Οι Έλληνες ξόδεψαν λιγότερα το 2024 για τρόφιμα, και καύσιμα, αλλά αύξησαν τα χρήματα που διέθεσαν για εστιατόρια, ξενοδοχεία και εκπαίδευση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, ενώ το οικογενειακό καλάθι περιορίστηκε σε αξία, η ψυχαγωγία και η μόρφωση απέκτησαν μεγαλύτερη προτεραιότητα στις επιλογές των νοικοκυριών. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τις αλλαγές που έφερε η οικονομική πίεση αλλά και την ανάγκη για διατήρηση ενός καλύτερου επιπέδου ζωής.

Μείωση στη συνολική ετήσια δαπάνη

Η μέση ετήσια δαπάνη ανά νοικοκυριό διαμορφώθηκε σε 20.095 ευρώ, σημειώνοντας πτώση 3% σε σχέση με το 2023. Συνολικά, κάθε οικογένεια ξόδεψε 619 ευρώ λιγότερα μέσα στο έτος, ενώ η μέση μηνιαία δαπάνη περιορίστηκε στα 1.675 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι καταναλωτές προχώρησαν σε περικοπές, εστιάζοντας κυρίως στα αναγκαία και περιορίζοντας δαπάνες που θεωρούνται λιγότερο απαραίτητες. Η μείωση αυτή συνδέεται τόσο με το αυξημένο κόστος διαβίωσης όσο και με τη γενικότερη ανασφάλεια για το εισόδημα.

Κατανομή των εξόδων στα βασικά αγαθά

Παρά τη μείωση, το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων συνεχίζει να κατευθύνεται σε βασικές ανάγκες. Η στέγαση, το νερό, η ενέργεια και τα καύσιμα απορροφούν το 27,2% της συνολικής , ενώ ακολουθεί η διατροφή με 18,5%. Οι μεταφορές καταλαμβάνουν το 12,7%, τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία το 8,1%, η υγεία το 5,2% και η εκπαίδευση το 2,9%. Τα ποσοστά αυτά φανερώνουν ότι, ενώ οι οικογένειες περιορίζουν τα έξοδά τους, οι ανάγκες που σχετίζονται με την καθημερινή επιβίωση παραμένουν κυρίαρχες. Ωστόσο, η αύξηση σε κατηγορίες όπως η ψυχαγωγία και η μόρφωση δείχνει μια αλλαγή στον τρόπο που οι πολίτες ιεραρχούν τις προτεραιότητές τους.

Η σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά αποκαλύπτει σημαντικές μεταβολές. Οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφηκαν σε στέγαση, ενέργεια και καύσιμα (-6,8%), στα είδη ένδυσης και υπόδησης (-5,7%) και στη διατροφή (-4,2%). Από την άλλη πλευρά, αυξήσεις εμφανίστηκαν στις δαπάνες για ξενοδοχεία και εστιατόρια (+5,2%) και στην εκπαίδευση (+4,4%). Οι αλλαγές αυτές φανερώνουν ότι τα νοικοκυριά, αν και πιεσμένα οικονομικά, επιλέγουν να διαθέτουν περισσότερα χρήματα για υπηρεσίες που σχετίζονται με την κοινωνική ζωή και την προσωπική ανάπτυξη, περιορίζοντας αντίστοιχα τα αναγκαία προϊόντα.

Ανισότητες και διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα νοικοκυριά

Η κατανομή των δαπανών διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το εισόδημα, τον τόπο κατοικίας και το μέγεθος του νοικοκυριού. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό για τρόφιμα και στέγαση, γεγονός που αφήνει περιορισμένο περιθώριο για άλλες κατηγορίες. Αντίθετα, τα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα μπορούν να κατευθύνουν περισσότερους πόρους σε υγεία, εκπαίδευση και αναψυχή. Σημαντικές είναι και οι διαφορές ανάμεσα σε πόλη και ύπαιθρο, με τα αστικά κέντρα να καταγράφουν υψηλότερες μέσες ετήσιες δαπάνες λόγω του αυξημένου κόστους ζωής. Οι διαφοροποιήσεις αυτές αποτυπώνουν έναν «διπλό χάρτη» κατανάλωσης, με διαφορετικές προτεραιότητες και ανάγκες.

Η εικόνα της εισοδηματικής ανισότητας αποτυπώνεται καθαρά στους δείκτες. Ο δείκτης Gini για το 2024 διαμορφώθηκε στο 0,333, στοιχείο που δείχνει υψηλή συγκέντρωση εισοδημάτων. Το πλουσιότερο 20% των νοικοκυριών δαπανά 5,2 φορές περισσότερα σε σχέση με το φτωχότερο 20%, καταγράφοντας μια ιδιαίτερα μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η κατανάλωση παραμένει έντονα ανισομερής και επηρεάζεται καθοριστικά από τη θέση κάθε οικογένειας στην εισοδηματική κλίμακα.

Τα στοιχεία της έρευνας σκιαγραφούν μια καθημερινότητα όπου οι οικογένειες αναγκάζονται να κάνουν συμβιβασμούς. Η μείωση στα είδη πρώτης ανάγκης δείχνει προσπάθεια περιορισμού εξόδων, ενώ η αύξηση στις δαπάνες για ψυχαγωγία και εκπαίδευση αναδεικνύει την ανάγκη των πολιτών να διατηρήσουν μια ισορροπία στη ζωή τους. Παρά τις πιέσεις, η επιθυμία για καλύτερη ποιότητα ζωής παραμένει έντονη, με τις επιλογές κατανάλωσης να αντανακλούν τη συνεχή προσπάθεια προσαρμογής στις οικονομικές συνθήκες.