Σε πλείστες όσες περιπτώσεις του δημόσιου λόγου για την Παιδεία και το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας, οι όροι “εμπνευσμένος” () και “καινοτόμο” () χρησιμοποιούνται ως επάλληλοι και ως παραπληρωματικοί.

 

 

Απόστολος Αντ. Καπρούλιας: Φιλόλογος-Θεολόγος, Δρ Φιλολογίας- Δρ Θεολογίας, Καθηγητής (ΣΕΠ) του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και Μέλος της Επιτροπής Παιδείας της Νέας Δημοκρατίας

Και, μάλιστα, στις διευρυμένες κατευθύνσεις τής εν λόγω νοηματικής σχέσης σχεδόν πάντοτε υπονοείται πως η έμπνευση του εκάστοτε διδάσκοντος ενεργοποιείται ή αφορμάται, άρα και εξαρτά τις όποιες πρακτικές “εκτυλίξεις” της, από τις δυνατότητες που του εκχωρεί η ύπαρξη -ή μη- ορισμένων τεχνολογικών μέσων στον χώρο του σχολείου. Υπό την εν λόγω, επομένως, συνύφανση, οι καινοτόμες δράσεις στο σχολικό περιβάλλον καθίστανται “ανενεργές”, αφ’ ής στιγμής το οιοδήποτε σχολείο δεν διαθέτει τον απαραίτητο τέτοιο εξοπλισμό.

Ο δάσκαλος, δίχως τον υπολογιστή και τον διαδραστικό πίνακα, δίχως την “εικονική” και την “ηχητική” συνδρομή ενός άλλου “προσώπου” -εκείνου του ηλεκτρονικού υπολογιστή-, φαίνεται να μην εμπνέεται από -και να μην εμπνέει- τους μαθητές του. Μοιάζει να περιορίζεται και να περιορίζει εκείνους στα “βραχέα όρια” της διδακτέας ύλης, όπως και του “αδυσώπητου” σχολικού ωραρίου. Αισθάνεται πως εγκλωβίζεται στο δασκαλοκεντρικό μοντέλο μάθησης. Και, οπωσδήποτε η ευθύνη, κατά την άποψή του, βαραίνει την πολιτεία και την κοινωνία, καθώς δεν συνδράμουν στην απόπειρά του να αναδείξει -προς όφελος των μαθητών του- την ευελιξία του, την αυτενέργειά του, την ικανότητά του να “περιδιαβαίνει τα εσώψυχα ενός προσώπου, ιδιαιτέρως οικείου στους μαθητές του”.

Το καινοτόμο, λοιπόν, στην διδακτική πρακτική προσδιορίζεται συνδυαστικά με τις εκάστοτε τεχνολογικές δυνατότητες που ο διδάσκων διαθέτει. Έχουμε, όμως, απευθυνθεί, διερωτώμαι ως εκπαιδευτικός, ποτέ στους μαθητές μας, προκειμένου να μάς προσδιορίσουν εκείνοι πως αντιλαβάνονται το “καινοτόμο” σχολείο; Μήπως, εν τέλει, για την γενιά μας ο εν λόγω όρος παραπέμπει σε δράσεις ή επιλογές, με τις οποίες πλέον οι σύγχρονες γενιές είναι μάλλον “συνταυτισμένες”; Και, μήπως, το “καινό” για τους μαθητές μας είναι ό,τι εμείς κάποτε χαρακτηρίζαμε ως “κενό” περιεχομένου, καθώς δεν αντιλαμβανόμασταν τότε την αξία που θα ενείχε στην εξέλιξη του βίου μας;

Το σύγχρονο “καινοτόμο” σχολείο δεν θα πρέπει να “εξαντλείται”, λοιπόν, στον ενεργό ρόλο του “ηλεκτρονικού προσώπου”, αλλά του φυσικού “προσώπου”. Και ο δάσκαλος θα πρέπει να ενασχοληθεί συστηματικά με τις εσωτερικές εξεικονίσεις τού προσώπου του μαθητού του, αλλά και με τα “ηχητικά” μηνύματα που εκείνο εκπέμπει. Να αφουγκραστεί τις αγωνίες του, τους προβληματισμούς του, να “περιηγηθεί τις σελίδες” της προσωπικότητάς του. Να σταθεί όρθιος στην οθόνη “του συναισθηματικού κόσμου” του νέου. Να αποδεχθεί να επωμισθεί την ευθύνη μίας αρνητικά φορτισμένης “διαδραστικής” κοινωνίας, πτυχές της οποίας, ωστόσο, οφείλει να ανανοηματοδοτήσει αξιακά, ώστε να μην απογοητεύσει τον μαθητή του. Και περαιτέρω: να καταστήσει την τάξη ένα ασφαλές διαλεκτικό μέσο “κοινωνικής δικτύωσης”, εντός του οποίου ο “έτερος” θα καταστεί -όπως έλεγε και ένας φωτισμένος δάσκαλός μου- “εταίρος”.

Για να εισάγουμε, όμως, τούτο το “καινόν” στην εκπαιδευτικήδραστηριότητα, χρειάζεται οι  εκπαιδευτικοί να το υπηρετήσουν με αφοσίωση. Χρειάζεται, επίσης, και η Πολιτεία να τους εκχωρήσει χώρο και χρόνο σε μία τέτοια προοπτική. Χρειάζεται η κοινωνία να “απαιτήσει” από τον δάσκαλο την όξυνση τόσο της κριτικής όσο και της συναισθηματικής κατάστασης των τέκνων της. Χρειάζεται, όμως, και ο ίδιος ο μαθητής να εμπιστευθεί και να “ανοιχθεί” στον δάσκαλό του. Μόνον, έτσι, θα διαμορφώσουμε το “καινοτόμο” σχολείο και, μόνον διά αυτής της “συνδυαστικής” επωδού, θα επετύχουμε από κοινού “να εμπνεύσουμε τον δάσκαλο να εμπνευστεί με έναν εναλλακτικό τρόπο”…