικῶν, κατόπιν τῆς εἰσαγωγῆς τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν, εἰς ὁρισμένας τοπικὰς παλαιοκαθολικὰς κοινότητας, καὶ τῆς υἱοθετήσεως τῆς μυστηριακῆς διακονίας (Intercommunion), ἄνευ τῆς προϋποτιθεμένης “κοινωνίας ἐν τῇ πίστει”.
Εἰς πορείαν κριτικῆς ἀξιολογήσεως τῶν ποιμαντικῶν καὶ λειτουργικῶν θεμάτων εὑρίσκεται ὁ Διάλογος μετὰ τῶν Ἀντιχαλκηδονίων Ἀρχαίων Ἀνατο-λικῶν Ἐκκλησιῶν, ἐνῶ σκιάζεται ὁ Διάλογος μετὰ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, τόσον ἐκ τῆς προσηλυτιστικῆς δράσεως τῆς Οὐνίας, ὅσον καὶ ἐκ τῆς δυσκο-λίας κατανοήσεως λειτουργίας καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ πρωτείου ἐν τοῖς πλαισίοις τῆς Συνόδου καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν δομῶν.
Τέλος, ἐνῶ οἱ Διάλογοι μετὰ τῶν Λουθηρανῶν καὶ τῶν Μετερρυθμι-σμένων εἶχαν ἀνοίξει νέας προοπτικάς, διὰ μίαν ἀναθεώρησιν τῶν βασικῶν θεολογικῶν των θέσεων, περὶ Ἐκκλησίας καὶ ἱερῶν Μυστηρίων, ἡ εἰσαγωγὴ τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν εἰς τὸ ἰδιότυπον αὐτῶν ἱερατεῖον, ὑποβάθμισεν τὰς προοπτικὰς τῶν συγκεκριμένων Διαλόγων, παρὰ τὰς σημαντικὰς θεολογικὰς συγκλίσεις εἰς τὰ κοινὰ θεολογικὰ κείμενα, ὑπὸ τὸ φῶς τῆς πατερικῆς παραδόσεως.
Ἡ μελλοντικὴ συνέχισις ὅλων τῶν προαναφερθέντων διμερῶν Θεολογι-κῶν Διαλόγων δὲν ὑπηρετεῖ πλέον οὐδὲν ἕτερον εἰ μὴ μόνον τὴν διατήρησιν τῶν καλῶν σχέσεων καὶ τὴν διακριτικὴν συνεργασίαν ἐπὶ θεμά-των οὐχὶ θεολογικῶν, ἀλλὰ κυρίως ἐπὶ θεμάτων ἀκαδημαϊκῶν, συναντήσεων καὶ ἀντιμετωπίσεως κοινῶν κοινωνικῶν προβλημάτων».
Οἱ ἴδιες ἀνησυχίες ἐκφράσθηκαν γιὰ ὅλους τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους καὶ κατὰ τὴν Σύναξη τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στὸ Φανάρι (29 Αὐγούστου – 3 Σεπτεμβρίου 2015). Ἐνδεικτικῶς θὰ παραθέ-σουμε ἐδῶ ὅσα εἶπε προβεβλημένο στέλεχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρ-χείου στὸ χῶρο τῆς «Οἰκουμενικῆς Κινήσεως», ὁ μητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος σὲ εἰσήγησή του μὲ θέμα «Ὁ Διεθνὴς Θεολογικὸς Διάλογος μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῆς Παγκοσμίου Λουθηρανικῆς Ὁμοσπονδίας. Ἡ προβληματικὴ τοῦ Διαλόγου καὶ προοπτικαὶ διὰ τὸ μέλλον». Παραπέμποντας στὸ Τελικὸ Κείμενο Ἀξιολογήσεως τοῦ Διαλόγου ποὺ συντάχθηκε μετὰ τὸ τέλος τῆς Διορθοδόξου Συναντήσεως ποὺ ἔγινε ἀπὸ 2-5 Μαΐου 2011 στὸ Διορθόδοξο Κέντρο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν Πεντέλη μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως τριάντα ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ Διαλόγου (1981-2011) εἶπε τὰ ἑξῆς στοὺς Ἱεράρχες τοῦ Θρόνου:
«α) Διὰ τοῦ μέχρι τοῦδε ἐπιτελεσθέντος θεολογικοῦ ἔργου τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν διαρρεύσασαν τριακονταετίαν οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ οἱ Λουθηρανοὶ ἔχουν ἔλθει ἐγγύτερον, κατανοοῦντες καλλίτερον τὴν θεολογίαν ἀμφοτέρων καὶ ἀναγνωρίζοντες ὅτι ὁ ἀμοιβαῖος ἐμπλουτισμὸς ἐκ τῆς διαλογικῆς πορείας τυγχάνει πολυδιάστατος καὶ πολυσήμαντος,
β) ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, παρὰ ταῦτα, ἐκφράζει τὴν ἐντεινομένην ἀνησυχίαν αὐτῆς σχετικῶς πρὸς τὰς παρατηρουμένας προσφάτους ἐξελίξεις εἰς τὸν χῶρον τοῦ Λουθηρανισμοῦ εἰς ζητήματα ἀφορῶντα τόν “γάμον ὁμοφυ­λοφίλων” καὶ τήν “Χειροτονίαν τῶν Γυναικῶν”. Αἱ ἐξελίξεις αὗται συνδέονται μὲ τὴν θεολογικὴν μέθοδον καὶ τὴν νέαν ἑρμηνευτικὴν προσέγγισιν τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως πρὸς κατοχύρωσιν τῶν ὡς ἄνω ἐξελίξεων, δύνανται δὲ νὰ θέσωσιν ὑπὸ προϋποθέσεις ἐν κινδύνῳ τὰ ὅσα ἄχρι τοῦδε ἐπετεύχθησαν εἰς τὸ πλαίσιον τοῦ εἰρημένου Θεολογικοῦ Διαλόγου,
γ) πλέον συγκεκριμένως, εἰς τὸ θέμα τῆς ὁμοφυλοφιλίας, τῆς ἐπευλογή-σεως δηλαδὴ σχέσεων μεταξὺ ἀτόμων τοῦ ἰδίου φύλου, τῆς τελέσεως γάμων ἢ τῆς συμβιώσεως αὐτῶν, οἱ Ὀρθόδοξοι θεωροῦν τὴν νεωτερικὴν ἠθικὴν συμπεριφορὰν ἐν προκειμένῳ ὡς ἀπόκλισιν τῶν Λουθηρανῶν ἐκ τῆς παραδοσιακῆς Χριστιανικῆς ἠθικῆς, ὅπερ συντελεῖ εἰς τὴν υἱοθέτησιν ἐκ μέρους Ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν, Καθηγητῶν Πανεπιστημίου καὶ μερίδος πιστῶν, μιᾶς ἀρνητικῆς στάσεως ἔναντι τοῦ εἰρημένου διμεροῦς Διαλόγου ἐν γένει. Σημειωτέον ὅτι, τινὲς ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὡς ἡ Ἁγιωτάτη Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἐξέφρασαν καὶ γραπτῶς τὰς ἀνησυχίας των διὰ τὰς ὡς ἄνω ἀποκλίσεις, καὶ
δ) τὸ ζήτημα τῆς “Χειροτονίας τῶν Γυναικῶν” εἰς τὰς Λουθηρανικὰς Ἐκ-κλησίας τυγχάνει μείζονος σπουδιαότητος. Ἂν καὶ ἡ πρακτικὴ αὕτη εὑρίσκετο ἐν ἰσχύϊ ἤδη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ παρόντος Διαλόγου, ὡστόσο, λαμβάνει ὅλον καὶ μεγαλυτέρας διαστάσεις, χωρὶς νὰ ἐκλείπουν καὶ περιπτώσεις “Χειροτονίας Γυναικῶν” εἰς τὸ ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα. Ἡ νέα αὕτη πραγματικό-της ἐν τῇ Λουθηρανικῇ Ἐκκλησίᾳ συνιστᾶ μεῖζον τι ἐμπόδιον πρὸς ὁλοκλήρω-σιν τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς καὶ συμβάλλει εἰς τὴν δημιουργίαν ἰσχυρῶν ἀντιδράσεων ἐντὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς διακοπῆς τοῦ ἐν λόγῳ Διαλόγου.


6. Ἀντὶ νὰ ἀναφερθοῦν στὴν ἀποτυχία τῶν Διαλόγων τὴν ἔκρυψαν

Τὰ ἐλάχιστα ποὺ παραθέσαμε ἐδῶ γιὰ δύο Θεολογικοὺς Διαλόγους ἰσχύουν γιὰ τὸ σύνολο αὐτῶν καὶ γιὰ τὸν καθένα ξεχωριστά. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Γ´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1986) στὸ κείμενο ποὺ ἑτοίμασε τότε καὶ ἔπρεπε νὰ γίνει σεβαστό, διότι συχνὰ οἱ Οἰκουμενισταὶ ὁμιλοῦν γιὰ σεβασμὸ τῶν πανορθοδόξως ἀποφασισθέντων, ἀναφερόταν σὲ ὅλους τοὺς Διαλόγους ξεχωριστά. Ἐπειδὴ ὅμως τώρα μετὰ ἀπὸ τριάντα-σαράντα ἔτη ἡ διεξαγωγὴ τῶν Διαλόγων ἔχει ἀρνητικὰ ἀποτελέσματα, καὶ πολλοὶ ὁμιλοῦν γιὰ Βατερλὼ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους, παραδέχονται δὲ καὶ οἱ Οἰκουμενισταὶ ὅτι οἱ Διάλογοι τίθενται σὲ κίνδυνο, πολλὲς ἐκκλησίες ἀνησυχοῦν γιὰ τὶς ἐξελίξεις καὶ ἀποκλίσεις, ὑπάρχουν ἰσχυρὲς ἀντιδράσεις ἐντὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς διακοπῆς τῶν Διαλόγων καὶ ὅτι ἡ συνέχιση τῶν Διαλόγων δὲν ὑπηρετεῖ πλέον τὸν τεθέντα σκοπὸ τῆς μαρτυρίας τῆς πίστεως, γιὰ ὅλα αὐτὰ οἱ πατριάρχες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ οἱ συνεργάτες τους, ἀντὶ νὰ ἐπικαιρο-ποιήσουν τὰ κείμενα παρουσιάζοντας τὶς ἀνησυχητικὲς καὶ ἐπικίνδυνες ἐξελίξεις, ἀποφάσισαν νὰ κολοβώσουν τὸ κείμενο, νὰ ἀφαιρέσουν τὶς περὶ Διαλόγων παραγράφους, νὰ νοθεύσουν καὶ νὰ κουτσουρέψουν τὸ κείμενο, ὅπως νόθευαν καὶ οἱ Παπικοὶ κείμενα Πατέρων στὴν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Γιατὶ διαφορετικὰ θὰ ἦσαν ἀναγκασμένοι νὰ ἀπο-λογοῦνται ἐν Συνόδῳ καὶ νὰ ὑποστηρίζουν τοὺς κατὰ γενικὴ ὁμολογία καὶ παραδοχὴ ἀποτυχημένους Θεολογικοὺς Διαλόγους. Κυριολεκτικὰ ἰσχύει ἐδῶ ἡ παροιμία «πονάει κεφάλι, κόψε κεφάλι». Ἔχουν προβλήματα οἱ Διάλογοι; Κρύψε τα, ἀποκεφαλίζοντας τοὺς Διαλόγους.
Ἐπειδή, ὅμως, παρὰ ταῦτα, στὸ νέο ἑνοποιημένο κείμενο ἀφιερώνονται γενικόλογες παράγραφοι στὴν χρησιμότητα καὶ ἀναγκαιότητα τῶν Διαλόγων, χωρὶς νὰ παρουσιάζονται τὰ προβλήματα, κάποιες αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες, ποὺ ἀνησυχοῦσαν καὶ ἀνησυχοῦν, πρέπει εὐθαρσῶς, ἀποστολι-κῶς καὶ πατερικῶς νὰ ζητήσουν τὴν διακοπὴ τῶν ὄχι μόνον ἀνωφελῶν ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνων Διαλόγων κατὰ γενικὴ παραδοχή. Αὐτὸ συνιστᾶ ἡ Ἁγία Γραφὴ διὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ»[8], αὐτὸ ἔπρατταν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε διεξήγαγαν διάλογο «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» μὲ τοὺς αἱρετικούς, κατὰ τὸν νεοφανῆ καὶ ἀντορθόδοξο τρόπο τοῦ σήμερα, ἀλλὰ ἐν συνόδῳ, γιὰ νὰ διαπιστώσουν τὴν Ὀρθοδοξία τους καὶ στὴν συνέχεια ἂν ἐπέμεναν στὴν πλάνη, ὅπως ἐπιμένουν οἱ σημερινοὶ συνομιληταί μας, νὰ τοὺς καταδικά-σουν καὶ νὰ τοὺς ἀναθεματίσουν. Αὐτὸ ἔπραξε στὰ νεώτερα χρόνια ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Β´ ὁ Τρανός, ὅταν στὸν δι᾽ ἀλληλογραφίας διάλογο ποὺ ἄνοιξε μὲ τοὺς Προτεστάντες θεολόγους τῆς Τυβίγγης στὴν δεύτερη «᾽Απόκρισή» του (1581), μόλις διεπίστωσε σύντομα ὅτι ἐμμένουν στὶς πλάνες καὶ ἀπορρίπτουν τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, «τῶν φωστήρων καὶ θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας», διέκοψε τὴν ἐπικοινωνία καὶ τοὺς ἄφησε νὰ βαδίζουν τὸν δικό τους δρόμο: «Ὥστε τὸ καθ᾽ ἡμᾶς ἀπαλλάξατε τῶν φροντίδων ἡμᾶς. Τὴν ὑμετέραν οὖν πορευόμενοι μηκέτι μὲν περὶ δογμάτων, φιλίας δὲ μόνης ἕνεκα εἰ βουλητόν, γράφετε»[9].


7. Ἀποκρύπτουν τὶς δυσμενεῖς ἐξελίξεις στὸν χῶρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ μεθοδεύουν τὴν πανορθόδοξη ἀποδοχή του

