Ο Κώστας Γαβρόγλου, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υπουργός Παιδείας, σε άρθρο του στο ieidiseis σχολιάζει το

Δείτε αναλυτικά το άρθρο του:

Η καθημερινή βία σε όλα τα επίπεδα της σχολικής ζωής έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Προφανώς ο εγκλεισμός της πανδημίας, η φτωχοποίηση του πληθυσμού και διάφορα άλλοι παράγοντες έχουν παίξει ένα σημαντικό ρόλο. Δεν έχουμε όμως σκύψει πάνω σε αυτό το πρόβλημα.

, με περισσότερα προβλήματα από ποτέ. Ακούγεται μία απόλυτη διατύπωση, αλλά δεν είναι. Εξηγούμαι.

Βία

Η καθημερινή βία σε όλα τα επίπεδα της σχολικής ζωής έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Προφανώς ο εγκλεισμός της πανδημίας, η φτωχοποίηση του πληθυσμού και διάφορα άλλοι παράγοντες έχουν παίξει ένα σημαντικό ρόλο. Δεν έχουμε όμως σκύψει πάνω σε αυτό το πρόβλημα. Ούτε το Υπουργείο, ούτε η τοπική αυτοδιοίκηση, ούτε οι συνδικαλιστικοί φορείς των εκπαιδευτικών, ούτε οι σύλλογοι γονέων, ούτε και τα κόμματα. Σαν να θεωρούμε ότι θα φύγει από μόνο του το πρόβλημα. Ή οτι θα λυθεί όταν θα καταρρεύσει ο καπιταλισμός. Ή ότι οι αυστηρές πειθαρχικές ποινές θα αποτρέψουν τα φαινόμενα αυτά.

 

Αρχίζει, λοιπόν, μία νέα σχολική χρονιά με κανένα απολύτως σχέδιο για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος που δεν έχει ούτε μία μαγική λύση και η όποιες διεργασίες απαιτούν ένα βάθος χρόνου για να έχουν θετικά αποτελέσματα. Υπάρχει, όμως, μία και μόνον μία προϋπόθεση για να δρομολογηθούν λύσεις. Να συζητηθεί δημόσια, να νομιμοποιηθεί ως πρόβλημα και να μην θεωρηθεί η τόσο εξαπλωμένη βία απλώς ως μία παραβατική συμπεριφορά κάποιων λίγων.

Το υπουργείο Παιδείας θα έπρεπε να πάρει μία τολμηρή πρωτοβουλία και να σχεδιάσει πολύπλευρες συζητήσεις ως προς αυτό το πρόβλημα. Τώρα που είναι και Υπουργείο Αθλητισμού αυτό γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό. Και δεν είναι ανάγκη η συζήτηση να γίνεται μόνον με «ειδικούς». Ας αρχίσουμε στις τάξεις και σε ώρες μαθημάτων. Καλύτερα ας μην γίνουν κάποιες ώρες στα μαθηματικά και στη γλώσσα. Ας αρχίσουν, όμως, τα παιδιά και οι εκπαιδευτικοί να συζητάνε το πρόβλημα της βίας, της αποδοχής της από τόσους πολλούς νέους και νέες και της βαθμιαίας μετατροπής της σε κανονικότητα. Η βία δεν είναι πλάκα. Το «έλα μωρέ, παιδιά είναι παίζουν» αποτελεί την πιο αποτελεσματική συνταγή για να γιγαντωθεί ένα ήδη γιγαντωμένο πρόβλημα.

