Ανακοίνωση για τους μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους σπουδών στα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια εξέδωσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΠΟΣΔΕΠ), με αφορμή πρόσφατα δημοσιεύματα στον ηλεκτρονικό Τύπο που κάνουν λόγο για «βιομηχανία παραγωγής μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων χωρίς περιεχόμενο» στην Ελλάδα.
Η Ομοσπονδία επιχειρεί να αποσαφηνίσει την εικόνα που παρουσιάζεται στη δημόσια συζήτηση, παραθέτοντας στοιχεία για τον αριθμό των πανεπιστημίων, τη συμμετοχή των φοιτητών σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών και το ποσοστό των υποψήφιων διδακτόρων, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει τον ρόλο της επιστημονικής έρευνας και την ανάγκη ουσιαστικής χρηματοδότησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την ΠΟΣΔΕΠ, οι γενικεύσεις και οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα και πλήττουν την ακαδημαϊκή κοινότητα.
Αναλυτικά η ανακοίνωση Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού:
Ανακοίνωση για τους μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους σπουδών του δημόσιου πανεπιστημίου
Με αφορμή πρόσφατα δημοσιεύματα στον ηλεκτρονικό τύπο, στα οποία γίνεται λόγος για δήθεν «βιομηχανία παραγωγής μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων χωρίς περιεχόμενο» στην Ελλάδα, κρίνουμε αναγκαίο να αποκατασταθεί η πραγματική εικόνα, με βάση τεκμηριωμένα στοιχεία και όχι γενικεύσεις.
Πρώτον, η Ελλάδα διαθέτει 25 πανεπιστήμια, αριθμό που, σε αναλογία με τον πληθυσμό της χώρας (περίπου 2,5 ιδρύματα ανά εκατομμύριο κατοίκων), είναι απολύτως συγκρίσιμος με αντίστοιχους δείκτες άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Δεν προκύπτει, συνεπώς, υπερπληθώρα ιδρυμάτων, ούτε στοιχειοθετείται η εικόνα «υπερδιόγκωσης» του ακαδημαϊκού τοπίου.
Δεύτερον, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, οι εγγεγραμμένοι φοιτητές σε Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών αντιστοιχούν στο 12,1% του συνολικού φοιτητικού πληθυσμού, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ-27 ανέρχεται στο 29,3%. Παρά την αύξηση του αριθμού των ΠΜΣ τα τελευταία χρόνια —εξέλιξη που συνδέεται με τη διεύρυνση των επιστημονικών πεδίων και την αυξημένη κοινωνική ζήτηση για εξειδίκευση— ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών δεν είναι αναλογικά υψηλός. Η ποιότητα των προγραμμάτων αξιολογείται θεσμικά μέσω διαδικασιών πιστοποίησης και εξωτερικής αξιολόγησης, όπως ισχύει σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο ανώτατης εκπαίδευσης.
Τρίτον, το ποσοστό των υποψήφιων διδακτόρων ανέρχεται σε 3,7% του φοιτητικού πληθυσμού, έναντι 3,8% στον μέσο όρο της ΕΕ-27. Τα στοιχεία αυτά δεν επιτρέπουν την αναπαραγωγή ισχυρισμών περί «εκρηκτικής παραγωγής» διδακτορικών διατριβών.

ΔΕΙΤΕ ΑΣΕΠ: Τι αλλάζει με τα μεταπτυχιακά
Ιδιαίτερα προβληματικός είναι ο ισχυρισμός ότι τα διδακτορικά στην Ελλάδα είναι «αμφίβολης ερευνητικής αξίας» ή «χωρίς σύνδεση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας». Το διδακτορικό αποτελεί κατεξοχήν διαδικασία παραγωγής πρωτότυπης γνώσης, θεωρητικής ή εφαρμοσμένης. Η επιστημονική έρευνα δεν ταυτίζεται με τη βραχυπρόθεσμη εμπορική αξιοποίηση ούτε εξαντλείται στις άμεσες ανάγκες της αγοράς. Η ποιότητά της αποτιμάται με διεθνώς αναγνωρισμένους δείκτες, όπως οι δημοσιεύσεις σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά, οι βιβλιογραφικές αναφορές και η διεθνής επιρροή των ερευνητών.
Παρά τη χρόνια και συστηματική υποχρηματοδότηση των ελληνικών πανεπιστημίων —η δημόσια δαπάνη παραμένει περίπου στο 0,44% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ-27 είναι σχεδόν διπλάσιος— η ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα επιτυγχάνει αξιοσημείωτες επιδόσεις σε επίπεδο ερευνητικής παραγωγής και διεθνούς αναγνώρισης. Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η «υπερπαραγωγή τίτλων», αλλά η ανάγκη σταθερής, επαρκούς και προγραμματισμένης χρηματοδότησης της έρευνας και ιδιαίτερα των διδακτορικών σπουδών, όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Η δημόσια συζήτηση για την ανώτατη εκπαίδευση είναι θεμιτή και αναγκαία. Οφείλει, όμως, να διεξάγεται με σεβασμό στα δεδομένα και χωρίς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς που πλήττουν συλλήβδην την ακαδημαϊκή κοινότητα. Η ενίσχυση της ποιότητας, της διαφάνειας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των ελληνικών πανεπιστημίων αποτελεί διαρκή στόχο. Η διαστρέβλωση της πραγματικότητας δεν συμβάλλει σε αυτόν τον στόχο· αντίθετα, υπονομεύει έναν κρίσιμο εθνικό θεσμό.
ΔΕΙΤΕ Έκτακτη συνάντηση ΑΣΕΠ – ΟΙΕΛΕ για την εγκυρότητα μεταπτυχιακών και πιστοποιήσεων ξένων γλωσσών