Οἱ κατευθύνοντες καὶ διευθύνοντες τὰ τῆς Συνόδου πράττουν τὰ ἴδια καὶ μὲ τὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ποὺ ἀποτελεῖ τὸν κύριο ἐκφραστὴ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὅπως ἀφήρεσαν τὰ περὶ Διαλόγων ἀπὸ τὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», ἔτσι ἀφήρεσαν τὸν τίτλο καὶ τὶς μισὲς παρα-γράφους ἀπὸ τὸ κείμενο τῆς Γ´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ποὺ ἔφερε τὸν τίτλο «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις», δηλαδὴ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἀπὸ τὰ δώδεκα ἄρθρα τοῦ κειμένου κράτησαν μόνον τὰ ἕξι. Αὐτὰ ποῦ κράτησαν τὰ ἄλλαξαν, πρόσθεσαν δὲ καὶ ἄλλα ἄρθρα, ἐκκωφαντικῶς ἀπαράδεκτα γιὰ τὴν ἀσά-φεια καὶ τὴν σύγχυση, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ θεμελιώσουν τὴν ἐκκλησια-στικότητα τῶν αἱρέσεων καὶ τὴν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματός των, καὶ νὰ τρομοκρατήσουν μὲ ἀπειλὲς ὅσους κατὰ καθῆκον, ἀπολύτως κανονικό, θὰ κρίνουν καὶ θὰ ἀξιολογήσουν τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου.
Ὁ παλαιὸς τίτλος τοῦ κειμένου «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις» ἀπορρίφθηκε καὶ ἐξαφανίσθηκε γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ ἐξαφανί-σθηκαν στὸ ἄλλο κείμενο οἱ Θεολογικοὶ Διάλογοι. Γιὰ νὰ μὴ προσεχθεῖ δηλαδὴ τὸ κείμενο, ὡς ἀσχολούμενο μὲ τὸν Οἰκουμενισμό, καὶ προσελκύσει τὴν προσοχὴ καὶ τῶν ἱεραρχῶν καὶ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τοὺς τίτλους τῶν θεμάτων δὲν προκύπτει τώρα σαφῶς ὅτι ἡ Σύνοδος θὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸν Οἰκουμενισμό, τοῦ ὁποίου τὴν καταδίκη περιμένουν οἱ περισσότεροι.
Ἂν ἐξαιρέσει κανεὶς μία ὁμάδα ἐπαγγελματιῶν Οἰκουμενιστῶν, ποὺ κατευθύνουν τὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐπὶ ἕνα σχεδὸν αἰώνα καὶ ἀποτελοῦν ἐλάχιστη μειοψηφία στὸ σύνολο τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, οἱ περισσότεροι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἀλλὰ καὶ οἱ περισσότερες τοπικὲς ἐκκλησίες συμμετέχουν μὲ ἐπιφυλάξεις καὶ ἐνδοιασμοὺς στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», πολλὲς ἔχουν ἀποχωρήσει ὅπως ἡ Ἐκκλησία Ἱεροσολύμων, ἐπὶ ἀρκετὰ χρόνια, καὶ οἱ Ἐκκλησίες Γεωργίας καὶ Βουλγαρίας, ἐδῶ καὶ μία εἰκοσαετία καὶ ἐμμένουν στὴν ἀποχώρηση, παρὰ τὶς πανταχόθεν πιέσεις ποὺ ὑφίστανται γιὰ νὰ ἐπανέλθουν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ 1997 εἶχε ἀποφασίσει τὴν ἀποχώρηση, ὅπως καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας· ἀμφότερες προκάλεσαν τὴν «Διορθόδοξη Συνάντηση τῆς Θεοσσαλονίκης» τοῦ 1998, μετὰ ἀπὸ τὴν ὁποία μὲ βαριὰ καρδιά, γιὰ νὰ μὴ διασπάσουν τὴν πανορθόδοξη ἑνότητα, ἀποφάσισαν νὰ παραμείνουν. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ὅτι ἡ Σερβικὴ Ἐκκλησία ἐζήτησε ἐνωρίτερα τὴν γνώμη τοῦ Γέροντος τότε καὶ καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς, τώρα δὲ Ἁγίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας π. Ἰουστίνου Πόποβιτς γιὰ τὸ ἂν πρέπει νὰ συμμετέχουν σὲ οἰκουμενιστικὲς ἐκδηλώσεις καὶ ἐνέργειες. Καὶ ὁ εὐλογημένος Ἅγιος στὴν σχετικὴ γνωμάτευσή του τὸν Νοέμβριο τοῦ 1974 μεταξὺ ἄλλων, ἔγραψε καὶ τὰ ἑξῆς: «Πανιερώτατε καὶ Ἅγιοι Συνοδικοὶ Πατέρες, ἕως πότε θὰ ἐξευτελίζωμεν δουλικῶς τὴν Ἁγίαν μας Ὀρθόδοξον Ἁγιοπατερικὴν καὶ Ἁγιοσαββιτικὴν Ἐκκλησίαν διὰ τῆς οἰκτρῶς καὶ φρικωδῶς ἀντιαγιοπαραδοσιακῆς στάσεώς μας ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τοῦ λεγομένου Οἰκουμενικοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν; Ἐντροπὴ καταλαμβάνει πάντα εἰλικρινῆ ὀρθόδοξον, ἀνατραφέντα ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τῶν ἁγίων Πατέρων, ὅταν ἀναγιγνώσκῃ, ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι σύνεδροι τῆς 5ης Πανορθοδόξου διασκέψεως τῆς Γενεύης (8-16 Ἰουνίου 1968), σχετικῶς πρὸς τὴν συμμετοχὴν ὀρθοδόξων εἰς τὸ ἔργον τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», ἔλαβον τότε τὴν ἀπόφασιν «ὅπως ἐκφρασθῇ ἡ κοινὴ ἐπίγνωσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ ὀργανικὸν μέλος τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» (Βλ. Glasnik S. D. Crkve, Βελιγράδιον, ἀρ. 8/1968, σ. 168).
Αὐτὴ ἡ ἀπόφασις εἶναι κατὰ τὴν ἀνορθοδοξίαν καὶ ἀντιορθοδοξίαν της ἀποκαλυπτικῶς φρικαλέα. Ἦτο ἆραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, αὐτὸ τὸ πανάχραντο Θεανθρώπινον σῶμα καὶ ὀργανισμὸς τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, νὰ ταπεινωθῇ τόσον τερατωδῶς, ὥστε οἱ ἀντιπρόσωποί της θεολόγοι, ἀκόμη καὶ ἱεράρχαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ Σέρβοι, νὰ ἐπιζητοῦν τήν «ὀργανικήν» μετοχὴν καὶ συμπερίληψιν εἰς τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖον, κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον, γίνεται εἷς νέος ἐκκλησιαστικός “ὀργανισμός”, μία “νέα Ἐκκλησία” ὑπεράνω τῶν ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας αἱ Ὀρθόδοξοι καὶ μὴ ὀρθόδοξοι ἐκκλησίαι ἀποτελοῦν μόνον “μέλη” (“ὀργανικῶς” μεταξὺ τῶν συνδεδεμένα!); Ἀλλοίμονον, ἀνήκουστος προδοσία!»[10].
Τὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ πολλαπλᾶ ἔγγραφα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος διαμαρτυρήθηκε πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὶς οἰκουμενιστικὲς ἐνέργειες καὶ διακηρύξεις τῶν τριῶν τελευταίων πατριαρχῶν (Ἀθηναγόρου, Δημητρίου, Βαρθολομαίου), προέβη δὲ ἐπὶ τρία ἔτη (1969-1972) στὴν διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρου, συμφωνοῦντος καὶ παρακι-νοῦντος καὶ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, τοῦ ὁποίου εἶναι γνωστὴ ἡ χαριτωμένη κριτικὴ γιὰ τὸν Ἀθηναγόρα καὶ τοὺς φιλενωτικοὺς σὲ γράμμα ποὺ ἔστειλε πρὸς τὸν Γέροντα Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, ἱδρυτὴ καὶ ὑπεύθυνο τότε τῆς ἐφημερίδος «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἡ ὁποία ἐδῶ καὶ πενήντα χρόνια πρωτο-στατεῖ στοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ὀρθῶς χαρακτηρίσθηκε ὡς ἡ «ναυαρχίδα τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ κινήματος». Δεύτερος Ἅγιος τῶν καιρῶν μας ἀντίθετος μὲ τὸν Οἰκουμενισμό, ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ὑπάρχει δὲ καὶ τρίτος ἀντιοικουμενιστής, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χοζεβίτης, ὁ Ρουμᾶνος, ὁ προσφάτως ἁγιοκαταταγεὶς ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων. Ἔχουν οἱ οἰκουμενισταὶ νὰ μᾶς ὑποδείξουν κάποιον Ἅγιο, παλαιὸ ἢ νέο, ὑποστηρικτὴ τῶν παλαιῶν αἱρέσεων καὶ τῆς νέας παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Γράφει λοιπὸν ὁ Ἅγιος Παΐσιος: «Φαντάζομαι ὅτι θὰ καταλάβουν ὅλοι, ὅτι τὰ γραφόμενά μου δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνας βαθύς μου πόνος διὰ τὴν γραμμὴν καὶ κοσμικὴν ἀγάπην δυστυχῶς τοῦ πατέρα μας κ. Ἀθηναγόρα. Ὅ-πως φαίνεται, ἀγάπησε μιὰν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, ποὺ λέγεται Παπικὴ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δὲν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ποὺ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὴν Πόλι, βρῆκε ἀπήχησι σὲ πολλὰ παιδιά του, ποὺ τὴν ζοῦν εἰς τὰς πόλεις. Ἄλλωστε αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας: ἡ οἰκογένεια νὰ χάση τὸ ἱερὸ νόημά της ἀπὸ τέτοιου εἴδους ἀγάπες, ποὺ ὡς σκοπὸν ἔχουν τὴν διάλυσιν καὶ ὄχι τὴν ἕνωσιν.
Μὲ μία τέτοια περίπου κοσμικὴ ἀγάπη καὶ ὁ Πατριάρχης μας φθάνει στὴ Ρώμη. Ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ δείξῃ ἀγάπη πρῶτα σὲ μᾶς τὰ παιδιά του καὶ στὴ μητέρα μας Ἐκκλησία, αὐτός, δυστυχῶς, ἔστειλε τὴν ἀγάπη του πολὺ μακριά. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ ἀναπαύσῃ μὲν ὅλα τὰ κοσμικὰ παιδιά, ποὺ ἀγαποῦν τὸν κόσμο καὶ ἔχουν τὴν κοσμικὴν αὐτὴν ἀγάπην, νὰ κατασκανδαλίσῃ, ὅμως, ὅλους ἐμᾶς, τὰ τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρὰ καὶ μεγάλα, ποὺ ἔχουν φόβο Θεοῦ.
Μετὰ λύπης μου, ἀπὸ ὅσους φιλενωτικοὺς ἔχω γνωρίσει, δὲν εἶδα νὰ ἔχουν οὔτε ψίχα πνευματικὴ οὔτε φλοιό. Ξέρουν, ὅμως, νὰ ὁμιλοῦν γιὰ ἀγάπη καὶ ἑνότητα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸν Θεόν, διότι δὲν Τὸν ἔχουν ἀγαπήσει»[11].
Ἐκτὸς τῶν πολλῶν ἱεροκοινοτικῶν ἐγγράφων τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἐναντίον τῶν οἰκουμενιστικῶν ἐνεργειῶν καὶ δηλώσεων κορυφαία ἐνέργεια γιὰ τὴν ἐπιστημοσύνη, τὴν ὁμολογιακὴ ἀκρίβεια καὶ τὴν ὀρθοφροσύνη εἶναι τό «Ὑπόμνημα περὶ τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, ὑπογραφόμενο ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἱεροκοινοτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸν ἀείμνηστο Καθηγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Γρηγορίου Γέροντα Γρηγόριο (Καψάνη), τὸν Καθηγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου Γέροντα Ἐφραὶμ καὶ τὸν Γέροντα Μοναχὸ Λουκᾶ τῆς Ἱ. Μ. Φιλοθέου. Πρόκειται οὐσιαστικῶς γιὰ ἐκτενῆ πραγματεία, ὅπου παρουσιά-ζονται ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ ἡ ἵδρυση καὶ ἡ πορεία του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» καὶ ὅλες οἱ ἐπιφυλάξεις καὶ οἱ προβληματισμοὶ τῶν Ὀρθοδόξων. Ἀπὸ τὰ συμπεράσματα καὶ τὶς προτάσεις ἐπιλέγουμε τρεῖς παραγράφους:
«Ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μὲ τὸ Π.Σ.Ε. ἦταν ἕνα μόνιμο ἐρώτημα ποὺ συνεχίζει νὰ εἶναι ἐπίκαιρο, ὅσο οἱ προτεσταντικὲς ἐκκλησίες – μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν φαίνεται νὰ ἀφίστανται τῶν ἐκκλησιολογι-κῶν τους προϋποθέσεων. Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες μὲ τὴν συμμετοχή τους στὸ Π.Σ.Ε. δείχνουν στὴν πρᾶξι ὅτι παραιτοῦνται ἀπὸ τὴν ἐκκλησιολογική τους ταυτότητα. Στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀπέχοντες τυπικὰ ἀπὸ τὸ Π.Σ.Ε., εἶναι συνεπέστεροι στὴν ἐκκλησιολογία τους ἀπὸ ὅ,τι εἴμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν δική μας.
Οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν κερδίζουμε τίποτε ἀπὸ τὴν συμμετοχή μας στὸ Π.Σ.Ε. Ἀντίθετα, ἀποκομίζουμε ζημία καὶ φθορά. Ἡ ἀποστολή μας, νὰ κηρύξουμε τὸ μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους, δὲν εὐοδώνεται, ἐπειδὴ οἱ Προτεστάντες στὸ Π.Σ.Ε. δὲν προσανατολίζονται πρὸς ἀποδοχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ πρὸς συνύπαρξι μαζί της στὸ ἐπιδιωκόμενο μόρφωμα τῶν πλήρως ἀλληλοαναγνωριζομένων ἐκκλησιῶν. Ὁ προσανατολισμός τους αὐτὸς εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἐκκλησιολογία τους. Οἱ Ὀρθόδοξοι ὅμως μποροῦμε νὰ συμμετέχουμε σὲ ἕνα Ὀργανισμό (τὸ Π.Σ.Ε.), τοῦ ὁποίου ἡ σύστασις, ἡ δομὴ καὶ λειτουργία βασίζονται στὴν προτεσταντικὴ ἐκκλησιολογία, χωρὶς ἡ συμμετοχή μας νὰ σημαίνῃ παραίτησι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιολογία μας;
Ἡ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων στὸ Π.Σ.Ε. δὲν ἀποβαίνει πρὸς ὄφελος οὔτε τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οὔτε τῶν ἑτεροδόξων, ἀλλὰ οὔτε καὶ λυσιτελὴς εἶναι γιὰ τὴν ποθουμένη ἑνότητα ὅλων τῶν Χριστιανῶν στὴν ἀληθινὴ ἀποστο-λικὴ Πίστι καὶ τὴν Ἐκκλησία τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων. Μήπως ἐπέστη ὁ καιρὸς οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες νὰ διακόψουν τὶς σχέσεις τους μὲ τὸ Π.Σ.Ε.;[12]


8. Σημαντικοὶ σταθμοὶ τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγῶνος τῶν τελευταίων ἐτῶν

