Ἡμερίδα: «Ἡ προσφορὰ τῶν συγχρόνων Γερόντων στὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴ νεολαία σήμερα»
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΛΟΥΚΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΟΥ
Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΨΑΝΗ
ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

(Ἡμερίδα Φοιτητῶν τοῦ Α.Π.Θ., 23 Μαΐου 2013)
Πανοσιολογιώτατε ἐκπρόσωπε τοῦ Παναγιωτάτου Μητροπολίτου
Θεσσαλονίκης κ. Ἀνθίμου, πάτερ Ἰάκωβε.
Σεβασμιώτατε ἅγιε Κυθήρων, Πανοσιολογιώτατε ἅγιε Γέροντα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κουτλουμουσίου,

Σεβαστοί πατέρες, σεβαστές Γερόντισσες
Ἐλλογιμώτατοι κ. καθηγηταί, φίλτατοι Φοιτηταί
Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Σέ περίοδο ἀναστάσιμης λειτουργικῆς ζωῆς, χαρᾶς καί ἐλπίδος, στό μέσον τοῦ Πεντηκοσταρίου, παρ’ ὅτι πολλά γύρω μας φαίνονται σκοτεινά καί ἀνέλπιδα, ἀναστάσιμοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι ἔρχονται νά μᾶς καταυγάσουν μέ τό φῶς τῆς ἀναστάσιμης βιοτῆς τους, μέ τό ἀναστάσιμο φῶς πού τώρα ἀπολαμβάνουν ἐκτυπώτερον στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Δίκαιος ἔπαινος γιά τήν ἀποψινή εὐλογία ἀνήκει στούς φοιτητάς, πού ὠργάνωσαν τήν ἡμερίδα, ἀλλά τίς θερμότερες εὐχαριστίες μας ἀπευθύνουμε στόν Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμο γιά τήν ὁλόθυμη εὐλογία του νά πραγματοποιηθῇ ἡ ἡμερίδα στόν πάνσεπτο ναό τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου. Εὐχαριστίες πολλές ἐπίσης στόν κ. Λυκοῦργο Μαρκούδη γιά τόν συντονισμό τῆς ἡμερίδος, ἀλλά καί στό Ραδιόφωνο τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας πού μέ ἀγάπη ἐκάλυψε τήν ἡμερίδα ραδιοφωνικά καί διαδικτυακά.
Οἱ εὐλογημένοι πατέρες μας, τούς ὁποίους σήμερα τιμοῦμε, ἔγιναν σκεύη τίμια τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Σήκωσαν στούς ὤμους τους τόν σταυρό τῆς Ἐκκλησίας. Σέ ἕνα σκοπό ἀπέβλεπαν, στήν θέωσι τῶν ἀνθρώπων. Ὁ καθένας μέ τό δικό του χάρισμα. Ὅλοι γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ μακαριστός Γέροντας Γεώργιος, γιά τόν ὁποῖον ἐκλήθην νά ὁμιλήσω, προσέφερε πρῶτα τόν ἑαυτό του στήν Ἐκκλησία καί ἔτσι μπόρεσε κατόπιν νά προσφέρῃ τό ἔργο του στήν Ἐκκλησία. Ἡ ζωή του ὅλη, ἀπό τήν παιδική ἡλικία, ἦταν γιά τήν Ἐκκλησία. Αὐτός ὁ ἴδιος εἶχε γίνει μία προσφορά στήν Ἐκκλησία. Δέν ἦταν τυχαῖο ὅτι ὁ Θεός τόν πῆρε στήν Βασιλεία Του τήν ἡμέρα τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς.
Θά ἀναφερθῶ σέ ἕξι στοιχεῖα τῆς ζωῆς του, πού δείχνουν τόν τρόπο τῆς προσφορᾶς του στήν Ἐκκλησία καί τήν Ὀρθοδοξία.
1. Ἡ προσφορά τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ του.
