Η ενσυναίσθηση στη σχολική διδασκαλία δεν είναι «μαλακή δεξιότητα» που αφορά μόνο το κλίμα της τάξης. Είναι ένα πρακτικό εργαλείο που επηρεάζει άμεσα τη συμμετοχή, τη συμπεριφορά, την επιμονή των μαθητών και, τελικά, τη μάθηση. Όταν ο καθηγητής μπορεί να «διαβάζει» πίσω από τις αντιδράσεις —άγχος, αμηχανία, θυμό, απογοήτευση— η διδασκαλία γίνεται πιο στοχευμένη και οι συγκρούσεις μειώνονται.
Στην καθημερινότητα του σχολείου όλοι μας βλέπουμε πόσο εύκολα ένα μάθημα εκτροχιάζεται από ένα σχόλιο, μια ειρωνεία ή μια άρνηση συνεργασίας. Η ενσυναίσθηση δεν σημαίνει επιείκεια χωρίς όρια· σημαίνει κατανόηση του «γιατί» ώστε να επιλέξουμε την κατάλληλη παρέμβαση. Έτσι χτίζεται εμπιστοσύνη, δημιουργείται αίσθηση ασφάλειας και ο μαθητής νιώθει ότι ο ενήλικας απέναντί του δεν τον «μετρά» μόνο με βαθμούς ή πειθαρχία, αλλά τον βλέπει ως πρόσωπο.
Τι είναι (και τι δεν είναι) η ενσυναίσθηση στην τάξη
Ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να αναγνωρίζουμε και να κατανοούμε το συναίσθημα του άλλου, χωρίς να χάνουμε τον ρόλο μας. Στη σχολική διδασκαλία αυτό μεταφράζεται σε μια στάση: παρατηρώ, ακούω, ρωτώ, επιβεβαιώνω ότι κατάλαβα, και μετά δρω παιδαγωγικά. Δεν πρόκειται για «συμπάθεια» ή «συμφωνία» με κάθε συμπεριφορά, αλλά για προϋπόθεση ώστε η διόρθωση και τα όρια να γίνουν αποδεκτά.
Δεν είναι ενσυναίσθηση το να δικαιολογούμε τα πάντα ή να αποφεύγουμε τις απαιτήσεις. Ένας καθηγητής μπορεί να είναι ενσυναισθητικός και ταυτόχρονα σαφής: «Καταλαβαίνω ότι είσαι εκνευρισμένος, αλλά δεν επιτρέπεται να διακόπτεις. Πάμε να βρούμε τρόπο να το πεις αλλιώς». Αυτή η φράση κρατά και την κατανόηση και το πλαίσιο. Το αποτέλεσμα είναι λιγότερες αντιπαραθέσεις και περισσότερες ευκαιρίες για μάθηση.
Πώς χτίζει κλίμα μάθησης και μειώνει τη σύγκρουση
Η ενσυναίσθηση λειτουργεί σαν «γέφυρα» ανάμεσα στο συναίσθημα και στη σκέψη. Όταν ο μαθητής νιώθει ότι ακούγεται, μειώνεται η ανάγκη του να «φωνάξει» με συμπεριφορές. Σε μια τάξη με εμπιστοσύνη, οι μαθητές ρισκάρουν περισσότερο: σηκώνουν χέρι, κάνουν λάθος, ξαναπροσπαθούν. Αυτό είναι κρίσιμο, ειδικά σε μαθήματα όπου ο φόβος της αποτυχίας οδηγεί σε σιωπή ή αδιαφορία.
Διαβάστε επίσης Όσα μένουν για πάντα: Στιγμές που τα παιδιά δεν ξεχνούν ποτέ
Παράδειγμα: Μαθήτρια που δεν γράφει τίποτα στο διαγώνισμα και λέει «δεν ξέρω, δεν με νοιάζει». Μια τυπική αντίδραση θα ήταν «αν δεν σε νοιάζει, πάρε μηδέν». Η ενσυναισθητική διερεύνηση μπορεί να είναι: «Σε βλέπω να έχεις παγώσει. Θες να ξεκινήσουμε από την πρώτη ερώτηση μαζί για ένα λεπτό;». Συχνά αυτό αποκαλύπτει άγχος επίδοσης, όχι αδιαφορία. Το ίδιο όριο ισχύει (το διαγώνισμα γράφεται), αλλά αλλάζει ο τρόπος υποστήριξης.
Τεχνικές ενσυναισθητικής επικοινωνίας που εφαρμόζονται άμεσα
1) Μικρο-φράσεις επιβεβαίωσης: Σύντομες διατυπώσεις που δείχνουν ότι ακούσαμε. «Σε ακούω», «Το σημειώνω», «Καταλαβαίνω ότι σε δυσκολεύει». Δεν χρειάζονται μεγάλοι διάλογοι μέσα στο μάθημα· αρκεί ένα σήμα ότι ο μαθητής έγινε αντιληπτός.
Παράδειγμα: Μαθητής πετάγεται: «Γιατί κάνουμε αυτά; Είναι άχρηστα». Αντί για «μη μιλάς έτσι», μπορούμε να πούμε: «Ακούω ότι δεν βλέπεις νόημα. Δώσε μου δύο λεπτά να το συνδέσω με κάτι πρακτικό και στο τέλος πες μου αν βγάζει περισσότερο νόημα». Κερδίζουμε χρόνο, μειώνουμε την ένταση και κρατάμε τον μαθητή στο μάθημα.
2) Ερωτήσεις που ανοίγουν, όχι που “ανακρίνουν”: «Τι σε δυσκόλεψε;», «Τι χρειάζεσαι για να ξεκινήσεις;», «Ποιο κομμάτι σε μπέρδεψε;». Αυτές οι ερωτήσεις μετακινούν τη συζήτηση από την άμυνα στη λύση.
Παράδειγμα: Μαθήτρια δεν έχει εργασίες για τρίτη φορά. Αντί «πάλι τα ίδια;», δοκιμάζουμε: «Τι σε εμπόδισε αυτή την εβδομάδα; Ήταν χρόνος, κατανόηση ή κάτι άλλο; Ποια μικρή εκδοχή της εργασίας μπορείς ρεαλιστικά να φέρεις αύριο;». Θέτουμε προσδοκία, αλλά δίνουμε και δρόμο.
3) Ονομασία συναισθήματος με ουδέτερο τρόπο: «Φαίνεται ότι έχεις εκνευριστεί», «Μοιάζεις απογοητευμένος». Η ονομασία συχνά μειώνει την ένταση, γιατί ο μαθητής νιώθει ότι κάποιος κατάλαβε.
Παράδειγμα: Σε έντονη στιγμή: «Βλέπω ότι ανεβαίνει η ένταση. Ας πάρουμε 30 δευτερόλεπτα, και μετά συνεχίζουμε». Είναι μια “παύση” που σώζει το μάθημα χωρίς τιμωρητικό τόνο.
Διδακτικές πρακτικές που μετατρέπουν την ενσυναίσθηση σε μάθηση
Η ενσυναίσθηση δεν περιορίζεται στη διαχείριση συμπεριφοράς· ενσωματώνεται στη διδασκαλία. Μια βασική πρακτική είναι η διαφοροποίηση της πρόσβασης: δίνουμε περισσότερους από έναν δρόμους για να καταλάβουν. Αυτό δεν σημαίνει «χαμηλώνω τον πήχη», αλλά «αλλάζω τη σκάλα» ώστε να ανέβουν περισσότεροι.

Παράδειγμα: Στο ίδιο θέμα, ο καθηγητής προσφέρει: (α) σύντομη περίληψη στον πίνακα, (β) ένα παράδειγμα λυμένο βήμα-βήμα, (γ) μια μικρή άσκηση “ζέσταμα” πριν τις απαιτητικές. Ο μαθητής που ντρέπεται να ρωτήσει, βρίσκει στήριγμα. Ο μαθητής που βαριέται, μπαίνει γρήγορα στο πιο δύσκολο. Το μάθημα γίνεται πιο «δίκαιο» χωρίς να γίνεται πιο εύκολο.
Εξίσου αποτελεσματική είναι η ρουτίνα «έλεγχος κατανόησης χωρίς έκθεση». Αντί να ρωτάμε «ποιος δεν κατάλαβε;» (σχεδόν κανείς δεν σηκώνει χέρι), χρησιμοποιούμε ανώνυμες κάρτες, σύντομα κουίζ μιας ερώτησης ή σήματα με τα δάχτυλα (1–5) για επίπεδο κατανόησης.
Παράδειγμα: «Δείξτε από το 1 έως το 5 πόσο σίγουροι είστε». Αν το μισό τμήμα δείξει 2–3, δεν “φταίνε” οι μαθητές· χρειάζεται επανάληψη με άλλο τρόπο. Αυτή η πρακτική είναι ενσυναίσθηση, γιατί προλαμβάνει το αίσθημα αποτυχίας πριν παγιωθεί.
Όρια με σεβασμό: πειθαρχία χωρίς ταπείνωση
Η ενσυναίσθηση δοκιμάζεται όταν πρέπει να μπουν όρια. Το κλειδί είναι να ξεχωρίζουμε το πρόσωπο από τη συμπεριφορά: «Σε σέβομαι, αλλά αυτό δεν γίνεται». Η πειθαρχία που βασίζεται στη σχέση δεν χρειάζεται φωνές, ειρωνεία ή δημόσια έκθεση. Αντίθετα, στοχεύει σε σαφήνεια, συνέπεια και αποκατάσταση.
Δείτε επίσης Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε η πρώτη παιδική απορία…
Παράδειγμα: Μαθητής μιλάει προσβλητικά. Ενσυναισθητική αλλά σταθερή απάντηση: «Αυτό που είπες πληγώνει και δεν το δεχόμαστε στην τάξη. Θα σταματήσεις τώρα. Στο διάλειμμα θα μιλήσουμε δύο λεπτά για το τι συνέβη και πώς θα το διορθώσεις». Ο μαθητής καταλαβαίνει ότι υπάρχουν συνέπειες, αλλά δεν νιώθει ότι τον “σβήνουν” ως άτομο. Έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες να αλλάξει πραγματικά η συμπεριφορά.
Σημαντικό είναι και το ιδιωτικό κανάλι όταν γίνεται: μια σύντομη κουβέντα στο τέλος, μια σημείωση, ένα νεύμα. Η δημόσια αντιπαράθεση συχνά ανεβάζει την αντίσταση. Η ιδιωτική διόρθωση κρατά την αξιοπρέπεια του μαθητή και προστατεύει το κλίμα της τάξης.
Τελικά, ο ρόλος της ενσυναίσθησης στη σχολική διδασκαλία είναι διπλός: βοηθά τον καθηγητή να καταλαβαίνει τι συμβαίνει πραγματικά και βοηθά τον μαθητή να επιστρέφει στη μάθηση. Με λίγες, σταθερές τεχνικές και με παραδείγματα που εφαρμόζονται στην πράξη, η τάξη γίνεται χώρος όπου η προσπάθεια έχει νόημα, το λάθος επιτρέπεται και η πρόοδος είναι κοινός στόχος.