Αναπληρωτές εκπαιδευτικοί

Εδώ η κατάσταση πάει, επίσης, από το κακό στο χειρότερο. Με τους πιο επιεικής υπολογισμούς φέτος θα υπάρχουν κενά που αντιστοιχούν στο 35% του εκπαιδευτικού προσωπικού και θεωρητικά καλύπτονται από αναπληρωτές εκπαιδευτικούς. Στην Ευρώπη το ποσοστό αυτό είναι 5%. Είναι δυνατόν να υπάρχει ομαλή εκπαιδευτική καθημερινότητα και ουσιαστικός εκπαιδευτικός σχεδιασμός όταν περισσότεροι από έναν στους τρείς εκπαιδευτικούς είναι αναπληρωτής; Η προεκλογική δέσμευση της ΝΔ ήταν να διορίζει σε μόνιμες θέσεις τόσους όσοι θα παίρνουν σύνταξη κάθε χρόνο –κάτω από «ομαλές» συνθήκες. Επειδή περισσότεροι θα παίρνουν σύνταξη και λιγότερους θα διορίζει η κυβέρνηση, οδεύουμε σε μία αύξηση των αναγκών για αναπληρωτές εκπαιδευτικούς τα επόμενα χρόνια. Δεν θέλει πολλή συζήτηση για να δούμε που θα οδηγήσει αυτή η πολιτική που θεωρεί πολυτέλεια την ενίσχυση με ανθρώπινο δυναμικό τους εκπαιδευτικούς θεσμούς.

Αναβάθμιση απολυτηρίου και πανελλαδικές

Ο κ. Μητσοτάκης έχει κάνει δύο ενδιαφέρουσες επιλογές για Υπουργούς Παιδείας. Η μεν κ.Κεραμέως έδειξε μία μοναδική εμμονή να αποκλείει νέους και νέες από τα πανεπιστήμια, ο δε κ.Πιερρακάκης, του οποίου οι πολιτικές απόψεις γενικά και οι εκπαιδευτικές ειδικά, παραμένουν ένα καλοκρυμμένο μυστικό, θεωρεί πως όλα τα προβλήματα θα λυθούν μέσα από μια γενικευμένη ψηφιοποίηση των πάντων. Δεκάδες χιλιάδες παιδιά με αξιοπρεπείς βαθμολογίες μένουν εκτός πανεπιστημίων με βάση το απίστευτο επιχείρημα της Υπουργού ότι δεν πρέπει να σπουδάζουν όσοι βαθμολογούνται με 2, όταν η ίδια γνωρίζει πως το ποσοστό αυτών είναι ελαχιστότατο. Το ντέρτι της υπουργού, όμως, δεν ήταν η αριστεία. Αλλού στόχευε η Υπουργός. Στα Κολλέγια και την εξασφάλιση αφθονης πελατείας.

Υπάρχει, όμως, και κάτι άλλο, εξίσου σοβαρό: Είμαστε μία κοινωνία που έχει αποδεχτεί πως ενώ τυπικά υπάρχει η βαθμίδα του Λυκείου, επί της ουσίας έχουμε συναινέσει πως αυτό δεν έχει λόγο ύπαρξης και πως θα πρέπει να το αντικαταστήσει η παραπαιδεία. Κάθε χρόνο, οι οικογένειες δαπανάνε περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ για φροντιστήρια, ιδιαίτερα, συμπεριλαμβανομένων και των ξένων γλωσσών! Και ενώ η αξιοπιστία του δημόσιου σχολείου καταρρέει, ενώ η κουλτούρα της σχολικότητας υπονομεύεται καθημερινά, η κυβέρνηση προσπαθεί να βρει τρόπους να ιδρυθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια και να παρέχει voucher στους γονείς για να αποφασίζουν σε ποιο σχολείο θα πάνε τα παιδιά τους.

Τι ακριβώς εκφράζουν όλα αυτά για την κοινωνία μας; Αδιαφορία για τους δημόσιους φορείς εκπαίδευσης; Απαξίωση των εκπαιδευτικών; Μία παθολογική «φροντίδα και αγάπη» για το παιδί που εκφράζει, όμως, και έναν ακραίο ατομικισμό; Προφανώς και γνωρίζω πολλές και πολλούς που πάνε ενάντια σε αυτό το ρεύμα. Τους θαυμάζω και πρέπει οι προσπάθειες τους να υποστηριχθούν με κάθε τρόπο, μιας και καθημερινά βρίσκουν ολοένα και πιο ανθεκτικά εμπόδια για οτιδήποτε επιχειρήσουν να κάνουν ώστε να αντιστραφεί αυτή η καταστροφική πορεία.