Στά νεανικά του χρόνια ὁ Γέροντας ἀγωνίσθηκε νά μή λυπήσῃ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Δέν τόν πλήγωσε ὁ κόσμος μέ τά δελεάσματά του. Στήριγμα εἶχε καλούς Πνευματικούς, ὅπως ὁ πρώην Λήμνου Βασίλειος Ἀτέσης. Τήρησε φιλότιμα τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ἀπέκτησε θεοποιούς ἀρετές. Ἦταν χαριτωμένος στήν θέα, στήν συμπεριφορά, στήν συναναστροφή, ἀργότερα στήν διδασκαλία καί στήν ἡγουμενεία. Χαίρονταν οἱ ἄνθρωποι νά εἶναι κοντά του, νά τόν ἀκοῦνε, νά τόν βλέπουν. Πρόσωπο φωτεινό, καθαρό. Νοῦς ὀξυδερκής. Φρόνημα ταπεινό. Καρδιά εὐσπλαχνική. Πέντε βασικές ἀρετές του θά ὑπενθυμίσω, ὅπως τίς γνωρίσαμε στά χρόνια τῆς ὡριμότητός του.
Πρώτη, ἡ ἀγάπη. Ἀγάπη διφυής. Πρός τόν Θεόν καί πρός τόν ἄνθρωπο. Τήν πρός τόν Θεό ἀγάπη του τήν ἔκρυβε ἐπιμελῶς. Τήν ἄλλη ἀγάπη του, πρός τούς ἀνθρώπους, δέν μποροῦσε νά τήν κρύψῃ. Τήν ἔβλεπες. Τήν ὁμολογοῦσε καί ὁ ἴδιος: «Ἡ ἀγάπη μοῦ βγαίνει ἔτσι, φυσικά». Τήν γνωρίζουν ἄλλωστε ὅλοι. Ἀγαποῦσε ἀληθινά, πνευματικά, χριστοκεντρικά, μέ καθαρότητα καί ἀνιδιοτέλεια. Ἀγαποῦσε μέ θυσία τοῦ ἑαυτοῦ του. Οἱ πολλές του ἀσθένειες δέν ἦταν μόνο ἀποτέλεσμα φυσικῆς φθορᾶς ἀλλά καί συνέπειες τῆς ἀγάπης του.
Δεύτερη ἀρετή του ἦταν ἡ πίστις του. Ὄχι μόνον ὡς Ὀρθόδοξος πίστις, ἀλλά καί ὡς βίωμα ἐμπιστοσύνης στόν Θεό. Ὁ Γέροντας ἦταν ἀπόλυτα ἀναπαυμένος μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πολύτιμο συνεργό στήν ἄσκησι τῆς πίστεως εἶχε τήν προσευχή. Προσευχόταν ἀθόρυβα, καρδιακά, ἀληθινά. Παρά τήν πολυμέριμνη διακονία του, πού δέν τοῦ ἄφηνε χρόνο γιά τήν πολύωρη πρακτική ἐργασία τῆς προσευχῆς, εἶχε βαθειά μέσα στήν ψυχή του τό θεοποιό δῶρο τῆς ἡσυχίας. Ἡ ὑπομονή του ἦταν καρπός τῆς ἀγάπης του. Ἔκανε πολλή ὑπομονή. Σέ διάφορες περιστάσεις. Τελευταῖα μέ τήν βαρειά ἀσθένεια τοῦ καρκίνου. Δέν βαρυγκόμησε, δέν μᾶς κούρασε, μᾶς εὐχόταν, μᾶς παρηγοροῦσε.
