Θεσσαλονίκη: Η γλώσσα ως φορέας ιστορικών, κοινωνικών και πολιτικών αποτυπωμάτων. Τριήμερο συνέδριο γλωσσολογίας στο ΑΠΘ.  – Οι σύγχρονοι χρήστες της ελληνικής (μαθητές και ενήλικες) κάνουν τα ίδια ορθογραφικά λάθη;

Ποιάς περιόδου ελληνικά, και πόσο “ορθογραφημένα” είναι αυτά που γνωρίζουν, χειρίζονται και θα κληθούν να διδάξουν οι μελλοντικοί δάσκαλοι; Τέσσερις δεκαετίες (από το 1978) δοκιμασίας του ορθογραφικού συστήματος της Νέας Ελληνικής γλώσσας οι κανόνες από τους οποίους διέπεται έχουν γίνει κτήμα όλων;

– Πόσο η ανωνυμία που αποτελεί το βασικότερο γνώρισμα της ηλεκτρονικά διαμεσολαβημένης επικοινωνίας (του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης) και ο συνδυασμός των στρατηγικών (χρήση λέξεων ταμπού, εξύβριση, σαρκασμός) των χρηστών του διαδικτύου, επιτρέπει και ευνοεί την ευρεία χρήση της αγένειας στη γλώσσα του διαδικτύου;

– “Διαβάζουμε” (κατανοούμε, συμμετέχουμε) με τον ίδιο τρόπο όλοι (όλες οι ηλικιακές ομάδες, γλωσσικά -οπτικά – και πολιτικά εγγραμματισμένοι) τα σκίτσα και τα κείμενα που συνοδεύουν τις πολιτικές γελοιογραφίες;

– Έχουν όλες οι γλώσσες κοινά ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία, ώστε να είναι “εύκολη” και “δυνατή” η μετάφρασή τους (π.χ η έκφραση “Οσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια” υπάρχει και στις βαλκανικές γλώσσες – προέρχεται από το μύθο του Αισώπου – αλλά … πως θα μεταφραστεί στα … Ολλανδικά λ.χ;)

– Το …”τρένο” γράφεται και ως “τραίνο” , ο “Σέξπιρ” και ως “Σαίξπηρ” και γιατί οι ενήλικες προτιμούν την ιστορική ορθογραφία;

– Έχει επηρεαστεί και μεμονωμένα διαμορφωθεί η ελληνική προφορική γλώσσα (σε όρους καθημερινότητας) των περιοχών που δέχτηκαν και διατηρούν δομές φιλοξενίας αλλόγλωσσων προσφύγων (Μυτιλήνη, Χίος αλλά και Αχαία);

– Είναι ελληνική, τουρκική, φράγκικη, βενετσιάνικη, αρβανίτικη, ή … σλαβική η ρίζα των τοπωνυμίων πολλών περιοχών της χώρας; Πόσο οι μεγαλύτερες ηλικιακά ομάδες εμμένουν να χρησιμοποιούν τις “παλιές” ονομασίες και πόσο οι νεότεροι έχουν πλήρη γνώση της προέλευσης της ονομασίας των τόπων της;

Τα παραπάνω είναι ορισμένα και ενδεικτικά από τα θέματα των εισηγήσεων που αναπτύσσονται (μαζί με τους σχετικούς προβληματισμούς αλλά και τις προτάσεις μεθόδων “αντιμετώπισής” τους) στην τριήμερη – 40η ετήσια συνάντηση εργασίας που διοργανώνει απο χθές στη Θεσσαλονίκη ο τομέας γλωσσολογίας του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Αντικείμενο της συνάντησης είναι η μελέτη της ελληνικής γλώσσας από οποιαδήποτε γλωσσολογική σκοπιά, ενώ προσκεκλημένοι ομιλητές της 40ής Ετήσιας Συνάντησης είναι η καθηγήτρια Robyn Carston (University College London) και ο καθηγητής Raymond W. Gibbs, Jr. (University of California, Santa Cruz).

“Η Γλωσσολογία δεν είναι μια θεωρητική επιστήμη που περιορίζεται στη μελέτη των γλωσσικών φαινομένων αποκλειστικά από ειδικούς στους χώρους των αμφιθεάτρων. Οι εφαρμογές της είναι πολλαπλές και – ειδικά τα τελευταία χρόνια με τις νέες μετακινήσεις πληθυσμών και την αναγκαιότητα που προκύπτει για τη διδασκαλία – της ελληνικής εν προκειμένω – ως δεύτερης γλώσσας, και τις ανάγκες που προκύπτουν για τη επινόηση γλωσσών επικοινωνίας, είναι πλέον κατανοητό πως πρόκειται για μια … απόλυτα εφαρμοσμένη και αναγκαία … επιστήμη” λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής της επιστημονικής συνάντησης του ΑΠΘ, κ. Μαρία Θεοδωροπούλου – επίκουρη καθηγήτρια της γλωσσολογίας στο ΑΠΘ.

– Πόσο εύκολα και απο ποιούς “διαβάζεται” η πολιτική γελοιογραφία;

-Γιατί οι ενήλικες προτιμούν την ιστορική ορθογραφία (χωρίς να γνωρίζουν το λόγο προτίμησης) ενώ σε σχετικά ερωτηματολόγια αναδεικνύουν την πολιτική ως παράγοντα που επηρεάζει τη μορφή και τη χρήση της γλώσσας;

– Πόσες … γενικές μπορεί να εμπεριέχει μια πρόταση που αρθρώνει κοινωνικοπολιτικό λόγο – στις αφίσες των δεκαετιών του 80-90;

– Πόσο δύσκολο, προς διάσωση και διαχρονική έρευνα είδος κειμένου είναι αυτό των πολιτικών αφισών της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου των δεκαετιών 70 και 80; (παρουσιάζονται στο συνέδριο αφίσες απο τις ειδικές συλλογές της βιβλιοθήκης της Βουλής) και διερευνάται η συμβολή των κειμενικών χαρακτηριστικών τους στη συγκρότηση των εγχώριων ιδεολογικοπολιτικών λόγων.

– Πόσο κατανοητή είναι η κωμικόγλωσσα, η τεχνητή ανορθογραφία, το έντονα πολιτικοποιημένο χιούμορ του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μπόστ) σε σημερινούς νέους; (έρευνα σε 80 φοιτητές Φιλολογίας).

Και τελικά, πως ακούγονται και φαίνονται τα ελληνικά στους μη ελληνόφωνους; Σε ορισμένους θυμίζουν φωνητικά τα ισπανικά, σε άλλους η ελληνική είναι μια ακαταλαβίστικη, αλλά εξαιρετικά πλούσια γλώσσα (It’s Grek to me) και σε άλλους (ανάλογα με την ιστορική, πολιτικοοινομική κατάσταση, γειτνίαση ή μη) στερεοτυπικά ή…ως πρότυπο (οι Βούλγαροι λ.χ μιμούνται – σε κοινωνικά δίκτυα και for a στο Διδίκτυο – την ελληνική γλώσσα και προφορά και παράγουν λέξεις με βουλγαρικές ρίζες με την προσθήκη ελληνικών καταλήξεων).

“Οι γλώσσες κουβαλούν έντονα ανά τους αιώνες τα κοινωνικά, πολιτισμικά, αλλά και πολιτικά τους αποτυπώματα και αποτελούν κομμάτι της ταυτότητας των ομιλούντων Φυσικά και όσο οι γλώσσες έχουν φυσικούς ομιλητές, εξελίσσονται, εμπλουτίζονται … υπάρχει μια διαρκής διαπλοκή. Μονο οι “νεκρές” γλώσσες δεν εξελίσσονται καθώς έχουν σταματήσει να υπάρχουν – να μιλούνται. Η ελληνική δεν είναι μια αυτές υπογραμμίζει απαντώντας στο ερώτημα “γιατί η γλωσσολογία σήμερα” η κ Θεοωδοροπούλου.

Η 40η συνάντηση εργασίας των γλωσσολόγων συνεχίζεται και ολοκληρώνεται αύριο (Σάββατο) το βράδυ με παράλληλες συνεδρίες σε τρείς αίθουσες του Κέντρου Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων του ΑΠΘ.

 

Β.Χαρισοπούλου