Θετική η 5η έκθεση αξιολόγησης της Ελληνικής οικονομίας – Συστάσεις για μεταρρυθμίσεις ως το Μάιο

ΕΙΔΗΣΕΙΣ 🕔29/02/2020 - 21:20 | Author: Newsroom Ipaidia

H Ελλάδα σημείωσε ικανοποιητική πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή των ειδικών μεταρρυθμιστικών δεσμεύσεών της για το τέλος του 2019, είναι το βασικό συμπέρασμα της Κομισιόν, στην 5η έκθεση της ενισχυμένης εποπτείας, που δημοσιεύθηκε σήμερα στις Βρυξέλλες.

ΗΚομισιόν καλεί τις ελληνικές αρχές να ολοκληρώσει και τα συμπληρωματικά μέτρα που συμφώνησαν με τους εποπτικούς θεσμούς εγκαίρως για την έκτη ενισχυμένη έκθεση εποπτείας που προβλέπεται για τον Μάιο του 2020, σημειώνοντας ότι αυτό απαιτεί συνεχή δέσμευση των ελληνικών αρχών, ιδίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Αναλυτικά η έκθεση σημειώνει ότι οι δέκα συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το τέλος του 2019 έχουν ολοκληρωθεί ή πρόκειται σύντομα να ολοκληρωθούν. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της ικανότητας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημόσιων Εισοδημάτων και τα ψηφιακά οργανογράμματα για τον δημόσιο τομέα, τα οποία αποτελούν μέρος της Στρατηγικής Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού.

Τα χρονοδιαγράμματα για την εκτέλεση άλλων βασικών συγκεκριμένων δεσμεύσεων έχουν προσαρμοστεί λόγω της πολυπλοκότητας των σχεδίων ή των κληρονομημένων καθυστερήσεων, αναφέρει η Κομισιόν.

«Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, με την ανάπτυξη του πυλώνα της αγοράς εργασίας για το εισόδημα κοινωνικής αλληλεγγύης, που αποσκοπεί στην προώθηση της μακροπρόθεσμης και βιώσιμης ανάπτυξης της απασχόλησης ή της ατζέντας ιδιωτικοποιήσεων, παρά τη δυναμική που διατηρήθηκε από την τελευταία έκθεση».

Όσον αφορά τις συνεχιζόμενες δεσμεύσεις, η υλοποίηση του Στρατηγικού Σχεδίου της Ελληνικής Εταιρείας Περιουσιακών Στοιχείων και Συμμετοχών βρίσκεται σε εξέλιξη και σημειώνεται πρόοδος σε ορισμένες συναλλαγές του Σχεδίου Ανάπτυξης Περιουσιακών Στοιχείων, ενώ η εφαρμογή του σχεδίου εκκαθάρισης καθυστερήσεων και η συλλογή των υπηρεσιών υγείας πρέπει να επιταχυνθεί.

Όσον αφορά τις δεσμεύσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, εξακολουθεί να σημειώνεται κάποια πρόοδος όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τον καθαρισμό του αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη να δοθεί σημαντική προτεραιότητα και να επιταχυνθούν ορισμένες σημαντικές δράσεις. Ειδικότερα, η εκκαθάριση των συσσωρευμένων υποθέσεων οικιακής αφερεγγυότητας έχει καθυστερήσει και η πρόοδος στην αντιμετώπιση των εμποδίων για τις ηλεκτρονικές δημοπρασίες παραμένει περιορισμένη.

Σε ότι αφορά τα μακροοικονομικά μεγέθη η Κομισιόν καταγράφει ότι η οικονομική ανάκαμψη συνεχίστηκε το 2019 και αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω. Η οικονομική ανάπτυξη αναμένεται να φθάσει το 2,2% για το 2019, πολύ πάνω από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ 1,2%, κυρίως λόγω των ισχυρών εξαγωγικών επιδόσεων. Μια ισχυρή τουριστική περίοδος ενίσχυσε τις εξαγωγές υπηρεσιών, αλλά και οι εξαγωγές αγαθών παρέμειναν ανθεκτικές παρά τη χαμηλότερη ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ. Η οικονομική ανάπτυξη αναμένεται να αυξηθεί στο 2,4% το 2020, με την ώθηση της εγχώριας ζήτησης, η οποία θα υποστηριχθεί από τις θετικές προσδοκίες και τη φιλική προς την ανάπτυξη φορολογική μεταστροφή που θα ενσωματωθεί στον προϋπολογισμό του 2020.

Επιπλέον, η ανάκαμψη της αγοράς εργασίας αναμένεται να συνεχιστεί και η ανεργία να μειωθεί στο 15,2% το 2020, ενώ ο πληθωρισμός προβλέπεται να παραμείνει υποτονικός στο εγγύς μέλλον.

Η πρόβλεψη ενέχει βεβαίως ρίσκα που σχετίζονται κυρίως με την αβέβαιη γεωπολιτική κατάσταση και τις συνεχείς πολιτικές εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή, καθώς και με την εκτεταμένη εκτέλεση των σχεδιαζόμενων δημόσιων επενδυτικών σχεδίων και τις επιπτώσεις τους στην εγχώρια ζήτηση.

Η επίτευξη των στόχων εξαρτάται από τη διατήρηση της πορείας μεταρρύθμισης που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο ενισχυμένης επιτήρησης.

Ειδικότερα, η Κομισιόν καταγράφει ότι η αύξηση του δανεισμού μέσω του τραπεζικού τομέα θα εξαρτηθεί από την ταχεία εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, σχεδιασμένες για τη στήριξη της ικανότητας διαμεσολάβησης των τραπεζών.

Σε ότι αφορά του στόχους του προϋπολογισμού, η Κομισιόν αναφέρει ότι με βάση τα προκαταρκτικά στοιχεία για το 2019, η Ελλάδα αναμένεται να υπερβεί το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας τους δημοσιονομικούς της στόχους για πέμπτη συνεχή χρονιά. Το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να φθάσει το 4% περίπου το 2019, αφού ληφθεί υπόψη το «κοινωνικό μέρισμα» ύψους 186 εκατ. Ευρώ που διανέμεται στα ευάλωτα νοικοκυριά και η εκκαθάριση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε εκκρεμότητα ύψους 200 εκατ. Ευρώ στο τέλος του έτους.

Αυτό αντιστοιχεί σε συνολικό πλεόνασμα ύψους περίπου 1,6% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με έλλειμμα 0,8% του ΑΕΠ που προβλέπεται για τη ζώνη του ευρώ.

Πριν από τις πληρωμές στο τέλος του έτους, η υπεραπόδοση έναντι του 3,8% του ΑΕΠ που είχε προβλεφθεί στην προηγούμενη έκθεση θα είχε φθάσει το 4,2% του ΑΕΠ.

Σημειώνεται ακόμη ότι παρόλο που έχει γενικά ουδέτερο αντίκτυπο στο υπόλοιπο, οι επενδύσεις της γενικής κυβέρνησης ήταν χαμηλότερες κατά 1,1% του ΑΕΠ από ό, τι είχε αρχικά προβλεφθεί. Για την αντιμετώπιση της περιοδικής υπο-απορρόφησης στον προϋπολογισμό δημόσιων επενδύσεων, οι αρχές άρχισαν να εφαρμόζουν ένα σχέδιο δράσης για τη βελτίωση της παρακολούθησής τους. Το σχέδιο δράσης είναι προς το παρόν σε καλό δρόμο για το τέλος του 2021.

Η Κομισιόν προειδοποιεί και πάλι ότι η υπο-εκτέλεση του προϋπολογισμού για τις δημόσιες επενδύσεις αποτελεί αυξανόμενη ανησυχία και στο πλαίσιο των τεχνικών εργασιών για την ενδεχόμενη χρήση των ποσών των ANFAS και SMPs.

Οι αρχές άρχισαν να εφαρμόζουν τον προϋπολογισμό για το 2020, ο οποίος εκτιμήθηκε ως συμμορφούμενος με τον δημοσιονομικό στόχο 3,5% του ΑΕΠ στην προηγούμενη έκθεση και αναμένουν ότι το φθινόπωρο θα προκύψει δημοσιονομικός χώρος για τη χρηματοδότηση πρόσθετων μέτρων.

Καταγράφεται ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να μειώσει περαιτέρω τον φόρο ακίνητης περιουσίας ΕΝΦΙΑ αυξάνοντας παράλληλα τη φορολογική της βάση και να μειώσει την ειδική εισφορά αλληλεγγύης και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Για το σκοπό αυτό, η σταδιακή μείωση του φόρου εισοδήματος των επιχειρήσεων στο 20%, που ανακοινώθηκε τον Ιούλιο του 2019, κινδυνεύει να αναβληθεί. Η αξιολόγηση αυτών των μέτρων θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της προετοιμασίας της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής που θα πραγματοποιηθεί τον Μάιο του 2020, καθώς και της επανεκτίμησης ορισμένων από τα μικρότερα δημοσιονομικά μέτρα που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό του 2020.

