Τι; Τι επιλέγουν οι νέοι να σπουδάσουν; Δείτε αναλυτικούς πίνακες με τα τελευταία στοιχεία αναφορικά με τις σπουδές στην Ελλάδα.

 

Δείτε αναλυτικά όλα όσα αναφέρει σε άρθρο του στη Ναυτεμπορική ο Μαθηματικός – Ερευνητής, κ. Στρατηγάκης:

Το τι θα σπουδάσουν τα παιδιά μας καθορίζεται από τις προτιμήσεις τους, αλλά και από τις θέσεις που δίνονται σε κάθε τμήμα. Ποια και πόσους φοιτητές δέχονται εξαρτάται από το Υπουργείο Παιδείας, που αποφασίζει και ιδρύει τμήματα και καθορίζει πόσους φοιτητές θα δεχθούν.

Οι προτιμήσεις των υποψηφίων καθορίζουν την υψηλή ή χαμηλή ζήτηση για κάθε τμήμα και όχι πόσοι, τελικά, θα εισαχθούν. Το 2020, το έτος που εξετάζεται στη μελέτη του ΟΟΣΑ, δεν υπήρχε η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής συνεπώς οι θέσεις σε όλα τα τμήματα καλύπτονταν όλες. Μπορούμε, λοιπόν, να δούμε τις επιλογές του Υπουργείου Παιδείας στις θέσεις που προσφέρει στους νέους μας, που θα καθορίσουν την προσφορά εργαζομένων μετά το 2030.

Στην Εκπαίδευση φοιτούν το 6% των φοιτητών, με το μέσο όρο της ΕΕ στο 8%. Αυτό το ποσοστό μας κατατάσσει στην 25η θέση μεταξύ των 33 χωρών. Στις Ανθρωπιστικές Σπουδές και τις Τέχνες βρισκόμαστε πολύ κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ. Η διαφορά είναι σημαντική στις Κοινωνικές Επιστήμες και τη Δημοσιογραφία, όπου το ποσοστό των φοιτητών μας είναι 14%, ενώ στην ΕΕ είναι 10%. Αυτό μας κατατάσσει στην 5η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Αυτή αποτελεί και τη μεγαλύτερη διαφορά μας από τις χώρες της ΕΕ. Δίνουμε μεγάλη έμφαση στις Κοινωνικές Επιστήμες και τη Δημοσιογραφία, παράγουμε, δηλαδή, πολλούς πτυχιούχους. (Εδώ εντάσσονται και οι σχολές Θεολογίας). Στις Επιχειρήσεις και τη Νομική υστερούμε σημαντικά, αφού η διαφορά μας με το μέσο όρο της ΕΕ είναι 3 μονάδες, που μας κατατάσσει στην 27η θέση.

Στη Φυσική και τα Μαθηματικά υπερέχουμε καταλαμβάνοντας την 5η θέση στην ΕΕ υπερέχοντας κατά 3% του μέσου όρου. Στην πληροφορική, τις τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας όπως αναφέρει η μελέτη του ΟΟΣΑ, υστερούμε κατά 2% του μέσου όρου της ΕΕ, έχοντας το 4% των πτυχιούχων μας αποφοίτους πληροφορικής.

Υπερτερούμε της Ιταλίας με 2%, της Τουρκίας, Γαλλίας και Πορτογαλίας με 3%. Στον αντίποδα η Εσθονία είναι πρώτη μεταξύ των 33 χωρών με ποσοστό φοιτητών στις σχολές πληροφορικής 10%. Βλέπετε δεν είναι τυχαία η πρόοδος της Εσθονίας στον ψηφιακό κόσμο. Δεν γίνεται η πρόοδος με ευχές, ούτε με δηλώσεις γίνεται με προγραμματισμό και οργάνωση. Ακολουθούν η Φινλανδία και η Ουγγαρία με 9% των φοιτητών τους. Ακολουθούν 18 χώρες με ποσοστό φοιτητών 6-7%, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νορβηγία, η Σουηδία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Τσεχία και το Ισραήλ. Όλες αυτές οι χώρες έχουν τουλάχιστον 50% περισσότερους φοιτητές από εμάς στον τομέα της πληροφορικής. Η μικρή παραγωγή πτυχιούχων πληροφορικής που έχουμε, δημιουργεί τις ελλείψεις που υπάρχουν στην αγορά εργασίας της Ελλάδας. Παράγουμε, δηλαδή, πολλούς Μαθηματικούς και Φυσικούς, που έχουν πρόβλημα εύρεσης εργασίας και όχι πληροφορικούς που είναι περιζήτητοι. Το 2019 δημιουργήθηκαν δύο νέα τμήματα Μαθηματικών και δύο νέα τμήματα Φυσικής και κανένα πληροφορικής.

Στους Μηχανικούς είμαστε 1 μονάδα πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ. Στον τομέα της Υγείας και της Ευζωίας έχουμε σημαντική υστέρηση, κατά 3%, από τις χώρες της ΕΕ. Έχουμε, όμως, πολλούς γιατρούς, τόσους πολλούς που φεύγουν για να εργαστούν σε άλλες χώρες. Είναι λογικό διότι πολλά παιδιά σπουδάζουν Ιατρική σε άλλες χώρες της ΕΕ και προστίθενται στον αριθμό των γιατρών που αποφοιτούν από τα ελληνικά Πανεπιστήμια. Οι θέσεις Ιατρικής στα ελληνικά Πανεπιστήμια ήταν 945 το 2022, ενώ οι θέσεις Νοσηλευτικής 1.578, εκ των οποίων οι 252 έμειναν κενές, λόγω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής. Η αναλογία γιατρών νοσηλευτών πρέπει να είναι 1:2,5 έως 3. 25. Η αναλογία στην Ελλάδα είναι 1:1,4. Αν υπολογίσουμε και τους γιατρούς που σπούδασαν σε άλλες χώρες θα έχουμε μία αναλογία περίπου 1:1, που κάνει κακό στην υγεία των πολιτών, αφού οι γιατροί φεύγουν σε άλλες χώρες για να βρουν δουλειά και νοσηλευτές δεν έχουμε.

Αυτές οι εμφανείς διαφορές μας με τις χώρες του ΟΟΣΑ φανερώνουν και κάποια από τα προβλήματα της αγοράς εργασίας μας, όπως είναι η ετεροαπασχόληση για κάποιους και η έλλειψη πτυχιούχων σε κάποιους τομείς. Φυσικά δεν πρέπει να ακολουθούμε τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον καθορισμό των προσφερόμενων σπουδών στα παιδιά μας, αλλά πρέπει να έχουμε κάποια επαφή. Η ισορροπία είναι το ζητούμενο. Ούτε να υποτάξουμε τα Πανεπιστήμιά μας στην αγορά εργασίας, ούτε να αδιαφορούμε παντελώς γι’ αυτή.

Η κατανομή των φοιτητών στα τμήματα δεν ακολουθεί κάποια λογική, κάποιο σχέδιο για την εξέλιξη της κοινωνίας μας και της οικονομίας. Το τι χρειάζεται είναι προφανές: χρειάζεται σχέδιο και όραμα για την Ελλάδα του 2040, που φαίνεται ότι δεν υπάρχει. Φυσικά δεν αρκεί το σχέδιο˙ απαραίτητη είναι η συναίνεση και η συμφωνία σε ένα πρόγραμμα που θα οδηγήσει τα παιδιά μας στο μέλλον. Δυστυχώς, όμως, κανείς δεν φαίνεται να νοιάζεται για τα παιδιά μας.