Το ζήτημα των συγχωνεύσεων τμημάτων εν μέσω σχολικής χρονιάς φέρνει στο προσκήνιο η Βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης Κατερίνα Νοτοπούλου, τονίζοντας ότι αυτή η πρακτική προκαλεί αποσταθεροποίηση στη λειτουργία των σχολικών μονάδων. Με χιλιάδες κενές θέσεις εκπαιδευτικών που παραμένουν ακάλυπτες και συνεχείς μετακινήσεις προσωπικού από σχολείο σε σχολείο, η εκπαιδευτική διαδικασία επιβαρύνεται, ενώ μαθητές και εκπαιδευτικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με διαρκείς αλλαγές στο ωρολόγιο πρόγραμμα και στο μαθησιακό περιβάλλον.

Παράλληλα, η Βουλευτής επισημαίνει ότι οι συγχωνεύσεις πλήττουν ιδιαίτερα τους μαθητές με αναπηρία ή μαθησιακές δυσκολίες, για τους οποίους η σταθερότητα του σχολικού πλαισίου είναι κρίσιμη. Υπογραμμίζει, δε, την ανάγκη να υιοθετηθεί η τεκμηριωμένη πρόταση για μέγιστο αριθμό 20 μαθητών ανά τμήμα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης και η ουσιαστική παιδαγωγική στήριξη όλων των παιδιών.

«Συγχωνεύσεις τμημάτων εν μέσω σχολικής χρονιάς και ανάγκη θεσμοθέτησης μέγιστου αριθμού 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα».

Δύο μήνες μετά την έναρξη του σχολικού έτους, χιλιάδες κενά εκπαιδευτικών σε σχολικές μονάδες παραμένουν ακάλυπτα, παρά τις διαδοχικές φάσεις προσλήψεων αναπληρωτών. Σε πολλές περιπτώσεις εκπαιδευτικοί μετακινούνται συνεχώς από σχολείο σε σχολείο, προκειμένου να καλυφθούν λειτουργικά κενά, με αποτέλεσμα δυσλειτουργίες στη διδασκαλία, στην οργάνωση των σχολείων και στην καθημερινότητα μαθητών και εκπαιδευτικών.

Σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο πλαίσιο, ανακοινώνονται συγχωνεύσεις τμημάτων και μειώσεις ωρών, ακόμα και εντός Οκτωβρίου – Νοεμβρίου, με αποτέλεσμα τη διατάραξη της παιδαγωγικής συνέχειας και της ομαλής λειτουργίας των σχολικών κοινοτήτων. Παρατηρούνται ήδη περιπτώσεις, όπου για μία μόνο μετακίνηση μαθητή, αναδιαρθρώθηκε ολόκληρο το ωρολόγιο πρόγραμμα μεγάλου σχολείου, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες προσαρμογής των παιδιών, η σταθερότητα της εκπαιδευτικής σχέσης, οι κτηριακές προδιαγραφές ή οι ιδιαιτερότητες των μαθητών με ανάγκη παράλληλης στήριξης.

Ιδιαίτερα για μαθητές/τριες με αναπηρία ή/και ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, η σταθερότητα του περιβάλλοντος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την πρόοδό τους. Η αναγκαστική αλλαγή δασκάλου ή τμήματος, η αύξηση του αριθμού μαθητών σε τάξεις που φτάνουν και τους 25-27 μαθητές, καθώς και οι υποχρεωτικές υπερωρίες στους εκπαιδευτικούς, δημιουργούν κλίμα ανασφάλειας και υποβάθμισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Ταυτόχρονα, η Πανελλήνια Επιστημονική Ένωση Διευθυντών/ντριών Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης έχει καταθέσει τεκμηριωμένη πρόταση για θεσμοθέτηση μέγιστου αριθμού 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα από το σχολικό έτος 2026-2027, επισημαίνοντας ότι η μείωση αυτή είναι εφικτή, παιδαγωγικά αναγκαία και απολύτως συνδεδεμένη με την ομαλή ένταξη και στήριξη όλων των μαθητών/τριών.
Κι ενώ η κα. Υπουργός δηλώνει προφορικά τις θετικές της προθέσεις, σχετικά με την πρόταση αυτή, την ίδια στιγμή, σε πλήρη αντίθεση με την κατεύθυνση αυτή, συνεχίζονται οι συγχωνεύσεις τμημάτων, η αύξηση του μαθητικού πληθυσμού ανά τάξη και η μείωση του παιδαγωγικού χρόνου.
Επειδή η παιδεία απαιτεί σταθερότητα, ποιότητα και επαρκή στελέχωση,
Επειδή οι συγχωνεύσεις εν μέσω σχολικής χρονιάς διαταράσσουν παιδαγωγικά και κοινωνικο-συναισθηματικά θεμέλια, ιδίως για τους πιο ευάλωτους μαθητές,
Επειδή η πρόταση για μέγιστο αριθμό 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα αποτελεί δομική μεταρρύθμιση υπέρ της ποιότητας της δημόσιας εκπαίδευσης.

Ερωτάται η κ. Υπουργός:

1. Προτίθεται το Υπουργείο να αναστείλει άμεσα τις συγχωνεύσεις τμημάτων και τη μετακίνηση μαθητών/τριών και εκπαιδευτικών εν μέσω σχολικής χρονιάς, ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα της εκπαιδευτικής κοινότητας;
2. Σε ποιο χρονοδιάγραμμα και με ποιες συγκεκριμένες ρυθμίσεις θα υλοποιηθεί η πρόταση για θεσμοθέτηση μέγιστου αριθμού 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα, όπως έχει τεθεί από την Πανελλήνια Ένωση Διευθυντών/ντριών;
3. Ποιες ενέργειες θα αναληφθούν άμεσα για την κάλυψη των υφιστάμενων κενών σε εκπαιδευτικούς και τη διασφάλιση της παράλληλης στήριξης και των Τμημάτων Ένταξης, ώστε οι μαθητές/τριες με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες να παρακολουθούν τη μαθησιακή διαδικασία σε κατάλληλο πλαίσιο;