Τρίτη ἀρετή του ἦταν ἡ ταπεινοφροσύνη του. Δέν αὐτοσχεδίαζε. Δέν ἤθελε νά προβάλλῃ κάτι καινούργιο, ὥστε νά δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις, ὀπα-δούς, γραμμή, σχολή. Ἤθελε νά γίνεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό μόνο πού τόν ἔθλιβε ἦταν νά μή γίνεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πονοῦσε, ὅταν ἔβλεπε νά βλάπτωνται ψυχές ἀθάνατες καί νά ἐμποδίζωνται ἀπό τόν δρόμο τῆς κατά Χάριν θεώσεως. Ἦρθε στό Ἅγιον Ὄρος μέ μικρή συνοδεία. Δέν ἐπιβλήθηκε στήν παλαιά Ἀδελφότητα. Τήν ἀγκάλιασε. Τήν ἐτίμησε. Τήν ἐστήριξε. Ἔφυγαν τά γεροντάκια ἀναπαυμένα, μέ τήν εὐχή του. Πῆρε καί ἐκεῖνος τήν εὐχή τους. Τό Ἅγιον Ὄρος καί τό ἦθος του ἔγιναν δικό του ἦθος, δικό του φρόνημα. Τό πόνεσε τό Ἅγιον Ὄρος καί δόθηκε στό Ἅγιον Ὄρος.
Τετάρτη ἀρετή του ἦταν ἡ ἐκκλησιαστικότητα τῶν κινήτρων του. Ἡ συνεισφορά του στό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐξυπηρετοῦσε ἀλλότρια συμφέ-ροντα, δέν ἔκρυβε ἰδιοτέλεια ἤ ὑστεροβουλία. Τά ἔδινε ὅλα γιά τήν Ἐκκλησία. Καί τήν ἡσυχία του, καί τίς δυνάμεις του καί τήν ὑγεία του. Χωρίς νά περιμένει ἀνταπόδοσι ἤ ἀνταμοιβή.
Καί πέμπτη βασική ἀρετή του ἦταν ἡ διάκρισις, ἡ ὁποία εἶχε δύο ἐκφράσεις: πρῶτον, νά ἐνεργῇ μέ κατά Θεόν εὐγένεια καί φρόνησι, ἔτσι ὥστε καί ὅταν διαφωνοῦσε νά μή προσβάλῃ, καί δεύτερον νά διακρίνῃ ἀμέσως τά πνεύματα. Ἐγνώριζε πότε ἡ παρέμβασίς του ἦταν ἀναγκαία καί πότε ὄχι, πότε συνέφερε τήν Ἐκκλησία μία ὀξεία ἀντίδρασίς του καί πότε ἔπρεπε νά ἐνεργήσει ἥπια. Ἄλλοτε ἐκινεῖτο μέ δυναμισμό, ὅπως οἱ προφῆται τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καί ἄλλοτε μακροθυμοῦσε.
Ἔχοντας αὐτές τίς βάσεις διετέλεσε γιά σαράντα χρόνια ἡγούμενος στήν Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου στό Ἅγιον Ὄρος, ἀπό τό 1974-2014.
Προσφέρθηκε λοιπόν στήν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό μπόρεσε νά προσφέρῃ καί τό ἔργο του στήν Ἐκκλησία. Ἐκδαπανήθηκε, ὥστε ἐμεῖς νά βρίσκουμε τόν δρόμο πρός τήν κατά Χάριν θέωσι. Ἄλλοι στόχοι, ὅπως νά γίνουμε καλλίτεροι ἄνθρωποι, ἐπιστήμονες κ.λπ. δέν ἦταν στό κέντρο τῆς προσφορᾶς του. Καί ὅσοι ἀγῶνες του ἔδειχναν νά προσανατολίζωνται σέ ἄλλα θέματα, ὅπως ἠθικῆς, κοινωνικῆς δικαιοσύνης, παιδείας, φιλανθρωπίας κ.λπ., καί αὐτοί γίνονταν μέ στόχο νά μή χάσουμε τήν δυνατότητα τῆς θεώσεώς μας.
2. Ἡ Ποιμαντική του.