Λύσεις, βεβαίως, μαγικές ούτε εδώ υπάρχουν. Υπάρχει, όμως, κάτι το οποίο μπορεί να αρχίσει να ξετυλίγει τον κόμπο. Είναι το τρίπτυχο, αναβάθμιση του απολυτηρίου–δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης στα πανεπιστήμια–διετή προγράμματα σπουδών εντός των πανεπιστημίων για αποφοίτους των ΕΠΑΛ οι οποίοι και θα εισάγωνται χωρίς εξετάσεις. Ήταν ένα καλά σχεδιασμένο και κοστολογημένο πρόγραμμα. Η κ.Κεραμέως το κατάργησε πριν καν αρχίσει να εφαρμόζεται. Και όσο οι πλειοψηφία των πολιτών κλείνει τα μάτια στην ακύρωση του Λυκείου, θα συνεχίσουν οι Πανελλαδικές εξετάσεις να δηλητηριάζουν τα πάντα –τη ζωή των εφήβων, τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, τους τρόπους μετάδοσης της γνώσης. Οι Πανελλήνιες εξετάσεις δεν προσφέρουν πια τίποτα θετικό, το μόνο που κάνουν είναι να υπονομεύουν την σχολική εκπαίδευση ως κάτι που (πρέπει να) έχει αυταξία, ως κάτι που θα (πρέπει να) μειώνει τις κοινωνικές ανισότητες.

Κτίρια

Τα σχολικά κτίρια καταρρέουν. Μετά τη διάλυση του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων και την ανάληψη της ευθύνης από την τοπική αυτοδιοίκηση, τα κτίρια αυτά έχουν σχεδόν αφεθεί στη μοίρα τους. Σίγουρα υπάρχουν δήμοι και δήμαρχοι που τα φροντίζουν. Ελάχιστοι. Οι περισσότεροι τα εντάσσουν στο καλοστημένο δίκτυο εξυπηρετήσεων και διαπλοκής και τα λίγα χρήματα που λαμβάνουν από την κυβέρνηση, δεν είναι σε θέση να τα χρησιμοποιήσουν με έναν αποτελεσματικό τρόπο. Πρέπει να αλλάξει όλο το σύστημα «παρακολούθησης» των κτιρίων. Κάθε σχολείο πρέπει να εχει τον φάκελλο του. Να μεταφερθεί στις περιφέρειες η εποπτεία των κτιρίων με έναν κεντρικό θεσμό για συντονισμό. Μπορούν να γίνουν ολιγόμηνες συμβάσεις με μηχανικούς σε κάθε περιφέρεια με την εποπτεία των κατά τόπους παραρτημάτων του ΤΕΕ, ώστε να επιταχυνθεί η συγκρότηση των φακέλων αυτών και να προγραμματιστούν οι παρεμβάσεις. Τα σχολεία μας είναι επικίνδυνα, μουντά και απωθητικά. Και, βέβαια, δεν απαιτείται μόνον καλός σχεδιασμός αλλά και πολιτικές αποφάσεις ως προς τη διάθεση πόρων.

Το «κλίμα» που άρχισε να κυριαρχεί στα σχολεία τα τελευταία χρόνια προμηνύει την επερχόμενη πλήρη αποσάθρωση: Οι καθηλωμένοι μισθοί που καθημερινά μειώνονται λόγω της ακρίβειας, η αύξηση της γραφειοκρατίας σε βάρος της ποιότητας της εκπαίδευσης, η συνεχής υποβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών με την απουσία μαθημάτων κοινωνικών και καλλιτεχνικών σπουδών, η ατομική αξιολόγηση που λειτουργεί εκβιαστικά για χιλιάδες εκπαιδευτικούς που αισθάνονται να είναι σε ομηρία, ενώ η ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών δεν αναφέρεται καν από τους παράγοντες του Υπουργείου Παιδείας.

Η κυβέρνηση κατάφερε και αυτό: να είμαστε πρώτοι σε όλα στην Ευρώπη. Όχι μόνον στις καμμένες εκτάσεις και στις καταστροφές από πλυμμήρες, αλλά στους χαμηλούς μισθούς των εκπαιδευτικών, στο ποσοστό των αναπληρωτών εκπαιδευτικών και, βέβαια, στη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης.