Οι σχεδιαζόμενες αυξήσεις στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης από το 2027 φαίνεται πως αναστέλλονται, καθώς οι μελέτες για το προσδόκιμο ζωής δείχνουν ότι η μεταβολή του την τελευταία δεκαετία είναι σχεδόν μηδενική. Ο μηχανισμός που συνδέει την ηλικία συνταξιοδότησης με την πορεία του προσδόκιμου μετά τα 65 ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει ουσιαστική άνοδος της διάρκειας ζωής, κάτι που αυτή τη στιγμή δεν επιβεβαιώνεται. Έτσι, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν θα υπάρξουν αλλαγές μέχρι το 2030.
Η «ρήτρα προσδόκιμου» που έχει θεσπιστεί από το 2010 προβλέπει αναθεώρηση ανά τριετία, με βάση τις εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν μικρές διαφοροποιήσεις: στους άνδρες άνω των 65 ετών το προσδόκιμο μειώθηκε από 18,7 έτη το 2013 σε 18,5 το 2023, ενώ στις γυναίκες αυξήθηκε ελάχιστα, από 21,6 σε 21,7 έτη. Οι πρώτες ενδείξεις από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή σύμφωνα με πληροφορίες από τον Ελεύθερο Τύπο καταγράφουν επίσης σταθερότητα, κάτι που εφόσον επιβεβαιωθεί και το 2026 θα «κλειδώσει» την τριετία 2027-2030 χωρίς αυξήσεις στα όρια.
Η επόμενη αξιολόγηση θα γίνει το 2029 για τη δεκαετία 2019-2029. Εκεί οι προβολές δείχνουν ότι το προσδόκιμο θα έχει ανέβει περισσότερο: στους άνδρες άνω των 65 από 19 έτη το 2019 στα 20 το 2030 και στις γυναίκες από 21,7 στα 22,9. Σε αυτό το σενάριο, ενδέχεται από 1/1/2030 να έρθει η πρώτη πραγματική αύξηση των ορίων ηλικίας.
Διαβάστε επίσης Συντάξεις – Αναδρομικά σε εκκρεμότητα: Τι πρέπει να κάνουν οι συνταξιούχοι για να τα διεκδικήσουν
Σημειώνεται ότι η εφαρμογή της ρήτρας είχε αναβληθεί το 2021 και το 2024, τόσο λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας στο προσδόκιμο ζωής όσο και λόγω της ολοκλήρωσης της μεταβατικής περιόδου για τους ασφαλισμένους πριν το 1993. Μετά το 2022 οι ηλικίες συνταξιοδότησης εναρμονίστηκαν στα 62 και 67, γεγονός που οδήγησε στην απόφαση να μη γίνουν πρόσθετες παρεμβάσεις.
Το «πάγωμα» του 2027 θεωρείται ιδιαίτερα ευνοϊκό για τους σημερινούς 57άρηδες και 58άρηδες, οι οποίοι θα φτάσουν τα 62 ως το 2030 και με 40 χρόνια ασφάλισης θα διατηρήσουν το δικαίωμα εξόδου χωρίς επιπλέον επιβάρυνση. Το ίδιο ισχύει για όσους επιλέξουν μειωμένη σύνταξη με τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης, αλλά και για όσους έχουν ήδη θεμελιώσει δικαίωμα. Εξαιρούνται επίσης οι ασφαλισμένοι με δικαίωμα σύνταξης λόγω αναπηρίας μέλους, οι εργαζόμενοι σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, καθώς και πιθανότατα οι ένστολοι. Αντίθετα, όσοι βρίσκονται σήμερα στην ηλικία των 50 έως 55 ετών κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με αυξήσεις μετά το 2030, καθώς δεν θα έχουν προλάβει να κατοχυρώσουν δικαίωμα.

Παρά το προσωρινό πάγωμα, τα προβλήματα για το ασφαλιστικό παραμένουν. Το μεγάλο αγκάθι είναι το δημογραφικό, με τις διεθνείς και ελληνικές μελέτες να καταγράφουν ανησυχητικές τάσεις: ο δείκτης εξάρτησης των ατόμων άνω των 65 έναντι του ενεργού πληθυσμού αυξήθηκε το 2023 στο 175,5 από 170,6 το 2022, οι γεννήσεις έχουν πέσει στο 1,3 παιδί ανά γυναίκα, ενώ η σχέση εργαζομένων προς συνταξιούχους αναμένεται να υποχωρήσει στο 1,23 προς 1 έως το 2050, πολύ χαμηλότερα από το «υγιές» 4 προς 1. Παράλληλα, οι δαπάνες συντάξεων προβλέπεται να αυξηθούν από 12,7% του ΑΕΠ το 2030 σε 14% το 2050, ενώ ο πληθυσμός της χώρας θα μειωθεί δραματικά, από 10,4 εκατ. το 2022 σε μόλις 7,8 εκατ. το 2070.
Η Ελλάδα παραμένει μία από τις χώρες του ΟΟΣΑ με χαμηλότερη πραγματική ηλικία αποχώρησης, με μέσο όρο τα 59,7 έτη για τις γυναίκες και τα 63,2 για τους άνδρες, γεγονός που διατηρεί ψηλά τις πιέσεις για το μέλλον του ασφαλιστικού.
Διαβάστε Στη Βουλή η χρόνια αδικία για την αναγνώριση της θητείας ως συντάξιμου χρόνου