Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έδωσε στη δημοσιότητα την τελική της Έκθεση για την παροχή ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας και τις σχετικές υπηρεσίες ασφάλισης, αναδεικνύοντας κρίσιμες ανισορροπίες στην αγορά, αλλά και προτείνοντας μέτρα για μεγαλύτερη διαφάνεια και ενίσχυση του ανταγωνισμού. Οι προτάσεις της επικεντρώνονται κυρίως στις αυξανόμενες χρεώσεις, τη δυσκολία πρόσβασης των καταναλωτών σε ξεκάθαρη πληροφόρηση, και τις ρυθμιστικές εξελίξεις γύρω από τους δείκτες που καθορίζουν τα .

Η Έκθεση αποτυπώνει την αυξανόμενη πίεση στο δημόσιο σύστημα υγείας, σε συνδυασμό με τη στροφή όλο και περισσότερων πολιτών προς την ιδιωτική περίθαλψη και ασφάλιση. Η ιδιωτική ασφάλιση εξακολουθεί να καλύπτει περιορισμένο μέρος των συνολικών δαπανών υγείας, την ώρα που η ζήτηση για τέτοιες υπηρεσίες αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς.

Τι κατέγραψε η Επιτροπή Ανταγωνισμού:

  • Αυξανόμενη πίεση στο δημόσιο σύστημα υγείας, με το 34% των συνολικών δαπανών να καλύπτεται απευθείας από τα νοικοκυριά.
  • Μόλις 4,3% των συνολικών δαπανών υγείας καλύπτονται από την ιδιωτική ασφάλιση, παρά την αυξημένη ζήτηση για σχετικές υπηρεσίες.
  • Ανάγκη εξορθολογισμού του πλαισίου λειτουργίας ιδιωτικών κλινικών, ώστε να διευκολύνεται η αύξηση των κλινών και να καλύπτεται η αυξημένη ζήτηση.
  • Άνοδος των ασφαλίστρων λόγω αύξησης των περιστατικών, της γήρανσης του πληθυσμού και του κόστους νοσηλείας στα ιδιωτικά νοσηλευτήρια.
  • Μεγέθυνση της ασφαλιστικής αγοράς την τριετία 2021-2024, με ενίσχυση των ετήσιων συμβολαίων και μείωση των μακροχρόνιων.
  • Καθετοποίηση εταιρειών: παρατηρείται είσοδος ασφαλιστικών στον χώρο της υγείας μέσω εξαγορών (π.χ. Εθνική Ασφαλιστική – HHG, Generali – Ευρωκλινική).

Προβληματισμοί για τον νέο δείκτη ασφαλίστρων

Ο Ενιαίος Δείκτης Υγείας (ΕΔΥ), στον οποίο βασίστηκε τα τελευταία χρόνια η αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων, καταργείται από το 2026 και θα αντικατασταθεί από τον Ετήσιο Δείκτη Αναπροσαρμογής (ΕΔΑ), που θα καταρτίζει η ΕΛΣΤΑΤ. Η εκφράζει έντονους προβληματισμούς για την εφαρμογή του νέου δείκτη, εστιάζοντας στο κατά πόσο θα διασφαλίζει τη διαφάνεια και την αντικειμενικότητα στον υπολογισμό των τιμών.

Όπως σημειώνεται στην Έκθεση, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ο νέος δείκτης να βασίζεται σε περιορισμένα δεδομένα από συγκεκριμένα ασφαλιστικά προγράμματα, τα οποία ενδέχεται να μην είναι αντιπροσωπευτικά της αγοράς συνολικά. Αν συμβεί αυτό, θα μπορούσαν να προκύψουν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, καθώς ο δείκτης θα λειτουργούσε ως σημείο αναφοράς που ενδέχεται να οδηγήσει σε συντονισμένες αυξήσεις τιμών, αντί για ανταγωνιστικές πρακτικές.

Γιατί μπαίνουν στο μικροσκόπιο οι χρεώσεις στα ασφάλιστρα υγείας και οι κλινικές

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη διαμόρφωση των παραμέτρων του νέου δείκτη, ώστε να είναι επαληθεύσιμος, διαφανής, αντικειμενικός και εύκολα προσβάσιμος στους καταναλωτές και τους φορείς της αγοράς. Διαφορετικά, μπορεί να ενισχυθεί η αβεβαιότητα για τους ασφαλισμένους και να περιοριστούν οι δυνατότητες επιλογής τους.

Η Έκθεση αναδεικνύει και το ευρύτερο πρόβλημα της αδιαφάνειας στις τόσο των υπηρεσιών υγείας όσο και των ασφαλιστικών προϊόντων. Η ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ των παρόχων και των ασθενών ή ασφαλισμένων θεωρείται εγγενές χαρακτηριστικό του τομέα της υγείας, όμως η σημερινή κατάσταση το επιδεινώνει.

Οι ασθενείς δεν έχουν τη δυνατότητα να συγκρίνουν εύκολα τιμές ή να γνωρίζουν εκ των προτέρων το πραγματικό κόστος των υπηρεσιών που θα λάβουν, είτε πρόκειται για νοσηλεία είτε για ασφάλιση. Παρότι οι ιδιωτικές κλινικές είναι υποχρεωμένες να δημοσιοποιούν τιμοκαταλόγους στην ιστοσελίδα τους, αυτοί συνήθως παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις στον τρόπο παρουσίασης και δεν είναι τυποποιημένοι.

Η Επιτροπή προτείνει την τυποποίηση και κωδικοποίηση των καταλόγων υπηρεσιών και προϊόντων, ώστε οι να είναι συγκρίσιμες, να ενισχυθεί η καταναλωτική συνείδηση και να ενδυναμωθεί ο ανταγωνισμός στον τομέα. Η δυνατότητα του καταναλωτή να επιλέξει με βάση το κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς υγείας και τη μείωση των ανισοτήτων στην πρόσβαση στις υπηρεσίες.