Ὁ Γέροντας Γεώργιος γεννήθηκε σέ περιβάλλον μέ βαθειά εὐλάβεια. Ἦταν ἕνα παιδί πού τό προστάτευε ἡ ἴδια ἡ Παναγία. Ἀπό πολύ ἐνωρίς φάνηκε ὅτι εἶχε γεννηθῆ μέ χάρισμα ποιμαντικό. Στά 19 του χρόνια εἶχε συνειδητοποιήσει ὅτι τά παιδιά κινδυνεύουν καί ἔχουν ἀνάγκη ποιμαντικῆς μερίμνης. Ἄρχισε τήν κατηχητική του δρστηριότητα. Συνέλαβε τήν ἰδέα νά συστήσῃ ἕνα Ἵδρυμα Νεότητος, στό πλαίσιο τῆς ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Παλαιοῦ Φαλήρου. Σ’ αὐτό θά εὕρισκαν πνευματική στήριξη οἱ νέοι τῆς ἐνορίας. Ἦταν ἡ δεκαετία τοῦ ’50. Ἡ νεολαία τότε ἐπηρεαζόταν ἀπό δύο ἰσχυρά ρεύματα.
Τό ἕνα ρεῦμα ἐρχόταν ἀπό τήν Δύση. Ἕνας νέος τρόπος ζωῆς, ὁ ὁποῖος θεωροῦσε τίς ἠθικές ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου ἀπηρχαιωμένες. Τό ἄλλο ρεῦμα ἐρχόταν ἀπό τήν Ἀνατολή. Μία ἀθεϊστική ἰδεολογία, ἡ ὁποία θεωροῦσε τήν πίστι στό Εὐαγγέλιο παλιομοδίτικη νοοτροπία. Οἱ νέοι μέ ταλέντα δέν χρειάζονταν τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία, διότι δῆθεν νόημα στήν ζωή τοῦ νέου ἔδιναν ἡ ἐπιστήμη καί οἱ κοινωνικοί ἀγῶνες.
Ἡ ψυχή τοῦ νεαροῦ τότε Γεωργίου Καψάνη δέν ἄντεχε νά βλέπῃ τούς νέους βλαστούς τῆς Ἐκκλησίας νά χάνουν τόν προσανατολισμό τους, ἄλλοτε αἰχμαλωτισμένοι ἀπό τό ἕνα καί ἄλλοτε ἀπό τό ἄλλο ρεῦμα. Γι’ αὐτό μέ κόπους καί θυσίες, θαυμαστές γιά τήν ἡλικία του, ἵδρυσε τό Χριστιανικό Ἵδρυμα Νεότητος «Ὁ Παντοκράτωρ». Ἡ Ἐκκλησία στό Παλαιό Φάληρο θυμᾶται μέ εὐγνωμοσύνη τόν εὐγενῆ καί θεοφώτιστο βλαστό της.
Ὡς νεαρός θεολόγος ὁ Γέροντας Γεώργιος ἔστρεψε τήν προσοχή του στόν θεολογικό κλάδο πού ἐξέφραζε τήν ἀγαπῶσα καρδία του. Ἡ Ποιμαντική τῶν Φυλακισμένων ἦταν τό ἀντικείμενο τῆς διδακτορικῆς του διατριβῆς καί οἱ ἐπισκέψεις του στίς Φυλακές Ἀνηλίκων τό ἐφαρμοσμένο μάθημά του στούς φοιτητάς τῆς Θεολογικῆς. Ὅμως τόν κέρδισε τελικά ἡ ποιμαντική τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Τήν ἀκαδημαϊκή θέσι ἀντήλλαξε μέ τό μοναχικό σχῆμα καί τήν ἱερωσύνη. Ἔβλεπε τήν ἀνάγκη νά στηρίξῃ τόν εὐλογημένο λαό μας στήν πατροπαράδοτη εὐσέβεια. Οἱ μεταπτυχιακές του σπουδές στήν Ἀμερική τοῦ εἶχαν δώσει τήν δυνατότητα νά ἀντιληφθῇ τόν ἀνθρωποκεντρισμό (οὐμανισμό) τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Συνήθιζε νά περιγράφῃ τόν δυτικό οὐμανισμό μέ ἕνα χαρακτηριστικό γεγονός. Ἔλεγε: «Στήν Ἀμερική εἶδα (ἦταν τό 