Δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ το  Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος « και Λογοτεχνία» των Α’ και Β’ τάξεων Ημερησίου και Εσπερινού Γενικού Λυκείου, το οποίο θα ισχύσει από το τρέχον σχολικό έτος 2021-22.

Tι αναφέρει το ΦΕΚ

Ειδικότερα το Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος «Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία» των Α’ και Β’ τάξεων Ημερησίου και Εσπερινού Γενικού Λυκείου ορίζεται ως εξής:

Το παρόν Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) για το μάθημα «Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία» αφορά τη γλωσσική και λογοτεχνική εκπαίδευση των μαθητών και των μαθητριών της Α’ και Β’ τάξης Γενικού Λυκείου. Στο πλαίσιο του μαθήματος, η νεοελληνική γλώσσα και η λογοτεχνία συνεργούν, ώστε οι μαθητές και οι μαθήτριες να ανταποκρίνονται σε κάθε γεγονός γραμματισμού, είτε αυτό συμβαίνει στον δημόσιο είτε στον σχολικό ή ιδιωτικό χώρο, τόσο στο επίπεδο κατανόησης και ερμηνείας όσο και στο επίπεδο παραγωγής λόγου. Ως εκ τούτου, η διδασκαλία του μαθήματος στηρίζεται σε μαθησιακές διαδικασίες, μέσω των οποίων ενισχύονται οι μαθητές και οι μαθήτριες, ώστε να χαράξουν τη δική τους εγγράμματη πορεία.

Το παρόν Πρόγραμμα Σπουδών είναι «ανοικτό» ως προς τα περιεχόμενα, ώστε οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές και οι μαθήτριες να συμμετέχουν στην επιλογή του κειμενικού υλικού. Ο/Η εκπαιδευτικός μπορεί να σχεδιάσει τις διδακτικές διαδρομές που θα ακολουθήσει,με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες του σχολικού περιβάλλοντος σε επίπεδο τάξης, σχολικής μονάδας, τοπικής κοινωνίας.

Ο ρόλος του/της εκπαιδευτικού είναι καθοριστικός, αφού καλείται ως διαμεσολαβητής να υπηρετήσει τη γενικότερη στόχευση του Προγράμματος Σπουδών και να ενισχύσει τις ομάδες των μαθητών και μαθητριών στην επίτευξη των στόχων που τίθενται από κοινού, στο πλαίσιο του παρόντος ΠΣ. Ο σχεδιασμός πρέπει να οδηγεί στον ανασχεδιασμό με βάση την ανατροφοδότηση από τη διδακτική πράξη, η αξιολόγηση να είναι διαρκής και διαμορφωτική, ώστε οι μαθητές και οι μαθήτριες να συνειδητοποιούν την εξέλιξή τους και ο/η εκπαιδευτικός να αποκτά δεδομένα για τον ανασχεδιασμό του διδακτικού του/της προγράμματος.

Ι. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Η συμμετοχή σε μια δημοκρατική κοινωνία προϋποθέτει την εθελούσια συμμετοχή και την προσωπική δέσμευση και κινητοποίηση των εφήβων μαθητών και μαθητριών και, επομένως, οφείλει να τους δίνει την ευκαιρία να εκφραστούν ελεύθερα και να λαμβάνει υπόψη τα ενδιαφέροντα, τις προτεραιότητες και τις ανάγκες τους. Οι μαθητές και οι μαθήτριες είναι συνομιλητές/συνομιλήτριες και συνδημιουργοί της γνώσης με τους/τις εκπαιδευτικούς σε συλλογικές διαδικασίες στοχασμού και αναστοχασμού στην τάξη, τις οποίες συντονίζουν εκπαιδευτικοί με ευαισθησία και επίγνωση της ατομικότητας των μαθητών και των μαθητριών.

Οι στόχοι της γλωσσικής εκπαίδευσης επιτυγχάνονται μέσα από διαδικασίες κατανόησης κειμένων, κριτικής ανάλυσής τους και παραγωγής γραπτού, προφορικού και πολυτροπικού λόγου.