Ἂν θέλουμε νὰ παρουσιάσουμε ὅλε τὶς ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δηλώσεις ἱεραρχῶν, θεολόγων, σωματείων θὰ γεμίζαμε τόμους. Καὶ εἶναι στ᾽ ἀλήθεια νὰ ἀπορεῖ κανεὶς πὼς μία ἐλάχιστη μειοψηφία Οἰκουμενιστῶν ἱεραρχῶν ὠθεῖ τὴν προσυνοδικὴ διαδικασία καὶ τὰ σχετικὰ κείμενα πρὸς τὴν ὑποστήριξη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γιὰ νὰ κάνει τὸ χατήρι τῶν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας αἱρετικῶν παρασυναγωγῶν καὶ γνωστῶν ἀντιεκκλησιαστικῶν ἑταιρειῶν, καὶ δὲν νοιάζεται γιὰ τὸ ὅτι σκανδαλίζει πλῆθος δικῶν της παιδιῶν, μὲ τὴν διαφαινόμενη βεβαιότητα ὅτι θὰ σχίσει καὶ θὰ διαιρέσει πάλι τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἔπραξε μὲ τὴν ἐσπευσμένη καὶ μονομερῆ ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση, χωρὶς πανορθόδοξη ἀπόφαση, τὸ 1924. Θὰ μνημονεύσουμε μόνον κάποιους σπουδαίους σταθμοὺς τοῦ ἀντιοικουμενιστκοῦ ἀγῶνος καὶ κατόπιν, ἐπιλεκτικὰ πάλι καὶ ἐνδεικτικά, θὰ παρουσιάσουμε μερικὲς φρικώδεις ὄντως καὶ ἀντορθόδοξες ἀποφάσεις τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ποὺ ὑπέγραψαν δυστυχῶς καὶ οἱ «Ὀρθόδοξοι» ἀντιπρόσωποι, τὶς ὁποῖες φρικώδεις καὶ παναιρετικὲς ἀποφάσεις θὰ καλύψει καὶ θὰ νομιμοποιήσει τώρα ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος.
Πρῶτος σημαντικὸς σταθμὸς τοῦ ἀντιοικουμενικοῦ ἀγῶνος κατὰ τὴν προηγούμενη δεκαετία εἶναι τὸ πενθήμερο μεγάλο Διορθόδοξο Ἐπιστημο-νικὸ συνέδριο ποὺ ὀργάνωσαν στὴν Θεσσαλονίκη, ἀπὸ 20-24 Σεπτεμβρίου τοῦ 2004, στὴν μεγάλη Αἴθουσα Τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ Τμῆμα Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. καὶ ἡ Ἑταιρεία Ὀρθοδόξων Σπουδῶν. Τὸ θέμα τοῦ Συνεδρίου ἦταν: «Οἰκουμενισμός: Γένεση – Προσδοκίες – Διαψεύσεις». Οἱ πενήντα (50) εἰσηγη-τὲς ἀπὸ πολλὲς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες καὶ ἀπὸ ὅλες τὶς βαθμίδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ πανεπιστημιακῆς ἱεραρχίας ἐκάλυψαν τὸ θέμα σὲ τέσσερις θεματικὲς ἑνότητες: α) Γένεση καὶ ἀνατομία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, β) Ἡ στάση τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γ) Οἱ Θεολογικοὶ Διάλογοι καὶ τὸ πρόβλημα τῆς Οὐνίας καὶ δ) Θεολογικά, ποιμαντικὰ καὶ λειτουργικὰ προβλήματα. Ἐπρόκειτο πράγματι γιὰ μία μοναδικὴ καὶ ἐξονυχιστικὴ ἀνατομία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ ἐσήμαινε συγχρόνως καὶ μία ἀντικειμενικὴ καὶ ἀμερόληπτη παρουσίαση τοῦ νεωτερικοῦ αὐτοῦ φαινομένου στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ προκαλεῖ ἤδη διαιρέσεις καὶ σχίσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιδεινωθοῦν, ἂν ἡ προσεχὴς Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος προχωρήσει στὴν ἐκκλησιολογική του νομιμοποίηση. Ὀρθῶς παρατηρήθηκε ὅτι τὸ Συνέδριο προέβη σὲ ἀπομύθευση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὁ γράφων εἶναι βέβαιος ὅτι πολλοὶ ἀρχιερεῖς δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ἐνημερωμένοι γιὰ τὸν μεγάλο αὐτὸ κίνδυνο ποὺ διαβρώνει ἐκ τῶν ἔσω, ἰδιαίτερα τοὺς κληρικοὺς καὶ θεολόγους, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα τῶν πιστῶν, καὶ θὰ ἄλλαζε ἡ στάση τους, ἂν ἔστω ἀγρυπνώντας καὶ ξενυχτώντας διάβαζαν τά «Πρακτικά» αὐτοῦ τοῦ Συνεδρίου, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐκδοθῆ σὲ δύο ὀγκώδεις τόμους στὶς ἐκδόσεις «Θεοδρομία» τὸ 2008, καὶ ὑπάρχει ἀκόμη μικρὸς ἀριθμὸς ἀντιτύπων. Θὰ τὰ ἀποστείλουμε δωρεὰν σὲ ὅσους ἀρχιερεῖς μᾶς τὰ ζητήσουν. Ἀπὸ τὶς Προτάσεις τοῦ Συνεδρίου ποὺ περιλαμβάνονται στὰ ἐκτενῆ Πορίσματα στὸ τέλος τοῦ β´ τόμου παραθέτουμε ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν δέκα (10), δείγματος χάριν, τὶς τρεῖς (3) πρῶτες:
1. Ἐπειδὴ εἶναι πανθομολογούμενο πλέον, μετὰ ἀπὸ ἑκατὸ ἔτη, τὸ ἀνώφελο καὶ ἐπιζήμιο τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ὅρους διομολογια-κῆς καὶ διαθρησκειακῆς ἰσότητος καὶ ἰσοπεδώσεως, στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», στοὺς διαχριστιανικοὺς καὶ στοὺς διαθρησκειακοὺς διαλόγους, προτείνεται νὰ προχωρήσουν καὶ οἱ λοιπὲς αὐτοκέφαλες Ἐκκλη-σίες σὲ ἀποχώρηση ἀπὸ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» καὶ σὲ διακοπὴ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν διαλόγων. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ δὲν ἀπαιτεῖται πανορθόδοξη ἀπόφαση, ἀφοῦ καὶ ἡ συμμετοχὴ ἀποφασίσθηκε μεμονωμένως. Ὁ μόνος διάλογος ποὺ δικαιολογεῖται βάσει τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῶν προσερχομένων αὐτοπροαιρέτως νὰ σωθοῦν ἑτεροδόξων καὶ ἑτεροθρήσκων: «Τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;» ἤ «Τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;».
2. Νὰ ἀναθεωρήσουν οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, καὶ προπαντὸς ἡ προηγουμένη τῇ τιμῇ καὶ ταῖς πρωτοβουλίαις Ἐκκλησία Κωνσταντινουπό­λεως, τὶς σχέσεις τους πρὸς τὸν Παπισμό, τὸν ὁποῖο ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἀπὸ τὸν Μέγα Φώτιο, μέσῳ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Μάρκου Εὐγενικοῦ, Κολλυβάδων Ἁγίων, μέχρι καὶ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καὶ τοῦ Γέροντος Ἰουστίνου Πόποβιτς, θεωροῦν ὡς αἵρεση καὶ ὄχι ὡς «ἀδελφὴ ἐκκλησία».
3. Νὰ τηρηθοῦν οἱ ἱεροὶ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀπαγορεύουν τὴν συμπροσευχὴ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους γενικῶς, σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, καὶ ὄχι μόνο τὴν εὐχαριστιακὴ συμπροσευχή, ὅπως προβάλλεται ἐσχάτως. Ἡ τήρηση τῶν κανόνων ἐπιβάλλεται κυρίως σὲ θέματα πίστεως καὶ ὄχι μόνον σὲ θέματα διοικήσεως καὶ δικαιοδοσιῶν»[13].
Ὁ δεύτερος μεγάλος σταθμὸς τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγῶνος, ποὺ εἶχε καὶ καλύτερα ποιμαντικὰ ἀποτελέσματα, ἦταν ἡ σύνταξη καὶ κυκλοφόρηση τὸ 2009 ἀπὸ τὴν ἄτυπη «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» τῆς γνωστῆς, περίφημης καὶ ἱστορικῆς «Ὁμολογίας Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμε-νισμοῦ». Στὸ ὁμολογιακό, ἀγωνιστικό, ὀρθοδοξώτατο καὶ πατερικώτατο αὐτὸ κείμενο μὲ ἁπλὰ λόγια, γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸ ἀπὸ ὅλους τοὺς πιστούς, παρουσιάζεται ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν αὐτοσυνειδη-σία της τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ γιὰ τὶς αἱρέσεις, παλαιὲς καὶ νέες, σὲ ἐννέα (9) σύντομες ἑνότητες: 1. Φυλάττουμε ἀμετακίνητα καὶ ἀπαραχάρακτα ὅσα οἱ Σύνοδο καὶ οἱ Πατέρες ἐθέσπισαν. 2. Διακηρύσσουμε ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι μήτρα αἱρέσεων καὶ πλανῶν. 3. Τὰ ἴδια ἰσχύουν, σὲ μεγαλύτερο βαθμό, γιὰ τὸν Προτεσταντισμό, ὁ ὁποῖος ὡς τέκνο τοῦ Παπισμοῦ κληρονόμησε πολλὲς αἱρέσεις, προσέθεσε δὲ πολὺ περισσότερες. 4. Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ κοινωνία μας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι ἡ ἐκ μέρους τους ἀποκήρυξη τῆς πλάνης καὶ ἡ μετάνοια, ὥστε νὰ ὑπάρχει ἀληθινὴ ἕνωση καὶ εἰρήνη· ἕνωση μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ ὄχι μὲ τὴν πλάνη καὶ τὴν αἵρεση. 5. Ἐφ᾽ ὅσον οἱ αἱρέτικοὶ ἐξακολουθοῦν νὰ παραμένουν στὴν πλάνη, ἀποφεύγουμε τὴν μετ᾽ αὐτῶν κοινωνία, ἰδιαίτερα τὶς συμπροσευχές. 6. Μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἡ Ἐκκλησία σταθερὰ καὶ ἀμετάβλητα εἶχε ἀπορριπτικὴ καὶ καταδικα-στικὴ στάση ἔναντι ὅλων τῶν αἱρέσεων. 7. Ὁ διαχριστιανικὸς συγκρητισμὸς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ διευρύνθηκε τώρα καὶ σὲ διαθρησκειακὸ συγκρητισμό, ὁ ὁποῖος ἐξισώνει ὅλες τὶς θρησκεῖες μὲ τὴν μοναδική, θεόθεν ἀποκαλυφθεῖσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ θεοσέβεια, θεογνωσία καὶ κατὰ Χριστὸν ζωή. 8. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι μόνον ἐν τῷ Χριστῷ καὶ ἐν μόνῃ τῇ ἀληθεῖ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχει δυνατότης σωτηρίας. Οἱ θρησκεῖες τοῦ κόσμου καὶ οἱ αἱρέσεις ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια. 9. Ὑπάρχουν προσωπικὲς καὶ συλλογι-κὲς εὐθύνες τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἱεραρχῶν καὶ Θεολόγων, ἀπέναντι στὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα καὶ στὸ ποίμνιό τους.
Ἡ «Ὁμολογία» ἐκυκλοφορήθη σὲ χιλιάδες ἀντιτύπων· εἶχε σεισμικὴ καὶ τεράστια ἀπήχηση μεταξὺ τῶν πιστῶν[14]. Ὑπογράφτηκε ἀπὸ ἕξι ἀρχιερεῖς, ἑκατοντάδες καθηγουμένων, ἱερέων, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων καὶ μοναχῶν καὶ πολλὲς χιλιάδες λαϊκῶν. Οἱ ὑπογραφὲς ἔφθασαν τὶς σαράντα χιλιάδες (40.000). Ἐθορύβησε καὶ ἐτάραξε τοὺς Οἰκουμενιστάς, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος μὲ ἔγγραφο του πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο ἐζήτησε ἡ προσεχὴς Ἱεραρχία τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 2009 νὰ ἐπιβάλει ποινὲς σὲ ὅσους κληρικοὺς καὶ μοναχοὺς τὴν ὑπέγραψαν, ἀλλά, ὅπως ἐλέχθη, βρῆκε τὶς πόρτες κλειστές. Ὁ ἴδιος δὲν τόλμησε νὰ τιμωρήσει τοὺς Ἁγιορείτες, γιατὶ ἦσαν πάμπολλοι αὐτοὶ ποὺ ὑπέγραψαν, περιορίσθηκε δὲ σὲ νουθεσίες καὶ ὀργισμένες ἐπιπλήξεις στὶς μετὰ ταῦτα ἐπισκέψεις του στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὴν ὀργὴ αὐτὴ τοῦ πατριάρχου καὶ τὸ ἐπισφαλὲς τῶν ἐπιχειρημάτων του ἐσχολίασε ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», μὲ δύο ἐξαιρετικὰ κείμενα: α) Ἡ ὀργὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στὴ Μεγίστη Λαύρα Ἁγίου Ὄρους ἀποκαλύπτει πολλὰ καὶ β) «Οὐκ ἐσμὲν τῶν Πατέρων σοφώτεροι». Τὰ κείμενα αὐτὰ συμ-πληρωθέντα ἀπὸ δύο ἀντιοικουμενιστικὰ κείμενα τοῦ μεγάλου λογοτέχνου καὶ ἁγιογράφου καὶ μεγάλου προμάχου καὶ ὑπερασπιστοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας Φώτη Κόντογλου ἐξεδόθησαν καὶ ἐκυκλοφορήθησαν σὲ μεγάλο ἀριθμὸ ἀντιτύπων σὲ ὡραῖο ἔγχρωμο τεῦχος μὲ φωτογραφίες ἀπὸ συμπροσευχὲς καὶ συναντήσεις τῶν Οἰκουμενιστῶν ἀπὸ τήν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν “Φώτης Κόντογλου”» (Τρίκαλα 2011) καὶ μὲ πρόλογο τοῦ ἀγωνιστοῦ καὶ ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου, Προηγουμένου Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου[15].
Τὸ πόσο ἐνόχλησε ἡ «Ὁμολογία Πίστεως» τοὺς Οἰκουμενιστὰς φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν γεμάτη μῖσος, ἐμπάθεια, δηλητήριο καὶ κακία ἀναφορὰ ποὺ ἔκανε ὁ Π. Καλαϊτζίδης, διευθυντὴς τῆς μεταπατερικῆς-αἱρετικῆς «Ἀκαδη-μίας Θεολογικῶν Σπουδῶν» τοῦ Βόλου, κλείνοντας τὸ Συνέδριο, ποὺ διοργανώθηκε στὸ Παρίσι (18-20) Ὀκτωβρίου 2012 ἀπὸ τὸ Ἰνστιτοῦτο Ὀρθό-δοξης Θεολογίας τοῦ Ἁγίου Σεργίου καὶ τὸ Centre Oecuménique τοῦ Πανεπι-στημίου τῆς Leuven σὲ συνεργασία μὲ τὸ College des Barnardins καὶ τὸ περιοδικὸ Contancts. ΤὸθέματοῦΣυνεδρίουἦταν «Comprendre les enjeux du prochain Concile de l’ Église orthodoxe». ΤὰΠρακτικὰτοῦΟἰκουμενιστικοῦαὐτοῦΣυνεδρίουἐκυκλοφορήθηκανμεταφρασμέναστὴνἑλληνικὴἀπὸτὶςἐκδόσεις «Ἐνπλῷ» τὸνὈκτώβριοτοῦ 2015, μὲτίτλο «ΚαιρὸςσυνεσταλμένοςτὸλοιπόνμέλλουσαΠανορθόδοξηΣύνοδος. ΖητήματαΔιλήμματαΠροοπτικές». ἔλλειψηθεολογικῶνἐπιχειρημάτωνὠθεῖτὸἐνλόγῳπροβεβλημένοστέλεχοςτῶνΟἰκουμενιστῶνσὲὕβρειςκαὶἀπαξιωτικοὺςχαρακτηρισμοὺςκαὶδείχνειἐμφανῶςπρὸςτὰποῦπρέπεινὰἀναζητηθοῦνοἱἀκραῖοι, οἱφονταμενταλιστὲςκαὶοἱφανατικοί. Παραθέτουμε ὅσα εἶπε σὲ ὑποσημείωση[16]. Ζητεῖ μάλιστα νὰ ληφθοῦν καὶ μέτρα ἐναντίον μας. Καὶ ἡ καλή μας σύνοδος δὲν τοῦ χαλᾶ τὸ χατήρι. Νά τοὺς χαιρόμαστε!
Στὴν δεκαετία ποὺ διατρέχουμε ἀξίζει νὰ μνημονεύσουμε, ἀνάμεσα σὲ πολλὲς ἄλλες, μερικὲς ἀκόμη σημαντικὲς ἀντιοικουμενιστικὲς ἐνέργειες. Κατὰ τὸ 2014 Ἁγιορεῖτες Πατέρες ποὺ ξεπερνοῦν τοὺς 150 καὶ ἀπὸ τὶς Ἱερὲς Μονὲς καὶ ἀπὸ τὶς Σκῆτες καὶ ἀπὸ τὰ Κελλιά, ἐκυκλοφόρησαν καὶ ὑπέγραψαν μνημειώδη ἔκδοση, πεποικιλμένη μὲ σπάνιες φωτογραφίες ἀπὸ συμπροσευχὲς καὶ ἄλλες ἐκδηλώσεις Οἰκουμενιστῶν, μὲ τίτλο: «Ἅγιον Ὄρος. Διαχρονικὴ μαρτυρία στοὺς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς Πίστεως». Στὴν ἔκδοση αὐτή, ποὺ εἶχε ἐπίσης μεγάλη διάδοση καὶ ἀπήχηση, παρουσιάζεται ἐντυπωσιακὸ καὶ ἐν πολλοῖς ἄγνωστο ὑλικὸ στὶς ἑξῆς ἑνότητες: α) Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες οἱ ὑπὸ Λατινοφρόνων μαρτυρήσαντες β) Ἡ διαχρονικὴ ὁμολογιακὴ μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἡ σημερινὴ ἀπουσία καὶ σιωπὴ του γ) Διμερὴς Διάλογος Ὀρθοδόξων Ρωμαιοκαθολικῶν, δ) Ὁ Διάλογος στὰ πλαίσια τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου «Ἐκκλησιῶν», ε) Συμπροσευχὲς μὲ ἑτεροδόξους καὶ ἑτεροθρή-σκους, στ) Διαχρονικὴ καταδίκη τοῦ Παπισμοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ζ) Οἱ Ἁγιορεῖτες γιὰ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους-Μονοφυσίτες, η) Ἀξιομνημόνευ-τα Ὁμολογιακὰ Ἁγιορειτικὰ κείμενα θ) Κραυγὴ ἀγωνίας συγχρόνων Ἁγιορειτῶν Πατέρων ι) Ὁμολογιακὴ στάση Ἁγιορείτου Γέροντος ια) Ἐπίλογος ιβ) Ἔκτακτο Παράρτημα. Ὁ πάπας Φραγκῖσκος στὸ Φανάρι[17].
Ὅπως προηγουμένως εἴπαμε, ἡ «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμε-νισμοῦ» προκάλεσε ἐντυπωσιακὴ ἀφύπνιση. Σκεπτόμασταν δὲ ὅτι μετὰ παρέλευση τόσων ἐτῶν, ἀπὸ τὸ 2009 ἐχρειάζετο μία ἀνανέωση καὶ ἐνίσχυση ἐκείνου τοῦ κειμένου. Ὡς ἀπὸ Θεοῦ ἀπάντηση σ᾽ αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς μᾶς ἦλθε ἕνα ἐξαιρετικὸ κείμενο «Νέας Ὁμολογίας κατὰ τοῦ Οἰκουμενι-σμοῦ» ποὺ συνέταξε καὶ ἐκυκλοφόρησε τὸ 2015 ἡ Ρουμανικὴ Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἡ ὁποία ἀνήκει στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας. Τὸ κείμενο αὐτό, ὑπογεγραμμένο ἀπὸ ὅλους τοὺς μονα-χοὺς τῆς Σκήτης, πάνω ἀπὸ τριάντα, μετὰ τῶν προεστώτων καὶ πνευμα-τικῶν της, ἐκυκλοφορήθη ρουμανιστὶ στὴν Ρουμανία καὶ προεκάλεσε εὐ-φροσύνη στοὺς Ὀρθοδόξους, ἀλλὰ καὶ ὀργὴ καὶ καταισχύνη στοὺς Οἰκουμενιστάς. Τὸ κείμενο, μεταφρασμένο στὰ ἑλληνικὰ ἀποδέχθηκε καὶ ἐπήνεσε ἡ «Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», τὸ ὑπέγραψε ὡς ἰδικόν της διὰ τῶν ἐκπροσώπων της καὶ τὸ ἐδημοσίευσε στὸν ἔντυπο καὶ ἠλεκτρονικὸ τύπο γιὰ νὰ τὸ ὑπογράψουν ὅσοι ἐπιθυμοῦν.[18]
Ὡς τελευταία, ἀλλὰ πολὺ σημαντικὴ ἐνέργεια κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρέπει νὰ μνημονεύσουμε κείμενο ποὺ ἑτοίμασε ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» μὲ τίτλο «Ἡ Νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου». Τὸ κείμενο αὐτὸ εἶναι σημαντικό, διότι ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος μὲ βάση κείμενα καὶ δηλώσεις του, ἔχει ἀπορρίψει τὴν παραδοσιακὴ πατερικὴ ἐκκλησιολογία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ἔχει ἀσπασθῆ τὴν διευρυμένη ἐκκλησιολογία, ποὺ περιλαμβάνει καὶ τοὺς αἱρετικούς, ὡς καὶ τὴν βαπτισματικὴ θεολογία τοῦ μητροπολίτου Περγάμου, βάσει τῆς ὁποίας ὅσοι εἶναι βαπτισμένοι, ἀκόμη καὶ οἱ αἱρετικοί, ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία. Δυστυχῶς αὐτὴν τὴν νέα αἱρετικὴ ἐκκλησιολογία προσπαθοῦν νὰ περάσουν καὶ νὰ τῆς δώσουν πανορθόδοξο κῦρος ὁ πατριάρχης Βαρθολο-μαῖος καὶ οἱ περὶ αὐτὸν νεωτερίζοντες Οἰκουμενισταὶ στὴν προσεχῆ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο. Τὸ κείμενο ὑπογράφτηκε ἀπὸ ὀκτὼ ἀρχιερεῖς, ἀπὸ ἑκατοντάδες κληρικοὺς καὶ μοναχοὺς καὶ χιλιάδες λαϊκούς. Δημοσιεύθηκε στὸν ἔντυπο καὶ ἠλεκτρονικὸ τύπο, κυκλοφορήθηκε δὲ καὶ σὲ ἰδιαίτερο τεῦχος σὲ χιλιάδες ἀντιτύπων ἀπὸ τήν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» μαζὶ μὲ ἄλλα ἐπίκαιρα ὁμολογιακὰ κείμενα, ὅπως τὴν συνέντευξη τοῦ Ἁγιορείτου Γέροντος Γαβριὴλ μὲ θέμα «Πάπας καὶ Οἰκουμενισμός», τὴν γνώμη τοῦ Γέροντος Ἱερομονάχου Εὐθυμίου τῆς Ἱερᾶς Καλύβης Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ Καψάλας γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό, παρουσίαση τῆς ἐκδόσεως τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων «Ἅγιον Ὄρος. Διαχρονικὴ μαρτυρία στοὺς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς πίστεως» κ.ἄ[19].


9. Προσθαφαιρέσεις καὶ ἀλλαγὲς στὸ συνοδικὸ κείμενο προσβάλλουν τὴν ἐκκλησιολογική μας ταυτότητα

