Οι σχέσεις μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας είναι γνωστές από την αρχαιότητα θα λέγαμε, αλλά εδώ θα αναφέρουμε συγκεκριμένα στοιχεία κοινώς αποδεκτά τα οποία είναι απαραίτητα για την ακριβή προσέγγιση του θέματος:

Γράφει ο Κωνσταντίνος Αδριανουπολίτης, Εκπαιδευτικός – Ερευνητής, Αντιπρόεδρος Ε.Ε.Τ.Ε.Κ.

Η μόρφωση, η παιδεία, η εκπαίδευση θεωρούνται, διαχρονικά, αναλλοίωτες αξίες και απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαμόρφωση υπεύθυνων πολιτών με κοινωνική και δημοκρατική συνείδηση.

Ο ρόλος της εκπαίδευσης είναι διττός διότι οφείλει να παρέχει μόρφωση και βιοποριστικά εφόδια για επαγγελματική αποκατάσταση.

Οι δύο παράμετροι, της μόρφωσης και της εργασίας, αποτελούν βασικό εκπαιδευτικό στόχο του σύγχρονου σχολείου και της εκπαίδευσης (σύνοδος της UNESCO 2004).

Το σύγχρονο σχολείο εκτός από αγωγή και παιδεία πρέπει να παρέχει και επαγγελματική κατάρτιση στο μαθητή (Ελένη Γλύκαντζη – Αρβελέρ Χανιά 2004.)

Το σχολείο, σαν καθρέφτης της κοινωνίας, οφείλει να αναπροσαρμόζεται συχνά ώστε να συμβαδίζει με το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η ιστορία της εκπαίδευσης δείχνει, όπως αναφέρει και ο Αλέξης Δημαράς στο βιβλίο του η «μεταρρύθμιση που δεν έγινε», ότι οι μεταβολές στην εκπαίδευση ακολουθούν, σε έκταση και σε βάθος, τις μεταβολές της κοινωνίας.

Το πρόβλημα της ανεργίας δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι, πάνω απ΄ όλα βαθύτατα κοινωνικό, ενώ το πρόβλημα της ανεργίας των νέων είναι ακόμη πιο κρίσιμο.

Μια κοινωνία η οποία δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει στους νέους συγκεκριμένες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα φαύλο κύκλο ανεργίας , περιθωριοποίησης και κοινωνικής αναταραχής.

Είναι αναληθές ότι η εκπαίδευση δεν εξυπηρετεί τους νέους και τις νέες στην εύρεση εργασίας.

Είναι όμως αληθές ότι η εκπαίδευση στη χώρα μας είναι αναντίστοιχη με τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας και η διαρθρωτική ανεργία βρίσκεται στα ύψη.

Είναι επίσης ανακριβές ότι οι επιλογές των μαθητών πάντα επηρεάζονται από το τι συμβαίνει στην αγορά εργασίας και ότι αυτό αποτυπώνεται από τις εκάστοτε επιλογές τους στα μηχανογραφικά.

Η ανακρίβεια του ισχυρισμού αυτού από όποιον και αν εκφέρεται, έγκειται στο ότι οι προσφερόμενες θέσεις εργασίας σε όλη την Ε.Ε., σύμφωνα με τον CEDEFOP, ανήκουν κατά 35% στους πτυχιούχους ΑΕΙ (ανώτερα στελέχη), κατά 50% στους πτυχιούχους Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (μεσαία στελέχη) και κατά 15% στους ανειδίκευτους (κατώτερα στελέχη).

Στα ίδια ή παρόμοια συμπεράσματα καταλήγουν και οι κατά καιρούς έρευνες του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ, του ΟΑΕΔ, του ΙΟΒΕ, του ΣΕΒ κ.λ.π.

Συνεπώς όταν η μεγάλη πλειονότητα των αποφοίτων Λυκείου επιλέγει σπουδές, με στόχο και την επαγγελματική αποκατάσταση, κυρίως από τη δεξαμενή του 35% και όχι από εκείνη του 50% δεν κάνει, κατά την άποψή μας, τις σωστές επιλογές προκειμένου να αντιμετωπίσει το φάσμα της ανεργίας και της μετανάστευσης.

Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι υπάρχει ασύμβατη πορεία μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας.
Να σημειώσουμε τέλος ότι κατά την περίοδο 2008 – 2017 το ποσοστό υπερεκπαιδευμένης απασχόλησης αυξήθηκε κατά 60,6%, με αποτέλεσμα περισσότεροι από τους τρεις στους δέκα απασχολούμενους με υψηλά προσόντα να καλύπτουν θέσεις εργασίας για τις οποίες απαιτούνται χαμηλότερου επιπέδου προσόντα ( ΣΕΒ επιχειρησιακό πρόγραμμα ΕΣΠΑ, Φεβρουάριος 2018).

Η απασχόληση σε θέσεις εργασίας χαμηλότερων προσόντων αποτελεί και έναν από τους βασικούς λόγους μετανάστευσης του ανθρώπινου δυναμικού υψηλών προσόντων.

Οι προκλήσεις λοιπόν για τον αναπροσανατολισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος είναι πολλαπλές και τεκμηριωμένες.

Θα υπάρξουν οι απαιτούμενες αλλαγές από την επόμενη κυβέρνηση, όποια κι΄ αν είναι;
Ίδωμεν.