Συνεπώς, οι μαθητές και οι μαθήτριες πρέπει να αποκτήσουν τις ικανότητες ώστε να:

– Κατανοούν τον επικοινωνιακό στόχο του κειμένου, τις προθέσεις του δημιουργού του, τις σημαντικές γενικές και ειδικές πληροφορίες, το κειμενικό είδος του και τις διαφορετικές οπτικές που μπορεί να υιοθετούνται σε αυτό.
– Εντοπίζουν και αναγνωρίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά των κειμένων.
– Ερμηνεύουν και μετασχηματίζουν τα κείμενα.
– Αναπτύσσουν την προσωπική τους τοποθέτηση απέναντι στα κείμενα που διαβάζουν ή ακούν, αναγνωρίζοντας τη λογική διαφορετικών τοποθετήσεων.
– Αναπτύσσουν και τεκμηριώνουν την άποψή τους, γραπτά ή προφορικά, σε σχέση με σημαντικά ζητήματα που αφορούν το άμεσο και το ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον, καθώς και όψεις της σύγχρονης πραγματικότητας.
– Γνωρίζουν πώς να αναθεωρούν, να επιμελούνται και να βελτιώνουν το κείμενό τους όσον αφορά τόσο το περιεχόμενο όσο και την αποτελεσματικότητά του.
– Χειρίζονται με άνεση, κριτική ικανότητα και αποτελεσματικότητα παραδοσιακά και σύγχρονα εργαλεία αναζήτησης πληροφοριών και δημιουργίας κειμένων.

Ο σχεδιασμός της διδακτικής και μαθησιακής διαδικασίας διαμορφώνεται και αναπροσαρμόζεται με γνώμονα την ιδιαίτερη μαθησιακή και γλωσσική ταυτότητα των μαθητών και των μαθητριών (τον προσωπικό τρόπο και ρυθμό μάθησης, τα ξεχωριστά τους βιώματα, τα ενδιαφέροντά τους, το πολιτισμικό τους υπόβαθρο). Στο πλαίσιο αυτό αναγνωρίζονται η δημιουργικότητα και οι ατομικότητες των πρωταγωνιστών της εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής πράξης, αφήνονται συνειδητά μεγάλα περιθώρια πρωτοβουλίας και αναγνωρίζονται οι εκπαιδευτικοί ως σημαντικοί συντελεστές της διδασκαλίας και ως επιστήμονες που μπορούν να αντλήσουν και να επεξεργαστούν με τους μαθητές και τις μαθήτριές τους πόρους από ποικίλα επικοινωνιακά, συμβατικά και σύγχρονα, ψηφιακά περιβάλλοντα.
Οργάνωση περιεχομένων

Η διδασκαλία περιλαμβάνει δυνάμει μία μεγάλη ποικιλία προφορικών, γραπτών και υβριδικών κειμένων, τα οποία εμφανίζονται σε έντυπη, ψηφιακή ή και πολυτροπική μορφή και παράγονται είτε εντός είτε εκτός του σχολικού χώρου. Το ποια είναι, κάθε φορά, τα κείμενα αυτά καθορίζεται κατά κύριο λόγο από το γλωσσικό και γνωστικό επίπεδο των μαθητών και των μαθητριών και τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Σε κάθε θεματική ενότητα για κάθε τάξη, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να διαμορφώνουν το δικό τους υλικό που συγκροτούν οι ίδιοι/ες ή μαζί με τους μαθητές και τις μαθήτριές τους.

Κατά την επεξεργασία των κειμένων, επιδιώκεται οι μαθητές και οι μαθήτριες να αναπτύσσουν κριτικό προβληματισμό και όχι να κατακτούν τυποποιημένες γνώσεις και πολύ περισσότερο να αναπαράγουν μηχανιστικά συγκεκριμένες απόψεις/στερεότυπα.

Το περιεχόμενο κάθε θεματικής ενότητας μπορεί να αναπτύσσεται γύρω από βασικά ερωτήματα που απασχολούν τους μαθητές, τις μαθήτριες και τους εκπαιδευτικούς. Σημαντικό, επίσης, είναι να επιλέγονται κείμενα που θέτουν ερωτήματα, χωρίς απαραίτητα να δίνουν απαντήσεις, και ανήκουν σε διαφορετικά κειμενικά είδη που συνδυάζουν ποικιλία ειδών λόγου.

ΙΙ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Η λογοτεχνία αποτελεί τη σημαίνουσα εκείνη κοινωνική πρακτική που με τους σύνθετους γλωσσικούς της μηχανισμούς εγγράφει, συναιρεί και αντιπαραθέτει  συνειδητές και λανθάνουσες οπτικές για τον κόσμο και τον ανθρώπινο πολιτισμό. Παράλληλα, μορφοποιεί λεκτικά την ανθρώπινη έκφραση, εμπειρία, μαρτυρία και φαντασία, συγκροτώντας έτσι ένα νέο σύμπαν. Μέσω της αισθητικής εμπειρίας ενεργοποιεί την ανταπόκριση των αναγνωστών και των αναγνωστριών με τα ιδιαίτερα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά και τον δικό τους ιστορικό και κοινωνικό ορίζοντα, μετασχηματίζοντας ή θέτοντας υπό ερώτηση τις υπάρχουσες αντιλήψεις, σχέσεις και ταυτότητές τους. Είναι, επομένως, όχι μόνο παράγωγο αλλά και δυνάμει παράγοντας διαμόρφωσης των κοινωνικών συνθηκών και του πολιτισμού. Ο σκοπός της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο Λύκειο είναι η επικοινωνία -κατανόηση, διάλογος, αισθητική απόλαυση των μαθητών και μαθητριών με τα λογοτεχνικά κείμενα ως έργα γλωσσικού, καλλιτεχνικού, στοχαστικού και, ευρύτερα, πολιτισμικού χαρακτήρα, ώστε οι μαθητές και οι μαθήτριες:

– Να βιώσουν τη λογοτεχνία ως πηγή εμπειριών, ως διαλεκτική συγκρότηση αισθητικών και διανοητικών συγκινήσεων, και να αναγνωρίσουν τη δραστική αξία τους για τη ζωή τους.
– Να συγκροτήσουν την υποκειμενικότητά τους, εμπλουτίζοντας την κατανόησή τους για πτυχές του κόσμου που προϋπήρξε και εκείνου που τους περιβάλλει και ενισχύοντας την κριτική τους στάση απέναντι στον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία υποβάλλει νοήματα και αξίες.
– Να αποκτήσουν αναγνωστικές δεξιότητες, ώστε να αξιοποιούν συνδυαστικά έναν αριθμό ενδοκειμενικών και εξωκειμενικών στοιχείων, για να ιχνηλατούν με μεγαλύτερη επάρκεια το νοηματικό υπόστρωμα των κει- μένων.
– Να θέτουν κρίσιμα για εκείνους/εκείνες ερωτήματα/ θέματα συζήτησης, σχετικά με τα ζητήματα που πραγματεύονται τα κείμενα· τα ερωτήματα να λειτουργούν στη συνέχεια ως άξονες ή κέντρα αλληλεπιδράσεων και συνομιλιών μεταξύ των μαθητών/μαθητριών, ελεύθερων τόσο στη διανοητική όσο και στη συναισθηματική τους διάσταση.
– Να πραγματεύονται τις υποθέσεις τους στο πλαίσιο μιας αναγνωστικής/ερμηνευτικής κοινότητας.

Η λογοτεχνική επικοινωνία, σε όλα τα ερμηνευτικά πλαίσια, προϋποθέτει από τον/την αναγνώστη/αναγνώστρια τη δυνατότητα να ανιχνεύει και να κατανοεί την ιδιαιτερότητα της γλώσσας και της δομής του κειμένου και να το αναγνωρίζει ως σύνθετη πράξη επικοινωνίας και «κατασκευή» που επιτρέπει την πολυσημία. Σημαντική, επίσης, συνιστώσα του κειμένου
αποτελεί η έννοια της διαλογικότητας των λογοτεχνικών κειμένων, η οποία υποδεικνύει στον/στην αναγνώστη/αναγνώστρια να αντιληφθεί τα κείμενα ως «σταυροδρόμια» φωνών που συμβαδίζουν ή συγκρούονται.

Η λογοτεχνία προσεγγίζεται με τέτοιο τρόπο, ώστε η σχολική τάξη να αποβαίνει εργαστήριο δημιουργικότητας. Έτσι τίθενται οι βάσεις για ανοικτές αναγνωστικές – ερμηνευτικές προσεγγίσεις με τις οποίες, προϊόντος του χρόνου, επιδιώκεται στο Λύκειο οι μαθητές και οι μαθήτριες:

– Να αναδιηγούνται την ιστορία που αφηγείται το κείμενο, χωρίς να ερμηνεύουν τα γεγονότα.
– Να προσεγγίζουν τους χαρακτήρες με βάση τα δεδομένα του κειμένου (όνομα, εξωτερική εμφάνιση, ενέργειες, σχέσεις με άλλα πρόσωπα, δικά τους λόγια και σκέψεις, λόγια και σκέψεις άλλων προσώπων γι’ αυτούς και στάση του αφηγητή), με σκοπό να εντοπίζουν χαρακτηριστικά τους στοιχεία που φωτίζουν τη δράση τους.
– Να περιγράφουν τη συναισθηματική διάθεση των προσώπων στηριζόμενοι στα σύμβολα και τις γλωσσικές επιλογές (γραμματικά πρόσωπα, χρόνοι, εγκλίσεις των ρημάτων, στίξη).
– Να εντοπίζουν και να συσχετίζουν τα κειμενικά στοιχεία που οργανώνουν το κείμενο ως σημασιοδοτημένη κατασκευή. Δηλαδή, να εντοπίζουν μέσα στο κείμενο στοιχεία του λόγου των προσώπων, αφηγηματικούς τρόπους, αφηγηματικές τεχνικές, ρηματικά πρόσωπα και εκφραστικά μέσα και να αναγνωρίζουν πώς αυτά παράγουν νόημα.
– Να συνυπολογίζουν τις απόψεις/ερμηνείες των συμμαθητών και συμμαθητριών τους και να οδηγούνται στη διαμόρφωση μιας πιο πολύπλευρης ερμηνείας.
– Να μιλούν και να γράφουν με όρους υπόθεσης και όχι ερμηνευτικής βεβαιότητας.
– Να ανασυνθέτουν σε γραπτό ερμηνευτικό σχόλιο την οπτική που οι ίδιοι διαμόρφωσαν με την ολοκλήρωση των διαδικασιών διαλόγου που αναπτύχθηκαν στην τάξη.
– Να συμπληρώνουν τα κενά απροσδιοριστίας του κειμένου.
– Να προσθέτουν έναν ήρωα ή ένα περιστατικό στην αρχική ιστορία.
– Να συνεχίζουν την ιστορία ή να γράφουν ένα εναλλακτικό τέλος ή να συνθέτουν ένα δικό τους ποιητικό ή αφηγηματικό κείμενο.
– Να καλλιεργήσουν το γλωσσικό τους αίσθημα και να αποκτήσουν επίγνωση των δυνατοτήτων τους στον προφορικό και γραπτό λόγο.
– Να αποβούν αναγνώστες/αναγνώστριες κοινωνικά εγγράμματοι/-ες που μετέχουν στον κοινωνικό βίο με συνείδηση ευθύνης και σεβασμό στο περιβάλλον, στα δικαιώματα και στα έργα του ανθρώπου.

Για τον σχεδιασμό ευέλικτης διδασκαλίας και μάθησης λαμβάνονται υπόψη: α) η ταυτότητα του κειμένου, β) οι δυνατότητες, οι ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των μα- θητών και μαθητριών στην προοπτική της διαφοροποιημένης διδασκαλίας, γ) οι διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στα επιμέρους σχολικά περιβάλλοντα, δ) ο κοινωνικός χαρακτήρας της ανάγνωσης που συνδέεται με την αλληλεπίδραση, την ανακαλυπτική μάθηση, τη μεταγνώση και ε) οι υπόρρητες συνδέσεις με τη διδασκαλία των μη λογοτεχνικών κειμένων στο πλαίσιο της γλωσσικής εκπαίδευσης. Συνυπολογίζεται, βέβαια, η δυναμική των ψηφιακών μέσων, τα οποία προσφέρουν τρόπους για τον εμπλουτισμό της αναγνωστικής εμπειρίας με διαθεματικές και διακειμενικές προτάσεις.
Οργάνωση Περιεχομένων