Μετὰ τὴν ἐνδεικτικὴ καὶ δειγματοληπτικὴ παρουσίαση τῆς ἀπόρριψης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸν ὁποῖο, παρὰ ταῦτα ἐκβιαστικά, μὲ τὸ ζόρι, πάει νὰ ἀναγνωρίσει ἡ δῆθεν Ἁγία καὶ Μεγάλη Πανορθόδοξη Σύνοδος, καὶ μάλιστα ἀποκρύπτοντας καὶ καταργώντας τὸν τίτλο «Οἰκουμενικὴ Κίνηση», ὥστε νὰ μὴ πάρουν εἴδηση οὔτε οἱ ἱεράρχες οὔτε οἱ πιστοί, ἂς παρακολουθήσουμε καὶ τὶς ἄλλες σημαντικὲς ἀπώλειες μὲ τὶς προσθαφαιρέσεις καὶ νοθεύσεις ποὺ ἔκανε ἡ Εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἀποδέχθηκε ἡ Ε´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ξεχωριστοῦ κειμένου «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις», ποὺ τώρα συγχωνεύθηκε μὲ τὸ ἄλλο, στὴν πρώτη κιόλας παράγραφο ὑπῆρχε ἡ πανηγυρικὴ διακήρυξη ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ πεποιθῄσει καὶ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησία ὅτι ἀποτελεῖ τὸν φορέα καὶ δίδει τὴν μαρτυρίαν τῆς πίστεως καὶ τῆς παραδόσεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλη-σίας, ἀκραδάντως πιστεύει ὅτι κατέχει κεντρικὴν θέσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν ἐντὸς τοῦ συγχρόνου κόσμου». Στὰ δύο σχετικὰ μὲ τὸν Οἰκουμενισμὸ κείμενα ἐκφραζόταν δύο φορὲςἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι δηλαδὴ αὐτὴ εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία· στὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» μὲ τὴν φράση «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὡς οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική, καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία» καὶ στὸ ἄλλο γιὰ τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση ποὺ παραθέσαμε μὲ τὴν φράση «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν τῇ βαθείᾳ πεποιθήσει καὶ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ ὅτι ἀποτελεῖ τὸν φορέα καὶ δίδει τὴν μαρτυρίαν τῆς πίστεως καὶ τῆς παραδόσεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».
Δὲν ἦταν καλύτερο, ἐμφαντικώτερο, ἀποτελεσματικώτερο τὸ ὅτι δύο φορὲς σὲ δύο σχετικὰ μὲ τὸν Οἰκουμενισμὸ κείμενο, τονίζαμε τὴν ἐκκλησιο-λογική μας αὐτοσυνειδησία; Γιατί ἐνοχλήθηκαν οἱ νέοι οἰκουμενίζοντες συντάκτες, «διορθωτές» καί «βελτιωτές» καὶ ἔκοψαν τὴ μία, κολοβώνοντας καὶ κακοποιώντας τὰ προηγούμενα κείμενα; Πρέπει ἐδῶ νὰ ποῦμε ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἵδρυση τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» (1948) οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι συμμετέχοντας σὲ Συνέδρια καὶ Συνελεύσεις κατέθεσαν σαφέστατες κοινὲς Δηλώσεις, ἱστορικὰ ὄντως κείμενα, ὅπου ἐξέφραζαν τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ἔγινε στὴν Λωζάνη (1927), στὸ Ἐδιμβοῦργο (1937), στὴ Λούνδ (1952), στὸ Ἔβανστον (1954), καὶ στὸ Νέο Δελχί (1961). Εἰδικῶς δὲ γιὰ τὸ θέμα τοῦ Πάσχα στὴ Ναϊρόμπι (1975). Δὲν ἐδίσταζαν νὰ ἐπικρίνουν τὴν «περιεκτική» γλώσσα τῶν κειμένων, ἡ ὁποία ἐπέτρεπε «νὰ ὑποκρύπτωνται ὑπὸ τὰς αὐτὰς λέξεις δύο νοήματα καὶ δύο διάφοροι ἀντιλήψεις καὶ ἐξηγήσεις τῶν κοινῇ παραδεκτῶν γενομένων προτάσεων, οὐδὲ δύναται ποτὲ Ὀρθόδοξος νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἕνωσις στηριζομένη ἐπὶ διφορουμένων προτάσεων εἶναι παραμόνιμος»[20].Τὸ σημαντικότερο ὅμως εἶναι ὅτι ἀπορρίπτουν τὴν διευρυμένη ἐκκλησιολογία τῶν Προτεσταντῶν, εὐθαρσῶς μὲ ἰδιαίτερες «Δηλώσεις» διετύπωναν τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐνδεικτικὰ παραθέτουμε μικρὰ ἀποσπάσματα:
Στὴν Λωζάνη (1927):Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐννοήσωμεν ἕνωσιν περιοριζομένην εἰς ἐλάχιστα κοινὰ σημεῖα, διότι κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὅπου ἐλλείπει ἡ ὁλοκληρία τῆς πίστεως, ἐκεῖ οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξει κοινωνία ἐν τοῖς μυστηρίοις. Οὐδὲ δύναται ἐν προκειμένῳ νὰ ἐφαρμοσθῆ ἢ ἐν ἄλλοις περιστάσεσιν ἰσχύουσα ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐπέδειξεν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πρὸς τοὺς ἐπιστρέφοντας εἰς αὐτήν»[21].
Στὸ Ἐδιμβοῦργο (1937):«Θέλομεν νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι ἡμεῖς ἐμμένομεν εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ μυστηριακὴ κοινωνία (Intercommunio) πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὡς τὸ ἐπιστέγασμα γνησίας καὶ πραγματικῆς ἑνώσεως, ἐφ᾽ ὅσον θὰ ἔχῃ αὕτη ἐπιτευχθῆ διὰ θεμελιώδους συμφωνίας ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. Μυστηριακὴ ἐπικοινωνία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λογισθῆ ὡς μέσον πρὸς ἕνωσιν Ἐκκλησιῶν»[22].
Στὴ Λούνδ (1952):«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γνωρίζει καὶ διακηρύττει… ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ὅλη καὶ μόνη Ἐκκλησία, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐντολοδόχος τῶν Ἀποστόλων… Ἤλθομεν ἐδῶ ὄχι νὰ ἐπικρίνωμεν ἄλλας Ἐκκλησίας, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰς βοηθήσωμεν νὰ ἴδουν τὴν ἀλήθειαν, νὰ διαφωτίσωμεν τὴν σκέψιν των μὲ ἀδελφικὸν τρόπον, πληροφοροῦντες αὐτὰς περὶ τῆς διδασκαλίας τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἥτις εἶναι ἡ Ἐλληνικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀναλλοίωτος ἀπὸ τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς»[23].
Εἰς Ἔβανστον (1954):«Ἐν συμπεράσματι ὀφείλομεν νὰ διαδηλώσωμεν τὴν βαθεῖαν ἡμῶν πεποίθησιν ὅτι μόνον ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξε πλήρη καὶ ἄθικτον «τὴν ἅπαξ παραδοθεῖσαν τοῖς ἁγίοις πίστιν». Ὄχι ἕνεκεν τῆς ἀνθρωπίνης ἡμῶν ἀξιομισθίας, ἀλλὰ διότι εὐαρεστεῖται ὁ Θεὸς ὅταν διατηρῆ «τὸν θησαυρὸν Αὐτοῦ ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν» ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ἦ τοῦ Θεοῦ» (Β´ Κορ. 4, 7)[24].
Εἰς Νέον Δελχί (1961):«Διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους τὸ βασικὸν Οἰκουμενικὸν πρόβλημα εἶναι τὸ τοῦ σχίσματος. Οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθοῦν τὴν ἰδέαν «τῆς ἰσότητος τῶν ὁμολογιῶν» καὶ δὲν δύνανται νὰ ὁραματισθοῦν Χριστιανικὴν ἐπανένωσιν ὡς ἁπλῆν πανομολογιακὴν διευθέτησιν. … Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν εἶναι μία τῶν ὁμολογιῶν, μία μεταξὺ τῶν πολλῶν. Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἀκριβῶς ἡ Ἐκκλησία»[25].
Συγκινεῖται κανείς, ὅταν διαβάζει τὶς σαφέστατες αὐτές «Δηλώσεις» καὶ καυχᾶται γιὰ τοὺς τότε ἐκπροσώπους μας στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση. Λυπᾶται δὲ καὶ ντρέπεται, γιατὶ μετὰ τὸ Νέο Δελχί (1961) ὄχι μόνο ἔπαυσαν οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ καταθέτουν κοινὲς «Δηλώσεις», ἀλλὰ σὲ Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ὅπως στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (2006) καὶ στὸ Πουσὰν τῆς Νοτίου Κορέας (2013) ὑπέγραψαν μαζὶ μὲ τοὺς Προτεστάντες ἀπαράδεκτα κείμενα, στὰ ὁποῖα προσβάλλουν καὶ ἀπορρίπτουν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία.
Γνωρίζοντας, λοιπὸν αὐτὴν τὴν φρικτὴ προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ποὺ συντελέσθηκε τὶς τελευταῖες δεκαετίες στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», τὰ ἴδια πρόσωπα κατευθύνουν τὴν σύνταξη καὶ ἀποδοχὴ τῶν κειμένων τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, γι᾽ αὐτὸ φροντίζουν ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ μὲ διφορούμενη καὶ ἀσαφῆ γλώσσα, ποὺ διδάχθηκαν ἐκεῖ, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μὲ ἀφαίρεση κειμένων καὶ προσθήκη ἄλλων νὰ συσκοτίσουν καὶ νὰ μειώσουν τὴν ἔκφραση τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀθωωθοῦν ἀπὸ Πανορθόδοξη Σύνοδο γιὰ τὰ προδοτικὰ κείμενα ποὺ ὑπέγραψαν. Δὲν ἤθελαν στὰ κείμενα τῆς Συνόδου νὰ ὑπάρχει δύο φορὲς αὐτὴ ἡ αὐτοσυνειδησία, γι᾽ αὐτὸ τὴν περιέκοψαν. Ἐπειδὴ μάλιστα αὐτὴ ἡ δεύτερη φορὰ στὸ κείμενο γιὰ τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση ἐνοχλοῦσε τοὺς Προτεστάντες τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», ἀλλὰ ἐνοχοποιοῦσε καὶ τοὺς ἴδιους ποὺ ὑπέγραψαν καὶ δέχθηκαν κείμενα μὲ νέα ἐκκλησιολογία. Περὶ τοῦ ὅτι δὲ αὐτὴ ἡ Ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία ἐνοχλοῦσε τοὺς Προτεστάντες καὶ τοὺς ἐξ ἡμῶν προθύμους Οἰκουμενιστὰς προκύπτει ἀπὸ τὴν τότε εἰλικρινῆ ἐκτίμηση τοῦ π. Γεωργίου Τσέτση, προβεβλημένου στελέχους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τώρα δὲ καὶ μέλους τῆς πατριαρχικῆς ἀντιπροσωπίας, στὴν προσυνοδικὴ διαδικασία, ὁ ὁποῖος ἀναφερόμενος στὸ κείμενο «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις» ποὺ τοῦ ἄλλαξαν τὰ φῶτα καὶ ἀφήρεσαν καὶ τὸ πρῶτο του ἄρθρο, γράφει ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ ὑπογράμμιζε μιὰ ἀλήθεια, ἡ ὁποία μέχρι τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ πενήντα, μέχρι δηλαδὴ τὸ Νέο Δελχί (1961) βρισκόταν πάντοτε στὸ ἐπίκεντρο τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου, γιὰ τὴν ὁποία ὅμως ἀπὸ τότε δὲν ἔγινε σαφής μνεία. Καὶ ἐπεξηγώντας ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ποὺ ἐγκαταλείφθηκε γράφει ἐπὶ λέξει:
«Πρόκειται γιὰ τὴν βαθειὰ πεποίθηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι εἶναι φορεὺς καὶ μάρτυς τῆς πίστεως καὶ τῆς παραδόσεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Τὸ κείμενο τοῦτο τονίζει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πιστὴ στὴν ἐκκλησιολογία της, στὴν ταυτότητα τῆς ἐσωτερικῆς δομῆς της καὶ στὴν ἐκκλησιαστική της συνείδηση, ἀπορρίπτει τὴν ἰδέα τῆς «ἰσότητος τῶν Ὁμολογιῶν» καὶ δὲν μπορεῖ νὰ διανοηθεῖ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σὰν ἕνα εἴδος διομολογιακῆς προσαρμογῆς. Ἔτσι ἡ ἑνότης ποὺ ἀναζητεῖται μέσα στὸ Συμβούλιο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι προϊὸν θεολογικῶν συμφωνιῶν μόνο, γιατὶ ὁ Θεός «καλεῖ τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν ἐν τῷ Μυστηρίῳ και τῇ Παραδόσει τῆς πίστεως βιουμένην ἑνότητα ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ». Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ ὑπενθύμιση αὐτὴ θὰ ἀπογοητεύσει πολλοὺς οἰκουμενικοὺς ἑταίρους καὶ θὰ ἐμπλέξει τὸν θεολογικὸ διάλογο. Μ᾽ ὅλα ταῦτα, πρόκειται γιὰ μιὰ πραγματικότητα μὲ τὴν ὁποία πρέπει κανεὶς νὰ προσαρμοστεῖ, γιὰ νὰ ἀποφευχθοῦν οἱ παγίδες ἑνὸς φτηνοῦ οἰκουμενισμοῦ»[26].
Αὐτὴν λοιπὸν τὴν πραγματικότητα τῆς βαθιᾶς καὶ ἀδιαπραγμάτευτης συνείδησης γιὰ τὴν ἐκκλησιολογική μας ταυτότητα ἀγνοοῦν καὶ οἱ τὰ πρῶτα φέροντες τῆς Συνόδου, δὲν προσαρμόζονται καὶ πέφτουν στὶς παγίδες ἑνὸς φτηνοῦ Οἰκουμενισμοῦ, χάριν τοῦ ὁποίου κατέστρεψαν καὶ ἐνόθευσαν αὐτὸ τὸ κείμενο στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ π. Γεώργιος, ἐντασσόμενος ὅμως καὶ αὐτὸς τώρα ἀδιαμαρτύρητα στοὺς φτηνοὺς Οἰκουμενιστάς.


10. Τὸ παναιρετικὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ἀποτιμᾶται θετικά