Η μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική αναμένεται επίσης να αντικατοπτρίζει την επερχόμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, η οποία σχεδιάζεται επί του παρόντος με φορολογικά ουδέτερο τρόπο και το κόστος της εκκαθάρισης του αποθέματος καλούμενων κρατικών εγγυήσεων για δάνεια ύψους 1,1% του ΑΕΠ εντός πέντε ετών.

Επιπλέον, δεδομένων των επιταχυνόμενων μεταναστευτικών ροών, οι αρχές επεσήμαναν ότι ο τρέχων δείκτης συνυπολογισμού της μετανάστευσης δεν καλύπτει πλήρως το συνολικό κόστος της μεταναστευτικής κρίσης . Ο συμφωνημένος δείκτης μετανάστευσης επιτρέπει την απομάκρυνση έως το 0,2% του ΑΕΠ των δαπανών που σχετίζονται με τη μετανάστευση (αφαιρουμένων από των κονδυλίων της ΕΕ) από το πρωτογενές ισοζύγιο, αλλά βάσει της τρέχουσας μεθοδολογίας, τα πραγματικά ποσά που αφαιρούνται από το πρωτογενές υπόλοιπο είναι σταθερά κατώτερα από αυτό το επίπεδο.

Οι αρχές και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα έχουν αρχίσει να αξιολογούν τα εμπόδια που εμποδίζουν τις αρχές και θα κάνουν εισηγήσεις στην επόμενη έκθεση.

Συνολικά, οι δημοσιονομικές και οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας έχουν βελτιωθεί. Οι συνεχιζόμενες σταθερές δημοσιονομικές επιδόσεις και η φιλική προς την ανάπτυξη πολιτική ατζέντα έχουν επηρεάσει το οικονομικό κλίμα, καταγράφει η Κομισιόν.

Σημειώνει δε ότι η Ελλάδα πέτυχε να εισέλθει ξανά στις αγορές κρατικών ομολόγων, επιτυγχάνοντας ιστορικά χαμηλές αποδόσεις. Οι διαφορές αποδόσεων μειώθηκαν σημαντικά το περασμένο έτος και οι βελτιωμένες προοπτικές για την ελληνική οικονομία οδήγησαν στη σταδιακή αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας. Η τήρηση των δεσμεύσεων για τη μεταρρύθμιση θα είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση των μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης.

Σε ότι αφορά την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, η επικαιροποίηση των μακροοικονομικών παραδοχών και των πρόσφατων στοιχείων για την έκδοση ομολόγων υποδεικνύει ότι το χρέος θα παραμείνει σε καθοδική τάση, αλλά πάνω από το 100% του ΑΕΠ έως το 2040 ή το το 2039, ανάλογα με το σενάριο. Οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης της Ελλάδας φτάνουν στο 13% περίπου του ΑΕΠ στο πρώτο σενάριο και στο 12% σεναρίου στο τέλος του χρονικού ορίζοντα πρόβλεψης.

Τέλος η Κομισιόν προειδοποιεί ότι παρά τις θετικές προοπτικές, τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δημοσιονομικούς κινδύνους, οι οποίοι είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν σε αυτό το στάδιο.

Πρώτον, κίνδυνο δημιουργούν οι αναδρομικές πληρωμές σε συνταξιούχους εξακολουθούν που να εκκρεμούν και εξαρτώνται από αποφάσεις του ΣτΕ. Ένας πρόσθετος φορολογικός κίνδυνος πηγάζει από τις υποθέσεις της Attikus Helios, εταιρείας που δραστηριοποιείται στον κλάδο του τουρισμού και της φιλοξενίας, κατά της Δημόσιας Εταιρείας Real Estate. Η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Πρόσθετες δημοσιονομικές πιέσεις ενδέχεται να προκληθούν από τις προγραμματισμένες ρυθμίσεις για το ιδιωτικό ταμείο συμπληρωματικής συνταξιοδότησης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από το χρονοδιάγραμμα της στατιστικής καταγραφής της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων στη γενική κυβέρνηση, καθώς και από τις αποφάσεις δύο εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων που αφορούν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (το κράτος, την τράπεζα και τους συνταξιούχους).

  • ideascentral

    europalso

Enter your email address: