Με αφορμή την πρόσφατη εγκύκλιο του , για την καταχώρηση της διδαχθείσας ύλης όλων των τάξεων στο , αναδύθηκαν στην επικαιρότητα ορισμένα καίρια ζητήματα που μας απασχολούν εδώ και ένα χρόνο, από τον καιρό του αρχικού εγκλεισμού.

Άγγελος Μπάτρης, φυσικός, στο 1ο λυκειο Παλλήνης

Ασφαλώς δεν υπάρχει κάτι επιλήψιμο στο να καταγράφεται η πρόοδος της διδασκαλίας, αλλά θα είναι εξαιρετικά προβληματικό αν επαναληφθεί η τακτική να χρησιμοποιηθεί αυτή η καταγραφή ως πρόσχημα για να υποβαθμιστούν επικοινωνιακά οι πραγματικές διδακτικές ανάγκες και να μη ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα.

Οι μάχιμοι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν καλά ότι η περσινή ύλη δε διδάχτηκε επαρκώς, με αποτέλεσμα να χρειαστούν εκτεταμένες επαναλήψεις αλλά και να διδαχτεί μέρος της περσινής ύλης φέτος, ώστε οι μαθητές να μπορέσουν να καταφέρουν να «μπουν» ομαλά στη φετινή ύλη.

Και τι έκανε το Σεπτέμβριο το υπουργείο; Αντί να λάβει εκτεταμένα μέτρα πρόληψης, ελέγχου και αραίωσης, άφησε τα σχολεία απροστάτευτα, με μόνο «μέτρο» μια μάσκα, ένα παγούρι και το στο βάθος …WebEx. Υπέδειξε να αφιερώσουμε μια-δυο εβδομάδες στην κάλυψη της περσινής ύλης και στις επαναλήψεις! Να διδάξουμε δύσκολες έννοιες (όπως π.χ. η ενέργεια της Φυσικής Α Λυκείου) σε απειροελάχιστες ώρες με αποτέλεσμα φυσικά μεγάλο μέρος των μαθητών να μην μπορεί να αφομοιώσει την ύλη…

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να καλυφθεί η περσινής ύλης  η διαδικασία της «τηλεκπαίδευσης», προκαλεί ακόμα μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις και ανισότητες στο μαθητικό πληθυσμό.  Τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης έχουν θιγεί καίρια. Θετικές επιστήμες χωρίς εργαστήρια, ανθρωπιστικές χωρίς το ζωντανό διάλογο της τάξης, η καλλιτεχνική και σωματική αγωγή σχεδόν στο μηδέν.

Ας καταγράψουμε τη διδαχθείσα ύλη στο MySchool!

Αλλά:

Πού θα καταγραφεί η εκτεταμένη φέτος ανισότητα στην αφομοίωση της ύλης; Πώς θα μετρηθεί και πώς θα έχουν πραγματική και ουσιαστική ανατροφοδότηση οι μαθητές, όταν πιεστήκαμε να δώσουμε βαθμούς τετραμήνου – με κριτήρια «λάστιχο»;

Πού θα καταγραφούν τα «κρυφά κενά» που συσσωρεύονται πέρσι και φέτος με εκθετικό ρυθμό, λόγω της βεβιασμένα και με διαρκή αυτοσχεδιασμό διδαγμένης ύλης; Πού είναι οι οδηγίες για την ορθή προσέγγιση της ύλης στις πρωτόγνωρες συνθήκες που ζούμε;

Πού θα καταγραφεί η ανάγκη να αναπροσαρμοστεί η αλληλένδετη ύλη μεταξύ τάξεων; Ειδικά στο Λύκειο, όπου το αναλυτικό πρόγραμμα βρίθει ούτως ή άλλως δυσαρμονιών και αλμάτων, πότε θα οργανωθεί ο απαραίτητος διάλογος μέσα στον εκπαιδευτικό κόσμο; Τι ύλη θα διδάξουμε τα επόμενα χρόνια, με τόσα κρυφά και φανερά κενά που έχουν δημιουργηθεί; Με τι ουσιώδη κενά θα μπουν φέτος και τα επόμενα χρόνια στα πανεπιστήμια οι αυριανοί επιστήμονες;

Πού θα καταγραφούν τα έξοδα που έχουν κάνει γονείς και εκπαιδευτικοί για να ανταποκριθούν υλικοτεχνικά στην τηλεκπαίδευση;

Και το βασικότερο, ίσως, όλων. Πού θα καταγραφεί ότι η «τηλεκπαίδευση» δεν είναι εκπαίδευση, όχι τουλάχιστον σε αυτές τις ηλικίες, και ότι είναι επικίνδυνο για την κοινωνία της χώρας μας να νομίζουμε ότι το WebEx είναι η αναγκαία προσαρμογή του σχολείου στη σύγχρονη τεχνολογική εποχή; Τα σχολεία είναι κλειστά εδώ και μήνες και η εξ αποστάσεως διδασκαλία δεν αποτελεί ούτε κατά διάνοια επαρκή προσαρμογή.

Δυστυχώς, το ΥΠΑΙΘ έχει δώσει πολλά δείγματα γραφής. Σα να ακούμε ήδη τις «λύσεις». Θα πει: «Η τηλεκπαίδευση προχώρησε κανονικά, με τη συγκινητική προσπάθεια μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών, η ύλη βγήκε σε ικανοποιητικό βαθμό, αλλά επειδή τίποτε δεν είναι σαν τη ζωντανή διδασκαλία, ας κάνουμε 10% μείωση ύλης και μια βδομάδα παραπάνω επανάληψη και καθαρίσαμε». Κάπως έτσι, η πολιτική αυτή χαμηλώνει τις απαιτήσεις για τη μόρφωση και την παιδεία που χρειαζόμαστε, νομιμοποιεί τους σχεδιασμούς για το μοντέλο εκπαίδευσης δεξιοτήτων αντί για γνώσεις, όπου η κάλυψη των κενών, η βοήθεια στα παιδιά που έχουν ανάγκη θα μετατρέπεται σε ατομική υπόθεση της κάθε οικογένειας.

Το οργανωμένο εκπαιδευτικό κίνημα, οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές, οι γονείς δεν αφήνουν στην τύχη τους το δημόσιο σχολείο. Το πάγιο ζήτημα του περιεχομένου της εκπαίδευσης, τι διδάσκουμε και για ποιο σκοπό, έρχεται ορμητικά στην επικαιρότητα, όχι λόγω της υπουργικής εγκυκλίου, αλλά λόγω της πραγματικότητας της ίδιας. Δε θα αφήσουμε να υποβιβαστεί σε τεχνικό θέμα ποσότητας ύλης και σχετικών περικοπών. Είναι θέμα ποιότητας, θέμα Παιδείας.

Να απαντήσει, λοιπόν, το ΥΠΑΙΘ, ποια μέτρα θα λάβει για να καλυφθούν τα σοβαρά κενά στη διδασκαλία και αφομοίωση της ύλης και οι σχεδόν εκρηκτικές ανισότητες λόγω της «τηλεκπαίδευσης». Και βέβαια, να μας πει πότε θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να λειτουργήσουν επιτέλους σωστά και με ασφάλεια τα σχολεία, χωρίς το διαρκές «ακκορντεόν» ανοίγματος – κλεισίματος με το «άλλοθι» της εντελώς ακατάλληλης «τηλεκπαίδευσης».