Πρὶν παρουσιάσουμε ἐνδεικτικὰ ὅσα φρικώδη καὶ προδοτικὰ κείμενα ὑπεγράφησαν στὶς δύο τελευταῖες Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) καὶ στὸ Πουσάν (2013), πρέπει νὰ δοῦμε πῶς ἐκτιμᾶ τὸ προσυνοδικὸ κείμενο γενικὰ τὸ ἐν λόγῳ Συμβούλιο καὶ τὴν συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων εἰς αὐτό. Παραλαμβάνει ὅσα θετικὰ ἔλεγε τὸ προηγούμενο κείμενο, τὸ ὁποῖο καὶ τότε (1986) δὲν θέλησε νὰ ἐκφράσει μὲ ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια ἀπόλυτη τὴν ἐκκλησιολογική μας αὐτοσυνειδησία, ὅπως τὴν ἐξέφραζαν οἱ μέχρι τοῦ Ν. Δελχὶ (1961) «Δηλώσεις» τῶν Ὀρθοδόξων. Ἀντὶ ὅμως τώρα μετὰ τὴν γενικευμένη ἀντίδραση ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὶς ἀποχωρήσεις τῶν Ἐκκλησιῶν, τοὺς ἐνδοιασμοὺς καὶ τὶς ἐπιφυλάξεις, νὰ εἶναι πιὸ συγκρατη-μένοι οἱ συντάκτες καὶ νὰ λαμβάνουν ὑπ᾽ ὄψιν αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, αὐτοὶ περιφρονοῦν αὐτὴν τὴν ὑγιὴ ἐκκλησιολογικὴ αὐτοσυνειδησία, προβάλλουν καὶ ἐπαινοῦν τὴν δράση καὶ τὶς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, ἀκόμη καὶ ἀπαράδεκτα κείμενα ποὺ ἑτοίμασε ἡ Ἐπιτροπή «Πίστις καὶ Τάξις», ὅπως τὸ περίφημο ΒΕΜ τῆς Λίμας τοῦ 1982, (Βάπτισμα -Εὐχαριστία – Ἱερωσύνη), ποὺ ὑπέστη σφοδρότατη κριτικὴ ἀπὸ πλευρᾶς Ὀρθοδόξων. Ἔτσι στὴν παράγραφο 16 τοῦ νέου ἑνοποιημένου κειμένου, ἀφοῦ προστίθενται τὰ ὀνόματα καὶ ἄλλων διαχριστιανικῶν ὀργανισμῶν καὶ περιφερειακῶν ὀργάνων, ὅπως ἡ Διάσκεψη τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν (Κ.Ε.Κ) καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν Μέσης Ἀνατολῆς (Σ.Ε.Μ.Α), ποὺ δὲν ἐμνημοεύοντο στὸ προηγούμενο κείμενο, γίνεται θετικὴ ἀξιολόγηση ὅλων μὲ τὴ φράση «Ταῦτα μετὰ τοῦ ΠΣΕ πληροῦν σημαντικὴν ἀποστολὴν διὰ τὴν προώθησιν τῆς ἑνότητος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου», ἐνῶ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς οὔτε στὴν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου βοηθοῦν, ὅπως ἔδειξε ἡ ἀποτυχία τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καὶ ἡ περιφρόνηση βασικῶν δογμάτων καὶ διδασκαλιῶν τῆς Ἐκκλησίας (Ἱερωσύνη γυναικῶν, γάμος ὁμοφυλοφίλων καὶ πλεῖστα ἄλλα) συγχρόνως δὲ διασποῦν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ὀρθῶς ἀντιδροῦν στὴν διαβρωτικὴ καὶ ἀντορθόδοξη δράση τοῦ Συμβουλίου. Ἔτσι π.χ. στὴν ἴδια παράγραφο, ἐπειδὴ συνειρμικὰ ἔρχεται στὴ σκέψη ἡ ἐξ αἰτίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ διαίρεση τῶν Ὀρθοδόξων, γίνεται ἀναφορὰ στὴν ἀποχώρηση ἀπὸ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν Γεωργίας καὶ Βουλγαρίας. Παρατρέχουν ἀφιλάδελφα, χωρὶς νὰ σχολιάζουν αὐτὴν τὴν ἀποχώρηση μὲ τὴν ἀστεία δικαιολογία ὅτι «ἔχουν ἰδίαν γνώμην περὶ τοῦ ἔργου τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», ἐνῶ τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἔχουν ἀρνητικὴ γνώμη, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει καὶ πλῆθος πιστῶν τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἔχουν ἀποφασίσει εἰς τὰ τῆς διαδικασίας τῆς Συνόδου, ὅτι οἱ ἀποφάσεις θὰ λαμβάνονται ὁμοφώνως, δὲν ἀντιλαμβάνονται οἱ ἔξυπνοι νόες τοῦ κειμένου ὅτι ἡ μὴ σύμφωνη γνώμη ὄχι μιᾶς, ποὺ καὶ αὐτὸ θὰ ἀρκοῦσε, ἀλλὰ δύο Ἐκκλησιῶν, καὶ μακάρι νὰ ὑπάρξουν καὶ ἄλλες, ἀχρηστεύει, καὶ ἀκυρώνει ὅσα λέγουν στὸ κείμενο ὑπὲρ τοῦ περιέργου ἐκκλησιολογικὰ Συμβουλίου καὶ τῆς ἀνάγκης συμμετοχῆς εἰς αὐτό. Ἀποτελεῖ αὐτονόητη καὶ ἀναμενόμενη συνέπεια γιὰ τὶς δύο αὐτὲς Ἐκκλησίες, ποὺ θὰ διασώσουν τὴν ἐκκλησιολογικὴ αὐτοσυνειδησία τῶν Ὀρθοδόξων καὶ θὰ ἐφελκύσουν εὐγνώμονες εὐχαρι-στίες, ἂν δὲν δεχθοῦν καὶ ἀπορρίψουν τὸ προσυνοδικὸ αὐτὸ κείμενο, ὅπως ἤδη φαίνεται νὰ ἔχει ἀποφασίσει, σύμφωνα μὲ τὶς εἰδήσεις, ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας.
Θυμοῦνται στὴν παράγραφο 18 καὶ μνημονεύουν ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πιστὴ εἰς τὴν ἐκκλησιολογία αὐτῆς εἰς τὴν ταυτότητα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς δομῆς καὶ εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, συμμετέχουσα ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Π.Σ.Ε οὐδόλως ἀποδέχεται τὴν ἰδέαν τῆς «ἰσότητος τῶν ὁμολογιῶν» καὶ οὐδόλως δύναται νὰ δεχθῇ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὥς τινα διομολογιακὴν προσαρμογήν». Εἶναι εὐχάριστο καὶ θετικὸ τὸ ὅτι ἀντιγράφουν ἐδῶ μία θέση ἀπὸ τὴν Δήλωση τῶν Ὀρθοδόξων στὸ Νέο Δελχί (1961). Θὰ ἦταν ὅμως περισσότερο εὐχάριστο καὶ συνεπές, ἂν ἐτόνιζαν καὶ αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνουν ὅλες οἱ Δηλώσεις μέχρι τὸ Νέο Δελχί, ὅτι ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν εἶναι νὰ ἐπιστρέψουν οἱ ἑτερόδοξοι εἰς τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησίαν, καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ἐκεῖ παρουσίας τῶν Ὀρθοδόξων, νὰ βοηθήσουν εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιστροφήν. Διαφορετικὰ τὸ γεγονὸς τῆς συμμετοχῆς μας σὲ ἕνα Συμβούλιο αἱρετικῶν προσβάλλει τὴν ἐκκλησιολογική μας ταυτότητα, ἐξευτελίζει τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «αὐτὸ τὸ πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶμα καὶ ὀργανισμὸν τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ»[27], ὅπως ἐκτιμᾶ ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Δὲν εἶναι λοιπὸν καθόλου «πιστὴ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἰς τὴν ἐκκλησιολογίαν αὐτῆς οὔτε εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων». Θὰ διενοεῖτο ποτὲ κανεὶς στὴν ἀρχαία ἐκκλησίαν νὰ συμμετέχει σὲ Παγκόσμιο Συμβούλιο αἱρετικῶν, Ἀρειανῶν, Πνευματομάχων, Μονοφυσιτῶν, Εἰκονομάχων καὶ νὰ ὀνομάζει ὅλες αὐτὲς τὶς αἱρέσεις ἐκκλησίες; Αὐτὴ εἶναι ἡ πιστότητα στὴν ἐκκλησιολογία καὶ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας; Ὑπῆρξε ποτὲ τέτοιος τερατώδης ὀργανισμός, ποὺ νὰ συνενώνει τὶς πιὸ φρικτὲς αἱρέσεις σὲ ἕνα σῶμα μὲ τὴν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία; Καὶ ἐπειδὴ μνημονεύουν καὶ τὶς ἑπτὰ Ἅγιες Οἰκουμενικὲς Συνόδους, δὲν γνωρίζουν οἱ προσυνοδικοὶ Πατέρες καὶ ἀδελφοί, ὅτι στὴν συνείδηση τῶν Ὀρθοδόξων ὑπάρχουν ἐννέα (9) Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, προστιθεμένων στὶς ἑπτὰ καὶ τῶν δύο μεταγενεστέρων μεγάλων Συνόδων τῆς ἐπὶ Μ. Φωτίου τὸ 879 μ.Χ. καὶ τῆς ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ τὸ 1451; Ἔγινε τόσος θόρυβος πανορθοδόξως γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῶν δύο Συνόδων ὡς οἰκουμενικῶν, ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς τὶς ἐνέταξε ὡς οἰκουμενικὲς στὸ ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, ἐγράφησαν σχετικὲς ἀκολουθίες καὶ ἁγιογραφήθηκαν εἰκόνες, ἑτοιμάσθηκαν ἐξαιρετικὲς εἰσηγήσεις ἀπὸ λογίους ἱεράρχας μὲ ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος γιὰ νὰ ἀναγνωσθοῦν στὴν σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, καὶ τὸ σημαντικώτερο: ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μεταξὺ τῶν προτάσεών της γιὰ τὰ συνοδικὰ κείμενα, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη διὰ τοῦ Πατριάρχου Σερβίας κ. Εἰρηναίου ζητεῖ νὰ ἀναγνωρίσει ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ὡς Οἰκουμενικὲς τὶς προαναφερθεῖσες Συνόδους. Γιατὶ αὐτὴ ἡ ἐκκωφαντικὴ σιωπὴ καὶ παραθεώρηση τῆς προτάσεως μιᾶς τοπικῆς συνόδου, ἀλλὰ καὶ τὶς διαχρονικῆς συνειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ ἀπάντηση εἶναι γνωστὴ καὶ ἔχει ἐπισημανθῆ ἀπὸ πολλούς· γιὰ νὰ μὴ δυσαρεστηθοῦν οἱ Παπικοί, ἡ «ἀδελφὴ Ἐκκλησία» τῆς Ρώμης, αἱρέσεις τῆς ὁποίας κατεδίκασαν οἱ δύο τελευταῖες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, ἡ ὀγδόη (879) καὶ ἡ ἐνάτη (1351).
Στὴν παράγραφο 19 ἐπαινετικὰ καὶ πάλι ἀναφέρεται τὸ κείμενο στὴ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» καὶ κάνουν τὸ λάθος οἱ συντάκτες νὰ μνημονεύσουν θετικὰ τὴν Δήλωση τοῦ Toronto (1950). Γράφουν: «Ἔχουν (οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες) βαθεῖαν τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ ἐκκλησιολογικαὶ προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Τορόντο (1950), τιτλοφορουμένης «Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καὶ τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν» εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας διὰ τὴν Ὀρθόδοξον συμμετοχὴν εἰς τὸ Συμβούλιον». Ἐκτὸς τοῦ ὅτι καὶ μόνο ὁ τίτλος τῆς «Δηλώσεως» ἐκφράζει ἀπόλυτα τὴν Προτεσταντικὴ ἐκκλησιολογία καὶ ἔπρεπε νὰ μὴ γίνει δεκτός, ἀπὸ τοὺς τότε Ὀρθοδόξους ἐκπροσώπους, διότι εἰσηγεῖται τὴν ἀόρατη μία ἐκκλησία, καὶ τὶς ὁρατὲς ἄλλες ἐκκλησίες ποὺ ἐξ ἴσου ἀποτελοῦν τὴν Μία Ἐκκλησία», ἑπομένως ἀναγνωρίζει τὴν ἴδια ἐκκλησιαστικότητα στὶς ὁρατές «ἐκκλησίες» μέλη τῆς ἀόρατης «ἐκκλησίας», ὑπάρχουν παράγραφοι στὴν «Δήλωση» ἀπαράδεκτες ἀπὸ πλευρᾶς Ὀρθοδόξου. Καὶ ἐπικαλεῖται μὲν ὀρθῶς τὸ προσυνοδικὸ κείμενο τὴν παράγραφο 2 τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto ὅτι σκοπὸς τοῦ ΠΣΕ δὲν εἶναι νὰ διαπραγματεύεται ἑνώσεις, μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν ἀλλὰ νὰ βοηθήσει τὴν προσέγγισή τους, ἀποκρύπτει ὅμως ἄλλες παραγράφους οἱ ὁποῖες ἀναγνωρίζουν τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῶν ἄλλων «ἐκκλησιῶν» καὶ ἐξισώνουν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὶς ἄλλες «ἐκκλησίες». Ἔτσι π.χ. ἀποδέχεται ἡ «Δήλωση», καὶ οἱ ὑπογράψαντες Ὀρθόδοξοι, ὅτι ὑπάρχει ἡ μία ἀόρατη «Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» καὶ οἱ ἐπὶ γῆς ἐπὶ μέρους ἐκκλησίες, καὶ εἶναι πληρέστερο, περιεκτικώτερο, νὰ ἀνήκει κανεὶς στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὴν συναποτελοῦν ὅλοι, παρὰ ὁ καθένας στὴν δική του Ἐκκλησία. Ἑπομένως ἡ δική μας Ἐκκλησία ἡ Ὀρθόδοξη δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἕνα κομμάτι αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ζητοῦμε νὰ ἔχουμε ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους, ὥστε μέσω αὐτῶν νὰ μετέχουμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γράφει ἐπὶ λέξει ἡ Δήλωση τοῦ Τορόντου: «Αἱ Ἐκκλησίαι – μέλη ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερον (more inclusive) ἢ τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας αὐτῶν Ἐκκλησίας. Ἐντεῦθεν καὶ ζητοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς ζῶσαν ἐπαφὴν μετὰ τῶν ἐκτὸς τῶν ἰδίων τάξεων, αἵτινες ὁμολογοῦν τὴν Κυριότητα τοῦ Χριστοῦ». Σὲ ἄλλο σημεῖο ἡ Δήλωση ἀναγνωρίζει ἐκκλησιαστικότητα στὶς ἄλλες «ἐκκλησίες», ἡ ὁποία ἁπλῶς εἶναι ἀτελής, ὅτι οἱ αἱρέσεις -ἄκουσον! ἄκουσον!- ἔχουν «στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας». Πλήρης ἀνατροπὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας: «Αἱ Ἐκκλησίαι – μέλη τοῦ ΠΣΕ ἀναγνωρίζουν ἐν ἄλλαις Ἐκκλησίαις στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας. Θεωροῦν ὅτι ἡ ἀμοιβαία αὕτη ἀνγνώρισις ὑποχρεοῖ αὐτὰς ν᾽ ἄρξωνται σοβαρᾶς συνδιαλέξεως μετ᾽ ἀλλήλων, ἐν τῇ ἐλπίδι ὅτι τὰ στοιχεῖα ταῦτα τῆς ἀληθείας, θὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ὅλης ἀληθείας καὶ εἰς ἑνότητα βασιζομένην ἐπὶ τῆς ὅλης ἀληθείας». Ἀπὸ τὸ κείμενο αὐτὸ προκύπτει, ἐκτὸς τῆς ἀναγνωρίσεως στοιχείων ἀληθείας στὶς ἄλλες «ἐκκλησίες», ὅτι δεχόμαστε ἀμοιβαίως ὅτι καὶ στὴν δικὴ μας Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει ἡ ὅλη ἀλήθεια, ἀλλ᾽ αὐτὸ θὰ προκύψει ἀπὸ τὴν ἀλληλογνωριμία καὶ τὴν συνδιάλεξη μετ᾽ ἀλλήλων, ἀπὸ τοὺς Θεολογικοὺς δηλαδὴ Διαλόγους. Καὶ τὸ πολὺ χειρότερο· σὲ ἄλλη παράγραφο τῆς «Δηλώσεως» τοῦ Τορόντο δεχθήκαμε ὅτι χωρὶς τὶς ἄλλες «ἐκκλησίες», χωρὶς τὴν πανσπερμία δηλαδὴ τῶν αἱρέσεων, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει οἰκοδομηθῆ οὔτε ἔχει ἀνακαινισθῆ, ἀλλὰ αὐτὸ γίνεται ὅταν ἔχουμε σχέση μὲ τοὺς ἄλλους: «Αἱ Ἐκκλησίαι – μέλη εἰσέρχονται εἰς πνευματικὰς σχέσεις διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦν νὰ μάθουν παρ᾽ ἀλλήλων καὶ νὰ βοηθοῦν ἀλλήλας, ὅπως οἰκοδομηθῇ τὸ Σῶμα Χριστοῦ καὶ ἡ ζωὴ τῶν Ἐκκλησιῶν ἀνακαινισθῆ».


11. Νεοεποχίτικος συγκρητισμὸς ἐπικίνδυνος στὰ κείμενα τοῦ Π.Σ.Ε.

Ἀπὸ τὴν σύντομη αὐτὴ ἀναφορὰ στὴν παράγραφο 19 τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου καὶ στὴν «Δήλωση» τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» στὸ Τορόντο τοῦ Καναδᾶ (1950), προκύπτουν δύο ἐνδιαφέρουσες ἐκτιμήσεις. Ἡ πρώτη, ὅτι τὰ κείμενα τοῦ Π.Σ.Ε εἶναι πράγματι ἀχταρμᾶς, βρίσκεις καὶ παίρνεις ὅ,τι θέλεις, νεοεποχίτικο, πανθρησκειακό, καὶ πανομολογιακὸ χωνευτήρι μὲ διφορούμενες, ἀντιφατικὲς καὶ ἀλληλοαναιρούμενες θέσεις, ὥστε νὰ ἱκανοποιοῦνται ὅλες οἱ πλευρές. Ἔτσι ἀπὸ τὴν διφορούμενη «Δήλωση» τοῦ Τορόντο, οἱ δικοί μας Οἰκουμενιστὲς μνημόνευσαν στὸ προσυνοδικὸ κείμενο αὐτὸ ποὺ θὰ ἀκουγόταν καλὰ στὰ αὐτιὰ τῶν Ὀρθοδόξων, ἀπέκρυψαν ὅμως τὰ ὑπόλοιπα ποὺ μνημονεύσαμε, ποὺ ἀνατρέπουν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία καὶ ἐγκρίνουν τὴν διευρυμένη Ἐκκλησιολογία τῶν Προτεσταντῶν, ἀναγνωρί-ζοντας στοιχεῖα ἀληθείας καὶ στὶς ἄλλες «ἐκκλησίες», δηλαδὴ στὶς αἱρέσεις. Καὶ τὸ δεύτερο καὶ πιὸ σημαντικό: ᾽Ακόμη καὶ ἂν ἔλειπε ἡ σκοτεινὴ στὴν ἀσάφεια καὶ σύγχυσή της, ἡ πραγματικὰ γριφώδης παράγραφος 20 τοῦ ὑπὸ συζήτηση προσυνοδικοῦ κειμένου, στὴν ὁποία ἀμέσως θὰ ἀναφερθοῦμε, ἀκόμη δηλαδὴ καὶ ἂν ἐν Συνόδῳ ἀποφασιζόταν ἡ ἀφαίρεσή της, δὲν θὰ ἄλλαζε τίποτε, διότι ἡ θετικὴ καὶ μὲ ἐπαίνους ἀναφορὰ σὲ κείμενα τοῦ ΠΣΕ, ὅπως ἡ «Δήλωση» τοῦ Τορόντο συμπεριλαμβάνουσα καὶ τὰ πρόσφατα κείμενα τοῦ Πόρτο Alegre καὶ τοῦ Πουσάν, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπορίπτει, σημαίνει ὅτι ὅλο τὸ προσυνοδικὸ κείμενο δέχεται τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῶν ἑτεροδόξων καὶ ἀμφισβητεῖ τὴν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔστω καὶ ἂν ἀντιφατικὰ καὶ παραπλανητικὰ ἀναφέρεται σ᾽ αὐτὴν στὴν πρώτη παράγραφο, μιμούμενο καὶ εἰς αὐτὸ τὰ ἀντιφατικά, ἀσαφῆ καί «περιεκτικά» κείμενα τοῦ ΠΣΕ. Ἑπομένως πρέπει στὸ σύνολό του νὰ ἀπορριφθεῖ.


12. Ἡ σκοτεινὴ καὶ γριφώδης παράγραφος 20. Ἡ ἐκκλησιαστικότητα καὶ τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν

Ἡ πιὸ προβληματικὴ καὶ ἐρεβώδης παράγραφος τοῦ κειμένου, σχεδιασμένα δυσερμήνευτη, εἶναι ἡ φέρουσα τὸν ἀριθμὸ 20. Ἤδη πρὸ τῆς καθυστερημένης δημοσιοποιήσεως τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἄγνωστα ἀκόμη καὶ στοὺς ἐπισκόπους, καὶ μόνον σὲ ὀλίγους προνομιούχους γνωστά, πληροφορηθήκαμε ἀπὸ αὐτοὺς ὅτι προστέθηκαν στὸ προσυνοδικὸ κείμενο πρωτοποριακὲς καινοτόμες θέσεις ποὺ ἀναγνωρίζουν τὴν ἐκκλησιαστικό-τητα τῶν ἑτεροδόξων καὶ τὴν ἐγκυρότητα τοῦ βαπτίσματός των. Οἱ προνομιοῦχοι αὐτοὶ γνῶστες τῶν κειμένων σὲ εἰσηγήσεις ποὺ ἔκαναν σὲ συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε τὸ Πατριαρχικὸ Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν στὴ Μονὴ Βλατάδων (3-5 Δεκεμβρίου 2015) μὲ θέμα «Πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» μᾶς ἀποκάλυψαν αὐτὰ ποὺ θέλουν οἱ Οἰκουμενισταὶ νὰ συναγάγουν ἀπὸ τὴν ἀσαφῆ, ἀκατανόητη καὶ δυσερμήνευτη παράγραφο 20, τὴν ὁποία θὰ ἐπισείουν ὡς νέα πανορθόδοξη ἀπόφαση ἐναντίον ὅσων ἀντιδροῦν στὴν προώθηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ θὰ μᾶς κατηγοροῦν ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸ κείμενο. Ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας, λοιπόν, δικαιολογημένα γνώστης τῶν κειμένων, ἀφοῦ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συμμετέχει καὶ στὴν κατασκευή τους κατὰ τὴν τελευταία φάση, καυχώμενος γιὰ τὶς προσθῆκες ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ ἡ παράγραφος 20 λέγει ὅτι «υἱοθετήθησαν ἐπὶ πλέον καὶ νέαι παράγραφοι λίαν σημαντικαὶ αἱ ὁποῖαι ἐπιβεβαιώνουν πανορθοδόξως θέσεις αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ παρελθὸν εἴτε ἀμφισβητοῦντο εἴτε καὶ παραθεωροῦντο». Θεωρώντας δεδομένη τὴν πανορθόδοξη ἔκφραση μέσῳ κάποιων ἐκπροσώπων, ὁριζομένων ὄχι πάντοτε δεόντως, προϊδεάζει ὅτι ἡ Σύνοδος θὰ υἱοθετήσει θέσεις οἱ ὁποῖες στὸ παρελθὸν ἠμφεσβητοῦντο καὶ παρεθεωροῦντο, θὰ καινοτομήσει δηλαδὴ ἡ Σύνοδος καὶ δὲν θὰ εἶναι συνέχεια τῶν προηγουμένων Συνόδων, Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν. Καὶ ἀναφερόμενος στὴν γριφώδη παράγραφο 20 τοῦ κειμένου γράφει: «Ἐτέθησαν τὰ κανονικὰ κριτήρια (καν. 7ος τῆς Β´ καὶ 95ος τῆς Πενθέκτης) ὡς πρὸς τὴν προοπτικὴν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετὰ τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν (§20). Διὰ τῆς παρούσης παραγράφου προσδιορίσθησαν πανορθοδόξως τὰ ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν, δὲν ἀμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις αὐτῶν καὶ «κατ᾽ οἰκονομίαν» ἀνεγνωρίσθη τὸ συμφώνως πρὸς τὴν κανονικὴν παράδοσιν, ὑποστατὸν καὶ ἔγκυρον τοῦ βαπτίσματος. Οὕτως ἐνισχύεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, ὡς ἔκφρασις φιλανθρώπου διαθέσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν, ἐνῶ ἀτονεῖ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀκριβείας». Τὶ νὰ πεῖ κανεὶς καὶ τὶ νὰ πρωτοσχολιάσει; Ἐν πρώτοις ὅτι φιλολογικά, ἐννοιολογικά, κυριολεκτικὰ δὲν προκύπτουν αὐτὰ ἀπὸ τὴν παράγραφο 20, ἡ ὁποία βέβαια γενικῶς ἔχει τὸ κακό της χάλι. Λέγει ἡ παράγραφος: «Αἱ προπτικαὶ τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετὰ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν προσδιορίζονται πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως (κανόνες 7 τῆς Β´ καὶ 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῶν συνόδων)». Δὲν γνωρίζουμε ποιός εἶναι ὁ μεγάλος καὶ ἔμπειρος στὴν ἐκκλησιαστικὴ διπλωματία συντάκτης αὐτῆς τῆς παραγράφου, πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζουν ὅλοι ὅσοι τὴν ἐμπνεύσθηκαν ὅτι οἱ σκοποὶ των δὲν εὐοδοῦνται· δὲν βγαίνει μὲ τίποτε ἡ ἑρμηνεία τοῦ μητροπολίτου Μεσσηνίας ἀπὸ αὐτὴν οὔτε τοῦ εἰδικοῦ καθηγητοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης Στ. Τσομπανίδη στὸ Τμῆμα Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τὴν ὁποία στὴ συνέχεια θὰ ἀναφέρουμε. Ἀπὸ τὴν παράγραφο αὐτὴ σὲ σχέση μὲ τοὺς δύο κανόνες ποὺ παραθέτουν, ποὺ οὐσιαστικὰ εἶναι ἕνας διότι ὁ 95ος τῆς Πενθέκτης ἐπανλαμβάνει αὐτολεξεὶ τὸν 7ο τῆς Β´, προκύπτει ὅτι οἱ Θεολογικοὶ Διάλογοι καὶ οἱ προοπτικές τους προσδιορίζονται πράγματι καὶ πρέπει νὰ προσδιορίζονται ἀπὸ τὰ κανονικὰ κριτήρια τῆς διαμορφωμένης ἤδη παραδόσεως μὲ βάση ὄχι μόνο τοὺς δύο αὐτοὺς κανόνες ἀλλὰ ὅλους τοὺς κανόνες ποὺ συμφωνοῦν μεταξύ τους. Μὲ βάση τὰ κριτήρια αὐτὰ ὅλοι οἱ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας εὑρισκόμενοι αἱρετικοί, ὅταν ἀποφασίσουν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν αἵρεση, καὶ νὰ προστεθοῦν στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀντιμετωπίζονται μὲ διπλὸ τρόπο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, εἴτε κατ᾽ ἀκρίβειαν, εἴτε κατ᾽ οἰκονομίαν. ἀκρίβεια ἀπαιτεῖ τὴν μὴ ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων τους, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀναβαπτίζονται· ἡ οἰκονομία, ποὺ δὲν καταργεῖ τὴν ἀκρίβεια καὶ ἐφαρμόζεται ὑπὸ συγκεκριμένους ὅρους, τοὺς δέχεται χωρὶς βάπτισμα μόνο μὲ χρίσμα, ἀλλὰ μὲ λίβελλο, καὶ ἀποκήρυξη τῆς αἱρέσεως. Στὴν περίπτωση ποὺ ἐφαρμόζεται ἡ οἰκονομία καὶ δὲν τοὺς ἀναβαπτίζει ἡ Ἐκκλησία δὲν σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζει καθ᾽ ἑαυτὸ τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, ἐφ᾽ ὅσον ἐξακολουθοῦν νὰ παραμένουν στὴν αἵρεση, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς συνομιλητές μας στοὺς Διαλόγους, Παπικούς, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες. Τὸ ἀναγνωρίζει μόνον, ὅταν ἀποφασίσουν νὰ ἀποκηρύξουν τὴν αἵρεση καὶ νὰ προστεθοῦν στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ πρέπει νὰ ποῦμε στοὺς ἑτεροδόξους μὲ τοὺς ὁποίους συνομιλοῦμε στοὺς Διαλόγους, γιὰ νὰ τοὺς παρακινήσουμε ἀπὸ ἀγάπη νὰ ἔλθουν στὴν Ἐκκλησία· αὐτὰ εἶναι ἀπαράβατα κανονικὰ κριτήρια, καὶ ὄχι νὰ τοὺς ξεγελοῦμε σὰν μικρὰ παιδιὰ λέγοντας πὼς ἀναγνωρίζουμε τὰ μυστήριά τους. Γι᾽ αὐτὸ οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου δὲν τόλμησαν νὰ παραθέσουν ἕναν ἀπὸ τοὺς δύο ἔστω κανόνες, διότι καὶ οἱ δύο κάνουν λόγο γιὰ αἱρέσεις καὶ ὄχι γιά «χριστιανικὲς Ἐκκλησίες καὶ ὁμολογίες», καὶ τὸ σημαντικώτερο, ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα κατ᾽ οἰκονομίαν, ὄχι αὐτῶν ποὺ παραμένουν στὴν αἵρεση, ἀλλὰ αὐτῶν ποὺ προστίθενται, ποὺ ἐπιστρέφουν στὴν Ἐκκλησία. Ἂς πείσουν, λοιπὸν τοὺς διαλεγομένους νὰ ἐπιστρέψουν, καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὄντως «διαμορφωμένη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση», γιὰ νὰ ἐφαρμόσει εἴτε τὴν ἀκρίβεια εἴτε τὴν οἰκονομία. Ἀπὸ κανένα κανόνα δὲν προκύπτει ὅτι ὑπάρχουν «λοιπὲς Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες», ἀμφισβητοῦν ὅλοι οἱ κανόνες τὴν ὕπαρξη ἄλλων Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν καὶ δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ ὑποστατικὸ καὶ ἔγκυρο τοῦ βαπτίσματος, παρὰ μόνον κατ᾽ οἰκονομίαν αὐτῶν ποὺ ἀφήνουν τὴν αἵρεση καὶ ἐπιστρέφουν, «προστίθενται» στὴν Ἐκκλησία. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παραθέσει πάμπολλες σύμφωνες γνῶμες ἐγκύρων δογματολόγων καὶ κανονολόγων, καὶ εἶναι ἀπορίας ἄξιον πὼς μὲ τόση προχειρότητα γράφονται ἐπίσημα συνοδικὰ κείμενα. Οἱ κανόνες εἶναι σαφεῖς, παραθέτουμε ὅμως ἀπὸ τοὺς δύο τὸν 95ο τῆς Πενθέκτης ποὺ περιέχει ἐπὶ λέξει καὶ τὸν 7ο τῆς Β´: «Τοὺς προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων, ἀπὸ αἱρετικῶν δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν τε καὶ συνήθειαν. Ἀρειανοὺς μὲν καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς καθαρούς, καὶ Ἀριστερούς καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, ἤγουν Τετραδίτας καὶ Ἀπολιναριστὰς δεχόμεθα, διδόντας λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν μὴ φρονοῦσαν, ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, σφραγιζομένους, ἤτοι χριομένους πρῶτον τῷ ἁγίῳ Μύρῳ τὸ μέτωπον καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τᾶς ρῖνας καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὧτα· καὶ σφραγίζοντες αὐτοὺς λέγομεν· Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου. Περὶ δὲ τῶν Παυλιανιστῶν, εἴτα προσφυγόντων τῇ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, ὅρος ἐκτέθειται, ἀναβαπτίζεσθαι αὐτοὺς ἐξάπαντος. Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομέ-νους, καὶ Μοντανιστὰς τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαβελλιανοὺς τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας, καὶ ἕτερά τινα χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ πάσας τὰς ἄλλας αἱρέσεις, ἐπειδὴ πολλαὶ εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῆς Γαλατῶν χώρας ἐρχόμενοι, πάντας τοὺς ἀπ᾽ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα. Καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν, ποιοῦμεν αὐτοὺς Χριστιανούς, τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους· εἶτα τὴν τρίτη ἐξορκί-ζομεν αὐτοὺς μετὰ τοῦ ἐμφυσᾷν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἀκροᾶ-σθαι τῶν Γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν. Καὶ τοὺς Μανιχαίους δέ, καὶ τοὺς Οὐαλεντινιανούς, καὶ Μαρκιονιστὰς καὶ τοὺς ἐκ τῶν ὁμοίων αἱρέσεων, χρὴ ποιεῖν λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζειν τὴν αἵρεσιν αὐτῶν τοὺς Νεστορια-νούς, καὶ Νεστόριον, καὶ Εὐτυχέα, καὶ Διόσκορον, καὶ Σεβῆρον, καὶ τοὺς λοιποὺς ἐξάρχους τῶν τοιούτων αἱρέσεων, καὶ τοὺς φρονοῦντας τὰ αὐτῶν καὶ πάσας τὰς προαναφερομένας αἱρέσεις, καὶ οὕτω μεταλαμβάνειν τῆς ἁγίας Κοινωνίας»[28].
Νὰ προσέξουν μάλιστα οἱ παρερμηνεύοντες τοὺς κανόνες καὶ ἀπειλοῦντες, ἀκόμη καὶ στὸ συνοδικὸ κείμενο, αὐτοὺς ποὺ κάνουν ἄριστα καὶ ἀντιδροῦν στὶς ἐκκλησιολογικὲς καινοτομίες τους, ὅτι θὰ εὑρεθοῦν οἱ ἴδιοι κάτω ἀπὸ τὰ ἐπιτίμια τῶν κανόνων γιὰ τὶς παρεκτροπὲς ποὺ πράττουν στὸ συγκεκριμένο θέμα. Γιατὶ λέγει ὁ ΜΣΤ´ Κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων: «Ἐπίσκοπον ἢ Πρεσβύτερον αἱρετικῶν δεξαμένους Βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ, ἢ τὶς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;». Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἑρμηνεύοντας πατερικὰ ὀρθόδοξα, καὶ ὄχι οἰκουμενιστικά, αὐτὸν τὸν κανόνα ἐνισχύει ὅσα προηγουμένως ἐλέχθησαν γιὰ τὴν φροντίδα καὶ μέριμνα νὰ ἐπιστρέψουν οἱ αἱρετικοί: «Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἀποστρέφωνται τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τὰς τῶν αἱρετικῶν τελετάς. Μᾶλλον δὲ αὐτοὶ, οἱ αἱρετικοὶ δηλ., πρέπει νὰ ἐλέγχωνται καὶ νὰ νουθετῶνται ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους, μήπως ἤθελαν καταλάβουν καὶ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν πλάνην των»[29].Τὰ ἴδια ἀκριβῶς λέγει καὶ ἑπόμενως ΜΖ Ἀποστολικὸς Κανών. Ἂς κάνουν τὸν κόπο οἱ εὔκολοι παρερμηνευτὲς τῶν Ἱερῶν Κανόνων νὰ διαβάσουν τὰ ἐκτενῆ σχόλια τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου εἰς αὐτοὺς τοὺς δὺο Ἀποστολικοὺς Κανόνες καὶ θὰ καταλαβουν ποιὰ εἶναι τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν αἱρέσεων, ἂν οἱ κανόνες ἀναγνωρίζουν ἐκκλησιαστικότητα στοὺς αἱρετικοὺς καὶ τὸ ἔγκυρο καὶ ὑποστατὸ τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἂν «ἀτονεῖ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀκριβείας καὶ ἐνισχύεται ἡ ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας». Ἀληθινὰ δὲν καταλαβαίνουν οὔτε τὶ λένε οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου οὔτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται[30]. Τέτοια ἐπιποπλαιότητα γιὰ τόσο σοβαρὰ καὶ διαχρονικῶς λελυμένα θέματα εἶναι ἀδικαιολόγητη.
Τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ ὅσα στὸ πατριαρχικὸ Συνέδριο τῆς Βλατάδων (3-5 Δεκεμβρίου 2015) εἶπε καὶ ὁ μνημονευθεὶς καθηγητὴς Στ. Τσομπανίδης. Ἐντοπίζει ὀρθὰ ὅτι «ἐκτιμῶνται θετικὰ τὰ θεολογικὰ κείμενα τῆς Ἐπιτροπῆς “Πίστη καὶ Τάξη” καὶ θεωροῦνται ὅτι ἀποτελοῦν ἀξιόλογο βῆμα στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση γιὰ τὴν προσέγγιση τῶν Ἐκκλησιῶν (§21)». Δὲν διστάζει μάλιστα νὰ ἐπαινέσει καὶ τὴν ἀπόφαση, τὴν φρικτὴ καὶ ἀπαράδεκτη, τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε καὶ νὰ ἰσχυρισθεῖ, φανερώνοντας τὶς προθέσεις τῶν συντακτῶν τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου, ὅτι στὴν Ε´ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη «ἐκφράζεται ἡ εὐαρέσκεια τῶν Ὀρθοδόξων γι᾽ αὐτὴν τὴν ἐξέλιξη». Δηλαδή, ἂν ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος δεχθεῖ τὸ προσυνοδικὸ κείμενο, δέχεται καὶ τὰ φρικτὰ καὶ ἀνατρεπτικὰ τῆς Ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας κείμενα τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) καὶ τοῦ Πουσάν (2013). Ἐπαναλαμβάνοντας δὲ καὶ ὅσα ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας εἶπε γιὰ τὸ «ὑποστατό» καὶ «ἔγκυρο» τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν, βάσει τῶν κανόνων 7 τῆς Β´ καὶ 95 τῆς Πενθέκτης, μὲ τὸ ἀνέρειστο καὶ κατὰ φαντασίαν σκεπτικὸ ὅτι σήμερα «ἀτονεῖ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀκριβείας καὶ ἐφαρμόζεται ἡ ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας» μᾶς δείχνει καὶ τὸν ἐφευρέτη αὐτῆς τῆς καινοτομίας, τὸν καθηγητὴ Βλ. Φειδᾶ. Ποιοί ὅμως εἶναι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐρήμην τῆς πατερικῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας ἀνατρέπουν τὴν κανονικὴ τάξη καὶ τὴν σαφῆ ἐκκλησιολογία τῆς Ἐκκλησίας;


13. Τὰ φρικτὰ κείμενα τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε καὶ τοῦ Πουσὰν ἐγκρίνει ἡ Σύνοδος, ἀλλὰ τὸ κρύβει

Καὶ γιὰ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ τὶ προσπαθοῦν νὰ ἐγκρίνουν καὶ νὰ περάσουν μὲ τὴν θετικὴ ἐκτίμηση τῶν θεολογικῶν κειμένων τοῦ ΠΣΕ θὰ κάνουμε μικρὴ μνεία τῶν ἀποφάσεων τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) καὶ τοῦ Πουσάν (2013), ποὺ ξεσήκωσαν θύελλα διαμαρτυριῶν. Μὲ ὅσα ἐκεῖ ἀποφάσισαν καὶ ὑπέγραψαν καὶ οἱ «Ὀρθόδοξοι» ἀντιπρόσωποι ἀρνοῦνται βασικὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως τὸ δόγμα τῆς ἑνότητος καὶ καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, τὴν διαβόητη «βαπτισματικὴ Θεολογία» ὡς καὶ τὴν πολυμορφία στὴν διατύπωση τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, νὰ λέγει δηλαδὴ γιὰ τὴν πίστη ὁ καθένας ὅ,τι θέλει. Ἔτσι π.χ. δέχονται ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι δεδομένη ἀλλὰ ζητούμενη, ἡ Ἐκκλησία δηλαδὴ δὲν εἶναι Μία κατὰ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀλλὰ πολλές, ποὺ τώρα δὲν ἔχουν ὁρατὴ ἑνότητα· αὐτὴ θὰ ἐπιτευχθεῖ, ὅταν φθάσουν οἱ «ἐκκλησίες» στὴν ὁρατὴ ἑνότητα, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ἀποδοχὴ καὶ τῆς προτεσταντικῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας περὶ ἀόρατης ἐκκλησίας ὅπου ἐκεῖ ὑπάρχει ἑνότητα: «Ἐπαναβεβαιώνουμε ὅτι ὁ πρωταρχικὸς στόχος τῆς κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν εἶναι νὰ προσκαλέσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον σὲ μιὰ ὁρατὴ ἑνότητα (§ Ι 1) ….Οἱ Ἐκκλησίες ποὺ εἶναι μέλη τοῦ ΠΣΕ, παραμένουμε ἀφοσιωμένες ἡ μία στὴν ἄλλη στὸν δρόμο πρὸς ἐπίτευξη τῆς πλήρους ὁρατῆς ἑνότητας (§Ι 2). Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι τώρα οὔτε Καθολική, διότι ὅπως λέγει προκλητικὰ τὸ κείμενο, καὶ εἶναι νὰ ἀπορεῖ καὶ πάλι κανεὶς πὼς τὸ ὑπέγραψαν τὸ κείμενο αὐτό «Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι», «κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ὄχι ἁπλὰ ἕνα μέρος της. Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία καθολική, ἀλλὰ ὄχι στὴν ὁλότητά της. Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τὴν καθολικότητά της, ὅταν εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὶς ἄλλες ἐκκλησίες (ΙΙ, 6)». Δηλαδὴ τώρα ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι Καθολική· θὰ γίνει Καθολικὴ ὅταν ἑνωθεῖ μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς ψευδοεκκλησίες. Τὸ «βάπτισμα» καθορίζει πλέον τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ἡ κοινὴ ὀρθὴ Πίστη, ἡ Παράδοση καὶ ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχή, τὸ βάπτισμα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ πῶς γίνεται καὶ ἀπὸ ποιὸν γίνεται ἀκόμη καὶ ὅταν γίνεται χωρὶς νερό: «Ὅλοι οἱ βαπτισμένοι ἐν Χριστῷ εἶναι ἑνωμένοι στὸ σῶμα του… Ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ δὲν χρησιμοποιοῦν νερὸ στὴν ἱεροτελεστία τοῦ βαπτίσματος, ἀλλὰ μετέχουν στὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς» (ΙΙΙ 8). Καὶ ἀλλοῦ: «Διαβεβαιώνουμε ὅτι ὑπάρχει ἕνα βάπτισμα, ὅπως ἀκριβῶς ὑπάρχει ἕνα σῶμα καὶ ἕνα Πνεῦμα, μία ἐλπίδα τῆς κλήσεώς μας, ἕνας Κύριος, μία Πίστη ἕνας Θεὸς καὶ Πατέρας ὅλων μας (ΙΙΙ 9).Καὶ ἐπαναλαμβάνοντας τὴν «Δήλωση» τοῦ Τορόντο καὶ οἱ «Ὀρθόδοξοι» δέχονται ὅτι εἶναι ἐλλιπὲς νὰ ἀνήκουμε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία· πληρέστερο εἶναι νὰ ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία ποὺ ἀνήκουν ὅλοι: «Ἡ μετοχὴ στὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πληρέστερη ἀπὸ τὴν μετοχὴ στὸ σῶμα τῆς δικῆς τους ἐκκλησίας. Ἑπομένως, ἐπιδιώκουν νὰ ἐπιτύχουν μιὰ ζωντανὴ ἐπαφὴ μὲ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς δικῆς τους ἐκκλησίας καὶ ὁμολογοῦν τὸν Χριστὸ ὡς Κύριο» (ΙΙΙ 9). Ὅλες οἱ κακοδοξίες καὶ αἱρέσεις αὐτῶν τῶν ψευδοεκκλησιῶν δὲν εἶναι πλάνες, ἀλλὰ διαφορετικοὶ τρόποι διατύπωσης τῆς ἴδιας Πίστης καὶ ποικιλία χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Σᾶς διαβεβαιώνομε ὅτι ἡ Πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ ἐκφράσθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, εἶναι μία, ὅπως ἀκριβῶς ἕνα εἶναι καὶ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Παρὰ ταῦτα, εἶναι θεμιτὸ ἡ Πίστη αὐτὴ νὰ διατυπώνεται μὲ διαφορετικοὺς τρόπους» (ΙΙ 5)[31].
Αὐτὸ τὸ προφανὲς γκρέμισμα τῶν δογμάτων τῆς πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως συντελεῖται μὲ τὶς ἀποφάσεις καὶ τὰ κείμενα τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», τὶς τελευταῖες δεκαετίες, μὲ εὐθύνη αὐτῶν ποὺ τὶς ὑπέγραψαν καὶ αὐτῶν ποὺ τὶς ἐπαινοῦν καὶ τὶς προωθοῦν. Ὁ πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος μὲ καύχηση καὶ ἐπαίνους ἀναφέρθηκε στὶς ἀποφάσεις τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε. Τώρα θέλουν νὰ πάρουν καὶ πανορθόδοξη ἔγκριση καὶ ἐπικύρωση μέσω τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Θὰ τὸ ἐπιτρέψουν αὐτὸ οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι, τὴν πλειονότητα τῶν ὁποίων ἀπέκλεισαν ἀπὸ τὰ νὰ λάβει μέρος στὶς ἐργαστίες τῆς Συνόδου; Ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» καὶ ἄλλα Ὀρθόδοξα σωματεῖα ἔπραξαν τὸ χρέος τους καὶ ἀνήρεσαν αὐτὲς τὶς ἐκτροπές, ὅπως τὸ ἔπραξαν καὶ εὐάριθμοι ἐπίσκοποι γιὰ τὸ ἑπόμενο χειρότερο κείμενο τοῦ Πουσάν.
Στὰ χνάρια τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε βάδισε καὶ ἡ ἑπόμενη 10η Γενικὴ Συνέλευση τοῦ ΠΣΕ στὸ Πουσὰν τῆς Ν. Κορέας, ἡ ὁποία ἐξέδωσε κείμενο μὲ τίτλο «Δήλωσις Ἑνότητος» (Unity Statement) μὲ ἀπαράδεκτες ἐκκλησιολογι-κὲς θέσεις. Οἱ πλάνες αὐτὲς τοῦ κειμένου δικαιολογημένα προκάλεσαν τὴν ἀντίδραση πέντε ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῶν μητροπολιτῶν Κονίτσης Ἀνδρέου, Γλυφάδας Παύλου, Κυθήρων Σεραφείμ, Αἰτωλίας Κοσμᾶ καὶ Γόρτυνος Ἱερεμία οἱ ὁποῖοι μὲ ἡμερομηνία 30 Ἀπριλίου 2014 ὑπέβαλαν πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Ὑπόμνημα κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ ΠΣΕ ἐν Πουσάν», στὸ ὁποῖο ἐκφράζουν τὴν βαθύτατη λύπη τους γιὰ ὅσες ἐκκλησιολογικὲς θέσεις συμφωνήθηκαν στὸ Πουσὰν καὶ ζητοῦν στὸ τέλος νὰ ἀποχωρήσει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ ΠΣΕ καὶ νὰ παύσει νὰ συμμετέχει στοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους. Ἀπὸ τὸ ἱστορικῆς σημασίας αὐτὸ κείμενο στὸ ὁποῖο δι᾽ ἐπιφανῶν ἀρχιερέων ἐκφράζεται ὁ προβληματισμὸς γιὰ τὴν δῆθεν μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως στοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους καὶ στὸ Π.Σ.Ε παραθέτουμε τὴν ἑνότητα «Αἱ ἐκκλησιολογικαὶ πλάναι τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν»: «Τὸ ἐν λόγῳ ἐπίσημον κείμενον «Δήλωσις Ἑνότητος» (Unity Statement) τῆς 10ης Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀποδεχόμενον (α) ὅτι καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετὰ τῶν λοιπῶν «ἐκκλησιῶν» πρέπει νὰ μετανοήσῃ διὰ τὴν διάσπασιν τῶν χριστιανῶν, (β) ὅτι ἡ Ἐκκλησία, οὖσα Σῶμα Χριστοῦ, δὲν διέπεται παρὰ ταῦτα ἀναγκαίως ὑπὸ δογματικῆς ὁμοφωνίας, οὔτε καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἀποστολικῇ ἐποχῇ, (γ) ὅτι ὑφίσταται νῦν ἀόρατος ἐκκλησιαστικὴ ἑνότης τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ προσδοκᾶται ἡ ὁρατὴ ἑνότης τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, (δ) ὅτι ἡ προσευχὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ «ἵνα πάντες ὦσιν ἕν», δὲν ἔχει ἐκπληρωθῇ, ἀλλ᾽ ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον τοῦτο, (ε) ὅτι ἡ Ἐκκλησία δύναται νὰ ἐμπλουτισθῇ καὶ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν χαρισμάτων τῶν ἑτεροδόξων, (στ) ὅτι εἴμεθα ὑπόλογοι ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲν ἐπιδιώκωμεν διαρκῶς τὴν χριστιανικὴν ἑνότητα πρὸς ὄφελος τῆς ἔξωθεν καλῆς μαρτυρίας, (ζ) τὴν πονηρὰν ἀσάφειαν, ὅτι ὁ Θεός «πάντοτε μᾶς ἐκπλήσσει» καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία προοδεύει εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ θείου θελήματος, (η) ὅτι πρέπει νὰ χρησιμοποιηθοῦν νέοι τρόποι προσεγγίσεως τῶν θεολογικῶν διαφωνιῶν καί (θ) ὅτι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀλληλένδετος μετὰ τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τῆς κτίσεως.
Πέραν τούτων τὸ κείμενο (ι) ἔχει καὶ σαφῆ μὴ χριστιανικὸν οἰκολογικὸν προσανατολισμόν, ὁμιλοῦν περὶ ἀναμονῆς ἐγκοσμίου ἀνακαινισμοῦ τῆς κτίσεως καὶ ἐπιγείου εὐημερίας αὐτῆς καὶ τῆς ἀνθρωπότητος καὶ περὶ τῆς πρὸς τοῦτο ἀνθρωπίνης εὐθύνης, ποιεῖται δὲ λόγον (ια) καὶ περὶ συνεργασίας τῶν χριστιανῶν καὶ μεθ᾽ ἑτεροθρήσκων ἢ ἀθρήσκων ὑπὲρ τῆς ἐπιγείου ταύτης εὐημερίας! «Οὐδὲν θαυμαστόν», λοιπόν, ὅτι τὸ κείμενον χρησιμοποιεῖ καὶ τὸν πασίγνωστον ἀποκρυφιστικὸν ὅρον «ὁλιστικός» ἐκ τοῦ μονισμοῦ, διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἀποστολὴν τῆς Ἐκκλησίας (“holistic mission-evangelism”). Ὑπονοούμενα ἀφίνει τὸ κείμενο καὶ ὑπὲρ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποδοχῆς «περιθωριακῶν» τρόπων ζωῆς, ἄνευ διευκρινήσεων περὶ ἁμαρτίας καὶ μετανοίας, ἡ τελικὴ στόχευσις τῶν ὁποίων δέον νὰ συνεκτιμηθῇ μετὰ τῆς γενικωτέρας θετικῆς στάσεως τῆς Συνελεύσεως τοῦ Πουσὰν ἔναντι τῆς ὁμοφυλοφιλίας»[32].




14. Ἡ ἀστυνομικὴ καὶ τρομοκρατικὴ παράγραφος 22

Ἂς σχολιάσουμε καὶ τὴν ἀστυνομικοῦ τύπου καὶ τρομοκρατικὴ στὴν ἐπιδίωξη, ἐντελῶς πρωτότυπη γιὰ συνοδικὸ κείμενο, παράγραφο 22, στὴν ὁποία οὐσιαστικῶς ἀπαγορεύεται σὲ ἄτομα καὶ ὁμάδες νὰ ἐκφράζουν τὴν γνώμη τους, γιατὶ δῆθεν οἱ σύνοδοι μόνον ἀποτελοῦν «τὸν ἁρμόδιον καὶ ἔσχατον κριτὴν περὶ τῶν θεμάτων πίστεως». Δὲν ἔχουν ἀκούσει ἢ διαβάσει, φαίνεται, οἱ λογιώτατοι συντάκτες τοῦ κειμένου πόσες ψευδοσυνόδους καὶ ληστρικὲς συνόδους ἔχει ἀπορρίψει ἡ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν ἔσχατο κριτὴ τῶν ἀποφάσεων, καὶ ὅτι ὅπως λέγει ἀξιωματικὰ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς κριτήριο γιὰ τὸ ἂν μία Σύνοδος εἶναι ἀληθὴς ἢ ψευδὴς εἶναι ἡ «ὀρθότης τῶν δογμάτων»[33]. Τὸ πλῆθος τῶν ἐκκλησιολογικῶν πλανῶν ποὺ διατρέχει τὸ προσυνοδικὸ κείμενο δὲν ἀφήνει καμμία προοπτικὴ ἀποδοχῆς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου, ὅσες ἀπειλὲς καὶ ὅσα μέτρα καὶ ἂν ληφθοῦν ἐναντίον αὐτῶν ποὺ διαπιστώνουν τὶς δογματικὲς ἐκτροπὲς καὶ τὶς πλάνες. Ἁπλῶς ἡ παράγραφος αὐτὴ φανερώνει ὅτι οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου δὲν εἶναι βέβαιοι γιὰ τὴν ἀλήθεια αὐτῶν ποὺ γράφουν καὶ φοβοῦνται τὴν κριτική, θέλουν ἐκ τῶν προτέρων νὰ θεωρήσουμε ἀλάθητες τὶς ἀποφάσεις τους, στεροῦνται ἐπιχειρημάτων γιὰ νὰ ἀποκρούσουν τὸν ἀντίλογο καὶ ἐπιδιώκουν νὰ δεσμεύσουν τὴν Σύνοδο νὰ πάρει μέτρα ἐναντίον ὅσων δῆθεν «διασποῦν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας». Ἂν ἦσαν βέβαιοι ὅτι αὐτοὶ ποὺ γράφουν εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Πατερικὴ Παράδοση καὶ μποροῦσαν νὰ βάλουν στὰ συνοδικὰ κείμενα, ὅπως ἔκαναν οἱ προηγούμενες σύνοδοι, τὸ «ἑπόμενοι οὖν τοῖς θείοις Πατράσι», δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀνησυχοῦν. Εἶναι μόνον κρίμα ποὺ μία σύνοδος ἀποδέχεται τὴν ἐμπάθεια καὶ τὴν κακία κάποιων προσώπων, ποὺ συνιστοῦν τὴν λήψη μέτρων ἐναντίον τῶν ἀντιλεγόντων τέκνων τῆς Ἐκκλησίας. Φέρονται ἀγαπητικὰ πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς καὶ ἀποστρέφονται τοὺς ἀδελφούς των Ὀρθοδόξους.


15. Γιὰ τὶς συμπροσευχὲς οὔτε κουβέντα

Δὲν μποροῦμε, τέλος, νὰ παραλείψουμε νὰ ἐπισημάνουμε τὴν ἐκκω­φαντικὴ σιωπὴ τοῦ κειμένου γιὰ τὸ θέμα τῶν συμπροσευχῶν. Δὲν ὑπάρχει ἐμφανέστερη καὶ αὐθαδέστερη καταπάτηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἀπὸ τὸ φαινόμενο αὐτὸ ποὺ τείνει νὰ προσλάβει διαστάσεις ἐπιδημικῆς νόσου, μὲ βασικοὺς φορεῖς αὐτοῦ τοῦ συγκρητιστικοῦ ἰοῦ τοὺς πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸν Ἀθηναγόρα μέχρι τὸν Βαρθολομαῖο, μὲ τὶς κατὰ καιροὺς συναντήσεις καὶ ἀσεβέστατες συμπροσευχὲς μὲ τοὺς αἱρεσιάρχες πάπες τῆς Ρώμης. Οἱ συμπροσευχὲς αὐτὲς ἀποτελοῦν στὴν πράξη ἐφαρμογὴ τῶν αἱρετικῶν δογμάτων τῆς διευρυμένης ἐκκλησιο­λογίας, τῆς βαπτισματικῆς Θεολογίας κ.τ.λ. Προκαλοῦν ὅμως καὶ κατα­σκανδαλισμὸ πολλῶν Ὀρθοδόξων, τοὺς ὁποίους ὠθοῦν ἔξω ἀπὸ αὐτὴν τὴν Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας οἱ ποιμένες δὲν προστατεύουν τὰ ἐκκλησιαστικά της σύνορα καὶ ἀφήνουν ὅλους τοὺς λύκους νὰ κατασπαράσσουν τὸ ποίμνιο.
Θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν σχίσει τὰ πτυχία τους καὶ ὅλες τὶς ἄλλες θεολογικὲς διακρίσεις ὅσοι ψευδῶς ἰσχυρίζονται ὅτι δῆθεν ἡ μόνη συμπροσευχὴ ποὺ ἀπαγορεύεται μὲ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι ἡ συμμετοχὴ στὴν Θ. Εὐχαριστία, τὸ συλλείτουργο. Πρέπει νὰ ντρέπονται καὶ ὅσοι θεολογικὰ εἰσηγοῦνται αὐτὴν τὴν ἄποψη, ἀλλὰ περισσότερο ὅσοι τὴν ἐφαρμόζουν. Διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀποδεικνύονται ἀγράμματοι καὶ ἀδιάβαστοι, ἔρχονται σὲ σύγκρουση διαχρονικὰ μὲ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ καὶ Ἱεροκανονικὴ Παράδοση, ποὺ ἀπαγορεύει ὁποιαδήποτε ἁπλὴ συμπροσευχή, ἀκόμη καὶ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀπαγγελία τοῦ «Πάτερ ἡμῶν». Εὐτυχῶς ποὺ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει μεγάλη διάδοση ὁ ἰὸς τῶν συμπροσευχῶν, ἂν καὶ ἔχει προσβάλει ἀρκετοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς, ἰδιαίτερα κατὰ τὴν ἐτήσια ἑβδομάδα συμπροσευχῶν τὸ τελευταῖο δεκαήμερο τοῦ Ἰανουαρίου. Γιὰ ἄρση κάθε παρεξηγήσεως γιὰ τὴν αὐστηρότητά μας παραθέτουμε ἀπὸ τοὺς πολλοὺς σχετικοὺς κανόνες μόνον ἕναν, τὸν 45ο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου: «Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος ἢ Διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω». Ἀντιδιαστέλλει, ἐδῶ ὁ Κανὼν τὴν ἁπλὴ συμπροσευχή, «αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον», γιὰ τὴν ὁποία προβλέπει ἐλαφρότερη ποινή, τὴν τοῦ ἀφορισμοῦ, ἀπὸ τὴν διενέργεια, τὴν τέλεση κάποιας ἱεροτελεστίας, κορυφαία τῶν ὁποίων εἶναι ἡ Θ. Λειτουργία. Σ᾽ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἐπιβάλλει βαρύτερη ποινή, τὴν τῆς καθαιρέσεως, χωρὶς βέβαια αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι ἐπιτρέπει τὴν ἁπλῆ συμπροσευχή, ἀφοῦ τὴν τιμωρεῖ μὲ ἀφορισμό. Ἑρμηνεύει ὁ Ἅγιος Νικόδημος: «Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος ἤθελε συμπροσευχηθῆ μοναχά, ἀλλ᾽ ὄχι καὶ νὰ συλλειτουργήσῃ μὲ αἱρετικοὺς ἂς ἀφορίζεται. Ἐπειδὴ ὅποιος μὲ τοὺς ἀφορισμένους συμπροσεύχεται (καθὼς τοιοῦτοι εἶναι οἱ αἱρετικοί), πρέπει νὰ συναφορίζεται καὶ αὐτὸς κατὰ τὸν ι´ τῶν αὐτῶν Ἀποστόλων. Εἰ δὲ καὶ ἐσυγχώρησεν εἰς τοὺς αἱρετικοὺς αὐτοὺς νὰ ἐνεργήσουν κανένα λειτούργημα ὡσὰν Κληρικοί, ἂς καθαίρηται, ἐπειδὴ ὅποιος Κληρικὸς συλλειτουργήσει μὲ καθηρημένους (καθὼς τοιοῦτοι εἶναι καὶ οἱ αἱρετικοί, κατὰ τὸν β´, καὶ δ´, τῆς γ´) συγκαθαιρεῖται καὶ αὐτὸς κατὰ τὸν ια´ τῶν Ἀποστόλων». Μερικοὶ ἢ ξέχασαν καὶ τὰ λίγα ἀρχαῖα τοῦ Γυμνασίου ἢ μᾶλλον σοφιστικῶς πρὸς τὸ συμφέρον παρερμηνεύουν ἁπλὰ νοήματα[34].


Ἐπίλογος

Ἡ Γ´ Πανορθόδοξη Προσυνοδικὴ Διάσκεψη (1986), εἶχε ἑτοιμάσει καὶ ἐγκρίνει γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ δύο κείμενα: α) Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον καὶ β) Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις. Στὸ πρῶτο ἐδίδετο καλὴ εἰκόνα τῶν διμερῶν σχέσεων πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους ξεχωριστά, μὲ ἀναφορὰ σὲ ὅλους τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους, καὶ στὸ δεύτερο γινόταν κυρίως λόγος γιὰ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ὡς κύριο ἐκφραστὴ τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης.
Ἀπὸ τότε πέρασαν τριάντα χρόνια, (1986-2016) καὶ τὰ ὅποια ὁράματα καὶ οἱ ἐλπίδες γιὰ τὴν ἐνίσχυση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ξέφτυσαν. Οἱ Θεολογικοὶ Διάλογοι ἀπέτυχαν παταγωδῶς, κατὰ μαρτυρίες τῶν ἰδίων ποὺ τοὺς διεξάγουν, καὶ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» μὲ τὰ φρικτὰ καὶ προδοτικὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας κείμενα τοῦ Τορόντο (1950), τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) καὶ τοῦ Πουσάν (2013) ἐξήγειραν τὶς συνειδήσεις τῶν Ὀρθοδόξων, ὥστε δύο αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Γεωργίας νὰ ἀποχωρήσουν, ἐνωρίτερα καὶ τῶν Ἱεροσολύμων, πολλὲς δὲ ἄλλες ὅπως τῆς Σερβίας τῆς Ρωσίας, τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἑλλάδος ἦσαν ἕτοιμες, μερικὲς μάλιστα εἶχαν ἀποφασίσει, νὰ τὸ πράξουν. Πλῆθος ἀντιοικουμενιστικῶν ἐκδηλώσεων καὶ ὑπομνημάτων μὲ κορυφαῖο τὸ Ὑπόμνημα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους πρότειναν τὴν ἀποχώρησή μας ἀπὸ τὸν συγκρητιστικὸ Ὀργανισμὸ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν.
Τὰ κείμενα ἐχρειάζοντο ὄντως ἐπικαιροποίηση, ἐν ὄψει τῆς νέας ζοφερῆς εἰκόνος καὶ προσαρμογὴ ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον. Δυστυχῶς ἔγινε τὸ ἀντίθετο. Γιὰ νὰ ἀποκρυβοῦν ἡ ἀποτυχία τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καὶ οἱ ἀρνητικὲς ἐξελίξεις στὸ χῶρο τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, τὰ δύο ἀνεξάρτητα κείμενα ἑνοποιήθηκαν σὲ ἕνα, ἔγιναν προσθαφαιρέσεις παραγράφων, ποὺ ἀντὶ νὰ διαφωτίζουν, συσκοτίζουν τὴν κατάσταση, μὲ κύριο στόχο νὰ νομιμοποιηθεῖ μὲ ὕποπτες μεθοδεύσεις καὶ μὲ ὑποκλοπὴ τῶν ψήφων, κάτω ἀπὸ ἕνα ἀπαράδεκτο ἀντισυνοδικὸ μοναρχικὸ σύστημα ψηφοφορίας, ὁ ἀπὸ ὅλους ἀπορριπτόμενος Οἰκουμενισμός.
Αὐτὴν τὴν ἀκτινογραφία τοῦ συνοδικοῦ κειμένου προσπαθήσαμε νὰ παρουσιάσουμε καὶ εὐχόμαστε ὁ Θεὸς νὰ προστατεύσει γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν Ἐκκλησία Του.




[1]. Ἀρχιμ. Ιουστινου Ποποβιτς, (τώρα Ἁγίου) Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 224.
[2]. Συνδιοργανώνουν τὴν Ἡμερίδα οἱ Ἱερὲς Μητροπόλεις Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, Γλυφάδας, Κυθήρων, Πειραιῶς καὶ ἡ Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν.
[3]. Ὁ Μ. Πρωτοπρεσβύτερος Γεωργιοσ Τσετσησ, στὸ ἔργο του «Οἰκουμενικὸς Θρόνος καὶ Οἰκουμένη. Ἐπίσημα Πατριαρχικὰ Κείμενα (Ἐκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη 1989) ἀναφερόμενος στὴν Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο τοῦ 1902 ἐκτιμᾶ ὅτι «στὴν ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ἀποτελεῖ τὴν πρώτη,στὸν εἰκοστὸ αἰώνα, ἐκδήλωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑπὲρ τῆς προσεγγίσεως τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος». Χρησιμοποιώντας δὲ ἔκφραση τοῦ καθηγητοῦ Γερ. Κονιδάρη καμαρώνει ὅτι εἶναι «γραμμένη μὲ νέον πνεῦμα» (σελ. 25). Τὸ ἴδιο πράττει μὲ λιγώτερο διπλωματικὴ γλώσσα καὶ ἡ Ευαγγελια Βαρελλα. Στὴ διδακτορική της διατριβή «Διορθόδοξοι καὶ Οἰκουμενικαὶ Σχέσεις τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὸν Κ´ αἰῶνα» (Ἀνάλεκτα Βλατάδων 58, Θεσσαλονίκη 1994) ἐκτιμᾶ ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ τέμνουν «νέας ὁδούς» ποὺ καταλήγουν στὴν ἵδρυση τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» καὶ ὅτι ἐγκαταλείπονται ἡ «μισαλλοδοξία» καί «προκαταλήψεις αἰώνων» (σελ. 159).
[4]. Βλ. Ι. Καρμιρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος 2ος, Graz – Austria 1968, σελ. 1036-1037.
[5]. Αὐτόθι, σελ. 1056 «Μετὰ πόθου ἐκζητοῦντες καὶ ἀπεκδεχόμενοι τὴν κρίσιν καὶ τὴν γνώμην καὶ τῶν λοιπῶν τῶν τε κατὰ τὴν Ἀνατολὴν ἀδελφῶν καὶ τῶν ἐν τῇ Δύσει καὶ ἁπανταχοῦ σεβασμίων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν» (Αὐτόθι)
[6]. Ἐφ.3, 6.
[7]. Στὶς παραγράφους 13 καὶ 14 τοῦ κοινοῦ Κειμένου τοῦ Διαλόγου π.χ. γράφονται ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς ἀναγνωρίζεται ὅτι αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς ἐνεπιστεύθη στὴν Ἐκκλησία Του -ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, συμμετοχὴ στὰ ἴδια μυστήρια, πρὸ πάντων στὴ μοναδικὴ Ἱερωσύνη ποὺ τελεῖ τὴ μοναδικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολικὴ διαδοχὴ τῶν ἐπισκόπων- δὲν δύναται νὰ θεωρῆται ὡς ἰδιοικτησία τῆς μιᾶς μόνον ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες μας. Στὰ πλαίσια αὐτὰ εἶναι προφανὲς ὅτι κάθε εἴδους ἀναβαπτισμὸς ἀποκλείεται. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἡ Ὀρθόδοξος καὶ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζονται ἀμοιβαίως ὡς «ἀδελφὲς Ἐκκλησίες», ὑπεύθυνες ἀπὸ κοινοῦ γιὰ τὴ διατήρηση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ στὴν πιστότητα πρὸς τὸ Θεῖο Σχέδιο». Ὁλόκληρο τὸ κείμενο καὶ εὐρύτερη κριτικὴ βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, Οὐνία. Ἡ καταδίκη καὶ ἡ ἀθώωση, Θεσσαλονίκη 2002.
[8]. Τίτ. 3,10.
[9]. Ι. Καρμιρη, Αὐτόθι, σελ. 489.
[10]. Βλ. ὅλη τὴ γνωμάτευση εἰς Θεοδρομία 14 (2012) 425-432.
[11]. Ὁλόκληρη τὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἐστάλη τὸ 1969 βλ. εἰς Θεοδρομία 12 (2010) 420-423.
[12]. Ὁλόκληρο τὸ Ὑπόμνημα βλ. εἰς Θεοδρομία 10 (2008) 207-272.
[13]. Οἰκουμενισμός. Γένεση – Προσδοκίες – Διαψεύσεις. Πρακτικὰ Διορθοδόξου Ἐπιστημο­νικοῦ Συνεδρίου. Αἴθουσα Τελετῶν Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσσαλονίκης, 20-24 Σεπτεμβρίου 2004, Ἐκδόσεις Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008, τόμ. 2ος, σελ. 1027-1028.
[14]. Ἐκυκλοφορήθη σὲ ξεχωριστὸ μικρὸ βιβλίο: Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Θεσσαλονίκη 2004. Δημοσιεύεται καὶ στὴν Θεοδρομία11 (2009) 176-202, μὲ πολλὰ ὀνόματα αὐτῶν ποὺ ὑπέγραψαν στὴν ἀρχή.
[15]. Δημοσιεύθηκαν καὶ στὴν Θεοδρομία 13 (2011) 592-640.
[16]. Καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπόν…. Ἡ μέλλουσα Πανορθόδοξη Σύνοδος. Ζητήματα-Διλήμματα-Προοπτικές, ἐκδόσεις «Ἐν πλῷ», Ἀθήνα 2015, σελ. 487-489. Ἀναγνωρίζει πάντως, ἔστω καὶ μὲ τὸν δικό του τρόπο, ὅτι «καμία συνοδικὴ ἀπόφαση, ἀκόμα καὶ πανορθόδοξη, δὲν θὰ μπορέσει νὰ γίνει ἀποδεκτὴ στὴν πράξη, ἂν δὲν ἔχει ἐκ τῶν προτέρων ἐπιτύχει τὴν ἔγκριση αὐτῶν τῶν ὑπερ-ορθόδοξων κινημάτων». Γράφει λοιπὸν μὲ πολλὴ ἀγάπη: «Οσον ἀφορᾶ δὲ στὸ πρόβλημα τοῦ φονταμενταλισμοῦ, πρέπει νὰ γίνει κατανοητὸ ὅτι συνδέεται ἄμεσα μὲ τὰ ζητήματα ποὺ ἐξετάσαμε σ᾽ αὐτὸ τὸ συνέδριο. Πράγματι, ὅσο πολλαπλασιάζονται χρόνο μὲ τὸν χρόνο οἱ προσυνοδικὲς συναντήσεις, ὅσο ἐμεῖς συναζόμαστε προσπαθώντας νὰ κατανοήσουμε καὶ νὰ συζητήσουμε τὰ διακυβεύματα τῆς μέλλουσας Συνόδου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τὸ ὀρθόδοξο φονταμενταλιστικὸ καὶ ἀντι-οικουμενικὸ στρατόπεδο ἐνισχύεται μέρα μὲ τὴ μέρα καὶ ἐντείνει τὸν ἀγώνα του γιὰ νά «θέσει τέρμα», καθὼς λέει, «στὴν προδοσία τῆς ὀρθοδοξίας καὶ στὴν οἰκουμενιστική της παρεκτροπή» Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ἐπ᾽ αὐτοῦ τὸ παράδειγμα τῆς πρόσφατης «Ὁμολογίας πίστεως», ἑνὸς ἑλληνικοῦ μανιφέστου καὶ κινήματος ἀντι-οικουμενικοῦ ἐξτρεμισμοῦ, ποὺ στοχεύει στὴν ἀκύρωση τοῦ διαλόγου τῆς ὀρθοδοξίας μὲ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς παραδόσεις. Ἐκκινώντας ἀπὸ μιὰ μικρὴ ὁμάδα ζηλωτῶν, ἡ «Ὁμολογία πίστεως» ἀναπτύχθηκε στὴ συνέχεια σὲ τέτοιο βαθμὸ (καθὼς οἱ ἁρμόδιες ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς δὲν ἀντέδρασαν), ὥστε νὰ ἀπαιτεῖ νὰ ἀσκεῖ ἕνα εἴδος veto σὲ κάθε ἀπόφαση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ποὺ σχετίζεται μὲ τὸν οἰκουμενικὸ διάλογο. Ἔστω κι ἂν λίγοι ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὸ ἔχουν ὑπογράψει μέχρι σήμερα, αὐτὸ τὸ ἀντι-οικουμενικὸ κείμενο τείνει νὰ ἔχει μιὰ ἰδιαίτερη ἀπήχηση στὰ μοναστικὰ περιβάλλοντα, ἰδιαίτερα τὰ ἀθωνικά, ὅπως καὶ σ᾽ αὐτὰ τῶν φονταμενταλιστῶν, ἐνῶ συνεχίζεται σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο ἡ συλλογὴ ὑπογραφῶν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς «Ὁμολογίας πίστεως». Αὐτὸ στὸ ὁποῖο μᾶς καλοῦν οἱ φονταμεταλιστικὲς ὁμάδες ποὺ δροῦν λίγο-πολὺ παντοῦ στὸν ὀρθόδοξο κόσμο σήμερα, δὲν εἶναι μόνο ἡ ἐχθρότητα ἀπέναντι σὲ κάθε προσέγγιση τῶν ἄλλων χριστιανῶν· εἶναι συνάμα καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀνυπακοή, ἡ διακοπὴ τῶν κανονικῶν μας δεσμῶν μὲ τοὺς οἰκείους ἐπισκόπους, καθὼς οἱ ἐπίσκοποι ἢ οἱ ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς βρίσκονται, σύμφωνα μὲ τοὺς φονταμενταλιστές, «μέσα στὴν αἵρεση καὶ τὴν ἀποστασία»!
Ὑπὸ τὶς παρούσες πριστάσεις εἶναι ξεκάθαρο, κατὰ τὴ γνώμη μας, ὅτι καμία συνοδικὴ ἀπόφαση, ἀκόμα καὶ πανορθόδοξη, ὅποιο κι ἂν εἶναι τὸ θέμα της (τὸ κοινὸ ἡμερολόγιο καὶ ὁ κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα, ἡ νηστεία, ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ λεγόμενη «διασπορά» κ.λπ.) δὲν θὰ μπορέσει νὰ γίνει ἀποδεκτὴ στὴν πράξη, ἂν δὲν ἔχει ἐκ τῶν προτέρων ἐπιτύχει τὴν ἔγκριση αὐτῶν τῶν ὑπερ-ὀρθόδοξων κινημάτων καὶ τῶν συμμάχων τους ἐντὸς τῶν μοναστικῶν κύκλων, ὅσο, μὲ ἄλλα λόγια, τὰ κινήματα αὐτὰ θὰ συνεχίζουν νὰ ἐξασκοῦν ἕνα εἴδος πνευματικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐπιτροπείας στοὺς ἀνὰ τὸν κόσμο ὀρθοδόξους, ἕνα εἴδος παγκόσμιας δικαιοδοσίας ὑπεράνω τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς κανονικῆς τους δικαιοδοσίας. Εἶναι καιρὸς πιά, γιὰ τοὺς ὑπεύθυνους ἐκκλησιαστικοὺς ἠγέτες καὶ γιὰ ὅλους ἐμᾶς, νὰ τελειώνουμε μ᾽ αὐτὴ τὴν καρικατούρα τῆς δῆθεν πιστότητας στὴν Παράδοση, μ᾽ αὐτοὺς τοὺς ὀρθοδόξους «ἀγιατολάχ», ποὺ θεωροῦν πὼς ἔχουν τὴν εὐθύνη τῆς ἀνὰ τὸν κόσμο ὀρθοδοξίας καὶ πού, ἐνῶ καταγγέλουν τὸν Πάπα τῆς Ρώμης γιὰ τὴν ἀξίωση τοῦ παγκοσμίου πρωτείου καὶ τὴ διεκδίκηση παγκόσμιας δικαιοδοσίας, κάνουν μὲ τὴ σειρά τους ἀκριβῶς ὅ,τι κατηγοροῦν, ὄχι βέβαια ὡς ἄτομα, ἀλλὰ ὡς σύναξη τῶν πεφωτισμένων καὶ θεουμένων γερόντων καὶ πνευματικῶν πατέρων».
[17]. Ἔκδοση Ἁγιορειτῶν Πατέρων, Ἅγιον Ὄρος 2014.
[18]. Βλ. τὸ κείμενο τῆς «Νέας Ὁμολογίας Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» εἰς Θεοδρομία 17 (2015) 73-83.
[19]. Β´. Ἡ Νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου καὶ Ἐπίκαιρα Ὁμολογιακὰ Κείμενα, Ἐκδόσεις «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», Ἰανουάριος 2015. Βλ. καὶ Θεοδρομία 16 (2014) 557-570.
[20]. Δήλωση Ὀρθοδόξων στὴ Λωζάνη, 1927, βλ. Β. Σταυριδου, Ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν,Ἀνάλεκτα Βλατάδων 47, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 348.
[21]. Αὐτόθι, σελ. 349.
[22]. Αὐτόθι, σελ. 352.
[23]. Αὐτόθι, σελ. 356.
[24]. Αὐτόθι, σελ. 363.
[25]. Αὐτόθι, σελ. 364.
[26]. Γεωργιου Τσετση, Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου Οἰκουμενικὰ Ἀνάλεκτα. Συμβολὴ στὴν ἱστορία τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, Ἐκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη 1987, σελ. 162.
[27]. Βλ. ὑποσημ. 10. Τὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τήν «Δήλωση» τοῦ Τορόντο βλ. εἰς Β. Σταυριδου, Αὐτόθι, σελ. 121-122 καὶ εἰς Γεωργιου Τσετση, Οἰκουμενικὰ Ἀνάλεκτα, ἔνθ᾽ ἀνωτ. σελ. 20-21.
[28]. Βλ. Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηὸς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησία. Αγαπιου Ἱερομονάχου καὶ Νικοδημου μοναχοῦ, Ἐκδ. οἶκος «᾽Αστήρ», Ἀθῆναι 1990, σελ. 304.
[29]. Πηδάλιον, Αὐτόθι, σελ. 50-51.
[30]. Α´ Τιμ. 1, 6-7: «Ἐξετράπησαν εἰς ματαιολογίαν, θέλοντες εἶναι νομοδιδάσκαλοι, μὴ νοοῦντες μήτε ἃ λέγουσι μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται».
[31]. Περὶ τοῦ κειμένου τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, βλ. Φιλορθοδοξος Ενωσις«Κοσμασ Φλαμιατοσ», «Ἕνα ἐπαίσχυντο καὶ προδοτικὸ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία κείμενο», Θεοδρομία 10, (2008) 130-140. Ἐπίσης, Τῆς αὐτῆς, «Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καμαρώνει γιὰ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», Θεοδρομία 10 (2008) 141-153. Τὶς φρικτὲς πλάνες τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε ἐπεσήμανε καὶ ἡ Συναξισ Ορθοδοξων Κληρικων Και Μοναχων σὲ κείμενό της μὲ τίτλο «”Οὐκ ἐσμὲν τῶν Πατέρων σοφώτεροι”». Ἀναίρεση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μὲ ἀφορμὴ τὴν ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στὴ Μεγίστη Λαύρα», Θεοδρομία 13 (2011) 595-640. Ὑπάρχει ἐδῶ ἰδιαίτερο κεφάλαιο μὲ τίτλο: «Τὸ κείμενο τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, 2006, ὡς κατάργηση τῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως», σελ. 628-634. Περιελήφθη καὶ στὴν μνημονευθεῖσα ἔκτακη ἔκδοση τῆς Συνάξεως Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν “Φώτης Κόντογλου” μὲ τίτλο «Ἀφιέρωμα στὴν ἀναίρεση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», Τρίκαλα 2011.
[32]. Ὁλόκληρο τὸ Ὑπόμνημα τῶν πέντε μητροπολιτῶν βλ. εἰς Θεοδρομία 16 (2014) 69-94.
[33]. Μαξιμου Ομολογητου, Περὶ τῶν πραχθέντων ἐν τῇ πρώτη αὐτοῦ ἐξορίᾳ, ἤτοι ἐν Βιζύη, 12, PG 90, 148A: «…Ἐκείνας οἶδεν ἁγίας καὶ ἐγκρίτους συνόδους ὁ εὐσεβὴς τῆς Ἐκκλησίας κανών, ἇς ὀρθότης δογμάτων ἔκρινεν».
[34]. Πηδάλιον, Αὐτόθι, σελ. 50-51.