1966-1967) τό κατάντημα τοῦ ἑτεροδόξου Χριστιανισμοῦ», καί διηγεῖτο, ὅπως τήν εἶχε ζήσει, μία ἀληθινή ἱστορία: Εἶχε ἐπισκεφθῆ τό Σεμινάριο ἕνας προτεστάντης ἱερεύς τῆς Ἐπισκοπελιανῆς ἐκκλησίας καί τούς εἶχε κάνει διάλεξι περί τῆς γνωστῆς θεωρίας τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Κάποιος ἀπό τούς φοιτητάς ἐρώτησε τόν ὁμιλητή: «Πιστεύετε ὅτι πέθανε ὁ θεός ἤ ὅτι πέθανε ἡ πίστις στόν Θεό». Ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Πιστεύω ὅτι πέθανε ὁ Θεός». «Καί τότε πῶς μπορεῖτε νά εἶστε ἱερεύς;», ξαναρώτησε ὁ φοιτητής. Ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Ρώτησα τόν ἐπίσκοπό μου, ἄν μέ αὐτές τίς ἰδέες μπορῶ νά εἶμαι ἱερεύς, καί μοῦ εἶπε: Στό θέμα αὐτό τά ἔχω καί ἐγώ χαμένα. Κάνε ὅ,τι νομίζεις».
Εἶχε συνειδητοποιήσῃ τήν ἀνάγκη νά ποιμαίνεται ὁ λαός τῆς Ἐκκλησίας θεανθρωποκεντρικά, Ὀρθόδοξα, μέ τό βίωμα καί τό ἦθος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτό ἔγραψε τό σπουδαῖο ἔργο του «Ἡ Ποιμαντική διακονία κατά τούς ἱ. Κανόνας». «Ἡ ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάντοτε βαθύτατα ἐκκλησιολογική», ἔγραφε. Ἑκατοντάδες εἶναι οἱ ἑορταστικές καί ποιμαντικές του ὁμιλίες, ἀπό τίς ὁποῖες φαίνεται ὅτι ὁ Γέροντας ἤθελε νά ζοῦμε τήν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία θεώσεως.
Κάθε πρόσωπο πού πλησίαζε τόν Γέροντα ἦταν εἰκόνα Θεοῦ, «κεκελευσμένος Θεός», ὅπως εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος. Κάθε τέτοια ψυχή ὅμως κρύβει μέσα της τόν ἀπεριόριστο δυναμισμό τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν». Χρειαζόταν μία θεοειδής ἀγάπη γιά νά ἀναδεχθῇ ὁ Γέροντας αὐτές τίς ψυχές. Αὐτή τήν ἀγάπη προσέφερε κατά τήν ποιμαντική του.
Στό κέντρο τῆς ποιμαντικῆς του ἦταν ἡ ἡσυχαστική παράδοσις τῆς Φιλοκαλίας, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν Κολλυβάδων Πατέρων, τούς ὁποίους ἀγαποῦσε, τιμοῦσε καί ἀγωνιζόταν νά μιμῆται καί νά προβάλλῃ. Συχνά ὁ λόγος του ἦταν περί μετανοίας καί νοερᾶς προσευχῆς. Τόνιζε ὅτι «κάθε μέρα πρέπει νά βάζουμε ἀρχή μετανοίας». Καί συνιστοῦσε νά λέμε «τήν εὐχή». Ἔχει πολλή δύναμι ἡ εὐχή, ἔλεγε. Πολλοί νέοι ἔγιναν μοναχοί κάτω ἀπό τήν πνευματική του καθοδήγησι. Ὁ σύγχρονος Ὀρθόδοξος Μοναχισμός, στό Ἅγιον Ὄρος καί ἀλλοῦ, ὀφείλει στόν Γέροντα, διότι στηρίχθηκε μέ τόν λόγο, τήν γραφίδα καί τό παράδειγμά του.
Ὥριμος στήν σωματική καί στήν πνευματική ἡλικία ὁ Γέροντας προσέφερε τήν ποιμαντική του πεῖρα στόν Γυναικεῖο Μοναχισμό. Μεγάλα γυναικεῖα κοινόβια καί ἄλλα μικρότερα μοναστηράκια δέχθηκαν τήν ποιμαντική του φροντίδα. Στήριζε τίς Γερόντισσες στό ἔργο τους καί τίς μοναχές στόν προσωπικό τους ἀγῶνα. Στό σημεῖο αὐτό ἡ προσφορά του στήν Ἐκκλησία μοιάζει μέ τήν προσφορά τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.
3. Ἀνάχωμα στόν οὐμανισμό.
Ὁ οὐμανισμός κατά κύματα ἐπιτίθεται στήν Ἐκκλησία καί ἀφήνει στό σῶμα της βαθειές πληγές. Κάθε αἵρεσις, παλαιά καί νέα, εἶναι οὐμανισμός. Κάθε μορφή ἀθεΐας εἶναι οὐμανισμός. Βγαίνει ἀπό τό κέντρο τῆς ζωῆς μας ὁ Θεάνθρωπος καί μπαίνει ὁ ἄνθρωπος, ὁ αὐτονομημένος ἄνθρωπος. Κάθε ἑπόμενο κῦμα τοῦ οὐμανισμοῦ ἔρχεται νά προσθέσῃ νέα συντρίμμια σέ ἐκεῖνα πού δημιούργησε τό προηγούμενο κῦμα. Ὁ Γέροντας ἀντιπαρατάχθηκε δυναμικά στόν ξενόφερτο οὐμανισμό τήν δεκαετία τοῦ ’80. Ἔκανε τότε πολλές ὁμιλίες γιά τό ζήτημα αὐτό σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, μέχρι τήν Κύπρο. Θαυμαστές ἦταν καί οἱ ὁμιλίες πού εἶχε ἐκφωνήσει σέ αὐτόν τόν πάνσεπτο ναό. Ἀθεϊστικές δυνάμεις ἐπιχείρησαν τήν ἐποχή ἐκείνη νά ἀνατρέψουν μέ σειρά νομοθετημάτων ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπό τήν Ὀρθόδοξη εὐσέβειά μας. Στό Ε’ Πανελλήνιο Θεολογικό Συνέδριο τό 1982, ἔλεγε: «Τώρα χρειάζεται μαρτυρία καί ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεως τοῦ λαοῦ μας. Εὑρισκόμεθα πρό ἑνός νέου ἀρειανισμοῦ, νέας εἰκονομαχίας, νέου βαρλααμισμοῦ, νέου ἰδεολογικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ, νέου ἀπανθρώπου ‘‘ἀνθρωπισμοῦ’’… Σέ αὐτή τήν κρίσιμη ὥρα γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν ἑλληνισμό, ἡ Ὀρθοδοξία ὄχι μόνο δέν πρέπει νά περιορισθῆ καί ἐξοβελισθῆ ἀπό τήν ἐθνική ζωή καί τήν παιδεία μας, ἀλλά πρέπει νά ἀναζητηθῆ καί φανερωθῆ ὡς ἡ μόνη ἐλπίδα τοῦ νέου ἑλληνισμοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου» .
Μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του ἀγωνίσθηκε κατά τοῦ οὐμανισμοῦ. Ἀπό τό κρεββάτι τῆς ἀσθενείας του, ἕξι μῆνες πρίν τήν κοίμησί του εἶπε τόν περίφημο λόγο: «Τό νέο πρόγραμμα σπουδῶν γιά τά θρησκευτικά εἶναι ὁδηγός πρός τήν πανθρησκεία».
4. Ἡ στάσις του ἀπέναντι στόν θρησκευτικό οὐμανισμό.
Εὑρισκόμενος ὁ Γέροντας στήν Ἀμερική γιά τίς μεταπτυχιακές του σπουδές καί ἔχοντας γνωρίσει ἀπό κοντά τό πνεῦμα καί τό ἦθος τοῦ ἑτε-ροδόξου χριστιανικοῦ κόσμου, συνειδητοποίησε καί μία ἀκόμη πραγματικότη-τα: Ὅτι ὁ τρόπος πού οἱ ἑτερόδοξοι Χριστιανοί ἀναζητοῦσαν τήν μεταξύ τους ἑνότητα δέν ἦταν ὑγιής. Οἱ προθέσεις, τά κίνητρα καί οἱ στόχοι ἦσαν ἐνδεχομένως εὐγενῆ, ἀλλά πάντως ἀνθρώπινα, οὐμανιστικά, τοῦ παρόντος αἰῶνος, χωρίς γεύση τῆς ἐν Χριστῷ θεώσεως.
Πόθος τοῦ Γέροντα ἦταν ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι νά καλλιεργήσουμε τήν αὐτοσυνειδησία μας, ὅτι μόνον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Καί προσευχή του ἦταν οἱ ἑτερόδοξοι νά εὕρουν τόν δρόμο πρός τήν ἐπίγνωσι τῆς Ἀληθείας καί τήν θέωσι, τήν ὁποίαν ἀγνοοῦν καί στεροῦνται. Ἔγραψε πολλά ἄρθρα καί ἔκανε πολλές ἀναφορές σέ βιβλία καί ὁμιλίες του γιά τό θέμα αὐτό. Θά σᾶς διαβάσω μία συγκινητική ἀναφορά του, ἡ ὁποία ὑπάρχει στόν πρόλογό του στό βιβλίο «Ἡ θέωσις ὡς σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου», βιβλίο τό ὁποῖο πλέον θεωρεῖται κλασικό. Λέγει λοιπόν μέ ὕφος προσευχητικό: «Ἐλεήμων Κύριε, εὐδόκησε ἐν τῇ ἀπείρῳ ἀγάπῃ Σου, νά μᾶς ἀξιώσης νά εἰσέλθουμε στήν ὁδό τῆς θεώσεως, πρίν νά ἀπέλθουμε ἀπό τόν παρόντα πρόσκαιρο κόσμο. Ἐλεήμων Κύριε, ὁδήγησε στήν ἀναζήτησι τῆς θεώσεως τούς Ὀρθοδόξους ἀδελφούς μας, πού δέν χαίρονται, γιατί ἀγνοοῦν τό μεγαλεῖο τῆς κλήσεώς των ὡς ‘‘κεκελευσμένων θεῶν’’. Ἐλεήμων Κύριε, ὁδήγησε καί τά βήματα τῶν ἑτεροδόξων Χριστιανῶν στήν ἐπίγνωσι τῆς Ἀληθείας Σου, γιά νά μή μείνουν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Σου, στερημένοι τῆς Χάριτος τῆς θεώσεως. Ἐλεήμων Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς καί τόν κόσμον Σου! Ἀμήν».
Αὐτήν τήν πτυχή τῆς προσφορᾶς τοῦ Γέροντος τήν θεωρῶ ἀπό τίς σημαντικότερες.
5. Ἡ Ἱεραποστολή.
Ἦταν περί τά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’80, ὅταν ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιο-ρείτης ἔστειλε τόν νεαρό θεσσαλονικέα Ἰωάννη Ἀσλανίδη στόν μακαριστό Γέ-ροντα Γεώργιο, λέγοντας: «Πήγαινε καί ἐκεῖνος θά σέ καθοδηγήσει». Ὁ νεαρός Ἰωάννης Ἀσλανίδης, ἔγινε ὁ μετέπειτα φλογερός ἱεραπόστολος τοῦ Ζαΐρ Κοσμᾶς Γρηγοριάτης, ὁ ὁποῖος ἐπεσφράγισε τό ἔργο του μέ τόν μαρτυρικό του θάνατο ἐκεῖ στήν καρδιά τῆς Ἀφρικῆς.
Ἡ προσφορά τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γεωργίου ἦταν νά συντονίζῃ, νά ἐμψυχώνῃ, νά ἐπιβλέπῃ, νά παρηγορῇ, νά χειρίζεται καταστάσεις πού ἀπαιτοῦσαν διάκρισι καί πνευματική ὡριμότητα, νά προσφέρῃ καταλλήλους μοναχούς καί δυνάμεις, ὥστε τό ἔργο ἐκεῖ νά ἀποδώσῃ καρπούς.
Ἡ Ἱεραποστολή δέν εἶναι μία ἐξωστρεφής δραστηριότητα κάποιων ἀνθρώπων. Εἶναι κυρίως συνέχισις τοῦ ἔργου τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ἡ ἱεραποστολική πρωτοβουλία τοῦ Γέροντα ἦταν καρπός τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
6. Τό κύκνειο ἄσμα του: ἡ ἑνότης.
Θά τελειώσω, ἀφοῦ διαβάσω λίγες παραγράφους ἀπό τίς τελευταῖες ὑποθῆκες τοῦ Γέροντος Γεωργίου, πού ἀφοροῦν τήν ἑνότητα. Μέ τήν τελευταία αὐτή πρᾶξι τῆς ζωῆς του ἐσφράγισε τήν ποιμαντική του. Τό κύκνειο ἄσμα του, ἡ τελευταία του προσφορά στήν Ἐκκλησία, ἦταν ἡ προτροπή γιά τήν ἑνότητα, τήν ἁγιοπνευματική ἑνότητα. Ἦταν Φεβρουάριος τοῦ 2014. Εἶχε ἀποφασίσει νά παραδώσῃ τήν σκυτάλη στόν διάδοχό του. Προετοιμάζοντας τήν Ἀδελφότητα εἶπε:
«Παρακαλῶ τό Πανάγιο Πνεῦμα νά μέ φωτίσῃ, νά σᾶς πῶ αὐτό πού εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τήν ζωή μας… Ἐπιγραμματικά θά πῶ τό ἑξῆς: Μία ἀδελφότης ἑνωμένη μοιάζει μέ τόν Παράδεισο. Μία ἀδελφότης διχασμένη μοιάζει μέ τήν Κόλασι. Γι’ αὐτό, πατέρες, ἄς ἀγωνισθοῦμε νά κρατήσωμε τήν ἑνότητα.
Ἐγώ μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, καίτοι ἁμαρτωλός καί ἀνάξιος, σᾶς παραδίδω τήν ἀδελφότητα ἑνωμένη. Κρατῆστε την. […] Καί τώρα σᾶς παραδίδω ὅλους στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί στό πλούσιον ἔλεός Του. Συγχωρῆστε με, πατέρες, γιά τά λάθη μου καί γιά τίς ἀδυναμίες μου. Σᾶς ἀγαπῶ ὅλους… Σᾶς εὔχομαι ὁ Θεός νά σᾶς σκεπάζῃ, νά σᾶς στηρίζῃ, νά σᾶς ἁγιάζῃ καί νά σᾶς κρατήσῃ μέχρι τέλους τῆς ζωῆς σας πιστούς καί ἀγαθούς δούλους Του… Ἡ Παναγία νά μᾶς οἰκονομήσῃ ὅλους καί νά μᾶς ἀξιώσῃ νά ἔχουμε καλή ἀντάμωσι στόν Παράδεισο».

Αὐτό τό προσκλητήριο γιά ἁγιοπνευματική ἑνότητα, ἔδειξε τήν πνευ-ματική του ὡριμότητα. Μέ τέτοια ὡριμότητα ἀνεχώρησε γιά τήν ἀτελεύτητη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στίς 8 Ἰουνίου 2014, στά 79 του χρόνια. Τήν εὐχή του νά ἔχουμε, ὅπως καί τίς εὐχές τῶν ἁγίων Γερόντων, τούς ὁποίους τιμήσαμε σήμερα.
Σᾶς εὐχαριστῶ.